Γαβαλλάς Νίκος

 Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον κατάλογο της έκθεσης του καλλιτέχνη στην γκαλερί Titanium, τον Μάϊο του 2009.

Περί

Ιωσήφ & Τζεπέτο   

Νίκος Γαβαλλάς

 

 Χρήσιμα αντικείμενα

                Κάθε έργο του Νίκου Γαβαλλά μας προσφέρει μιαν εσωτερική θέα τριών επιπέδων. Η διείσδυση στην ιστορία της συγκεκριμένης ζωγραφικής ενότητας συμβαίνει σε τρία στάδια. Κάθε στάδιο που κατακτάται, οδηγεί στην αποκάλυψη του υπο-κειμένου. Σε πρώτο επίπεδο ο ζωγράφος απεικονίζει τον εσωτερικό χώρο ενός εργαστηρίου ξυλουργικής, όπου μόνοι κάτοικοι είναι τα εργαλεία που το απαρτίζουν και του δίνουν ταυτότητα. Σε δεύτερο επίπεδο απεικονίζει το προσωπικό ατελιέ του, τον χώρο όπου ο ίδιος δημιουργεί. Το ξυλουργείο δεν λειτουργεί πια ως τέτοιο, αλλά ως καλλιτεχνικό εργαστήριο. Έτσι, τα εργαλεία αυτομάτως παροπλίζονται. Σε τρίτο επίπεδο ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει το άλλοτε ξυλουργείο του πατέρα του, όπου πια δουλεύει ο ίδιος. Με τη ζωγραφική του καταγράφει τα ίχνη της πατρικής μορφής, που παρήλθε, αφήνοντας πίσω της λατρευτικά τοτέμ. Μέσα στα τελάρα του Γαβαλλά υπάρχει ο πρόγονος διά της απουσίας του, καθώς και η συμφιλίωση πατρός και υιού, μέσα από την απόλυτη συγχώνευση τεχνικής και τέχνης.

                 Οι βιογραφικές πληροφορίες δεν μας ανοίγουν το δρόμο για την προσέγγιση της φόρμας, τη μελέτη του πιστού σχεδίου, δεν μας εξηγούν τα υπέροχα πράσινα, τις μωβ σκιές κι αντανακλάσεις που τείνουν προς το υπεριώδες. Ο ζωγραφικός χώρος, στον οποίο οι διαφορετικές οπτικές γωνίες συνυπάρχουν μέσω μιας παραμορφωτικής ματιάς, συμφιλιωμένες όμως σε ένα ορθόδοξο αποτέλεσμα, δεν ερμηνεύεται μέσα από τη συζήτηση για το ιστορικό του εργαστηριακού χώρου. Η γνώση ωστόσο ότι το ατελιέ του υιού ζωγράφου ήταν προσφάτως το ξυλουργικό εργαστήριο του πατέρα, αφενός εξηγεί τη σχεδόν θρησκευτική αναγκαιότητα να λατρευτεί εκ των υστέρων ο απών, μαζί με τα εργαλεία που προεξέτειναν την παρουσία του στον χώρο και αφετέρου μας βοηθά να εισαγάγουμε το ζήτημα της σχέσης ξυλουργού και καλλιτέχνη.

                 Στην Πλατωνική φιλοσοφία τέχνη σημαίνει τεχνική, με την έννοια της δεξιοτεχνίας που προϋποθέτουν κυρίως οι χειροτεχνικές κατασκευές. Ο ζωγράφος δεν παράγει φυσικά αντικείμενα, αλλά είδωλα των φυσικών αντικειμένων. Μελετά και αναπαριστά το έργο του τεχνίτη. Ο ξυλουργός, που αντλεί τη γνώση του πραγματικού από την ανάμνηση των Ιδανικών Μορφών, η οποία του επιτρέπει να δημιουργήσει το υλικό είδωλο του αρχετύπου, είναι εκείνος που κατά τον Πλάτωνα, βρίσκεται πιο κοντά στον κόσμο των Ιδεών και την ουσιαστική φύση των αντικειμένων.[1] Στην κλίμακα των βαθμίδων της γνώσης, ο τεχνίτης βρίσκεται πιο κοντά στη φύση των αντικειμένων, διότι μιμείται απευθείας τις Μορφές της πραγματικότητας, την αλήθεια, ενώ ο καλλιτέχνης παράγει απατηλές ομοιότητες, μιμείται τη μίμηση, δηλαδή το υλικό αντικείμενο που κατασκευάζει ο τεχνίτης, ως απευθείας εκπρόσωπος της αλήθειας.

                 Ας ξαναδούμε την περίπτωση του Γαβαλλά, μέσα από αυτό το πρίσμα. Η μίμηση της μίμησης είναι μια έντεχνη παγίδα. Μια απάτη που μαγεύει τον «ευνομούμενο» θεατή, ακριβώς λόγω του έντεχνου χαρακτήρα της, που ωραιοποιεί την αλήθεια μέσα από στρεβλές απεικονίσεις. Ο Γαβαλλάς όμως, με μιαν αλλόκοτη ανατροπή της Πλατωνικής διαδοχής, έχει μεταπηδήσει στη βαθμίδα του ξυλουργού, που έχει αμεσότερη πρόσβαση στην Ιδέα. Ταυτίζεται με εκείνον, διότι όλα αυτά τα εργαλεία είναι στα μάτια του ζωγράφου οι απευθείας αρχετυπικές μορφές των αντικειμένων. Για τον Γαβαλλά, η ρεαλιστική απόδοση των φυσικών αντικειμένων είναι ένας φόρος τιμής στο Ιδανικό αντικείμενο και ταυτόχρονα στον τεχνίτη που παράγει το πραγματικό. Πραγματοποιεί μιαν απόπειρα καταγραφής της αγνής αμετάβλητης Ιδέας και του βέβηλου χρηστικού αντικειμένου που την εκπροσωπεί. Ταυτόχρονα ανασυνθέτει από τα ίχνη του τον ίδιο τον πατέρα-δημιουργό, που παράγει τη ζωή. Παράγει δηλαδή τις προϋποθέσεις της ίδιας του της ύπαρξης.

               Η αντιστοιχία με την πραγματικότητα την διπλασιάζει εντός των έργων του Γαβαλλά, ο οποίος επιτυγχάνει να τονίσει την χοϊκότητά της, και ταυτοχρόνως να καθαγιάσει κάθε χρηστικό εργαλείο, ανάγοντάς το σε μαγικό αντικείμενο, αντικείμενο που όμως σε κάθε περίπτωση παραμένει εμποτισμένο από τον ιδρώτα του τεχνίτη. Η μαγεία της ζωγραφικής εξυψώνει το χρήσιμο αντικείμενο σε άχρηστο και η πιστή του απεικόνιση εξυμνεί την υλικότητά του. Αν η τέχνη το ανεβάζει, η τεχνική το προσγειώνει, έτσι ώστε τελικά φτάνει στο πιο ισορροπημένo επίπεδο, στον ορίζοντα της ματιάς μας.

Η μαγεία της «πλάνης»

              Το χρώμα και το σχέδιο του Γαβαλλά τίθενται στην υπηρεσία της αναπαράστασης του χώρου και των σημαδιών του. Ο εξωτερικός χώρος κάνει ένα άλμα και μεταβαίνει στην επιφάνεια του καμβά. Ο ζωγράφος διπλασιάζει τη ζωή του. Παντού γύρω βλέπει το εργαστήριό του. Τα ζωγραφικά του μέσα όμως αποδίδουν το περιβάλλον συμπληρώνοντας τη φυσική ματιά και όχι αναπαράγοντάς την. Μια από τις ιδιότητες της φωτογραφίας είναι ότι μπορεί να αποδώσει εκείνο που ο γυμνός οφθαλμός αδυνατεί να συλλάβει.[2] Έτσι κι εδώ, χωρίς όμως τη μεσολάβηση κάποιου τεχνικού μέσου εκτός από τα πινέλα και τα λάδια, η προοπτική αναπαράσταση σημαδεύεται από μια ευρυγώνια καταγραφή του χώρου και ανατρέπεται από διακριτικές οπτικές παραμορφώσεις. Το μάτι του ανθρώπου δεν βλέπει από τέσσερις οπτικές γωνίες ταυτόχρονα. Το μάτι του θεατή όμως, βλέπει.

             O ζωγράφος αναφέρει ότι κάθε έργο του είναι «μια σημείωση, μια γρήγορη διατύπωση» των αντικειμένων που τον περιβάλλουν. Ένα κόκκινο τρυπάνι ακουμπισμένο πάνω στον μεγάλο πάγκο, χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές και μετά τη χρήση του «σημειώθηκε» στον καμβά για να περάσει στην αθανασία. Μια τεράστια πριονοκορδέλα γεμίζει το τελάρο, παροπλισμένη και μόνη, σαν εστιασμένο σημείο σ’ ένα τοπίο μεταφυσικού ρεαλισμού. Σφυριά, πλάνες και κατσαβίδια απομονώνονται και στέκουν άσκοπα πάνω σε ξύλινους πάγκους που αναδίδουν μυρωδιά αληθινής εργασίας. Σφυριά χωρίς ματιέρα και χωρίς υλικό, αρνούνται οποιαδήποτε ωραιοποίηση κι ενώ οι «πλάνες» επαναλαμβάνονται στο έργο του καλλιτέχνη, δεν έχει καμία διάθεση να μας απο-πλανήσει. Κολορίστας αλλά χωρίς εξπρεσιονιστικές υπερβολές, φωτίζει τα ιερά χρηστικά αντικείμενα με υπεριώδεις τριανταφυλλί γκάμες και γεμίζει την παραδοσιακή ζωγραφική του με διαρκείς εναλλαγές ψυχρών και θερμών χρωμάτων, ζωγραφίζοντας ειλικρινά και λατρεύοντας – μακριά από κάθε ναρκισσισμό – το θέμα του.

               

                Ο Γαβαλλάς εναλλάσσει τη θέση του με τη θέση της εμπειρικής προγονικής φιγούρας. Αναπαριστά τα εργαλεία του ξυλουργού, γενόμενος ο ίδιος ένας ξυλουργός, αλλά με πινέλο αντί για πριόνι. Ταυτόχρονα αποπειράται μια αναδρομική σχέση με τον ξυλουργό, δημιουργώντας εκ των υστέρων και παρέχοντας στον απόντα τεχνίτη τα εργαλεία που έχει ήδη χρησιμοποιήσει. Δημιουργεί δηλαδή ο ίδιος για τον πατέρα του, μέσα σε μια νοερή χρονική αντιστροφή, τα εργαλεία για να δουλέψει… Ο ξυλουργός μένει ολοζώντανος, σαν μια ανάμνηση που καταγράφεται, σαν ένα τοτέμ[3] που λατρεύεται, σαν ένας τεχνίτης που κινεί τρυφερά και επιτακτικά το χέρι του καλλιτέχνη.

                 Η χρηστικότητα και η ιερότητα, το Βέβηλο-Profane και το Θείο-Sacré είναι δύο ασυμβίβαστες έννοιες, δύο διαστάσεις που παραδοσιακά συγκρούονται, με την αρωγή ισχυρών φιλοσοφικών επιχειρημάτων, που αποδεικνύουν ότι απαραιτήτως η μία αναιρεί την άλλη. Η σύγχρονη τέχνη επιδεικνύει μια τάση εστίασης στο χρηστικό αντικείμενο και στην ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινότητας. Σπάνια όμως επιθυμεί να το κοιτάξει ως ιερό. Μπροστά στο έργο του Γαβαλλά είμαστε μάρτυρες μιας ιεροποίησης του χρηστικού αντικειμένου, χωρίς να χρειαστεί να αρνηθούμε την παλιά εργαλειακή του φύση.

                 Σε αυτό το τελετουργικό ένωσης της τεχνικής με την τέχνη, φανταζόμαστε να συμβαίνει μια ιστορική συνάντηση. Η θρησκευτική αγιοσύνη που περιβάλλει έναν ξυλουργό Ιωσήφ, ο οποίος παράγει πρακτικά αντικείμενα στο σεπτό εργαστήριό του, έρχεται από τα βάθη του παρελθόντος να οδηγήσει στοργικά έναν ξυλουργό Τζεπέτο, ο οποίος συνθέτοντας μέλη και χρωματίζοντας παραστάσεις, καταλήγει να παράξει ζωή, ως απόλυτος δημιουργός του πραγματικού.

                 Ο καλλιτέχνης Νίκος Γαβαλλάς, ναυπηγός ενός παροπλισμένου ξυλουργείου, τοποθετεί ανάμεσα στην πριονοκορδέλα, στους πάγκους, στα ράφια με τα κατσαβίδια και τις πλάνες, ένα νέο αντικείμενο, που υπόσχεται μια μετάβαση. Στη μέση του ξυλουργείου, στέκει τώρα το καβαλέτο. Η τέχνη αντλεί από το τεχνικό περιβάλλον τα εργαλεία και τα θέματά της και κατορθώνει «θρησκευτικά», «ξυλουργικά», αλλά κυρίως ζωγραφικά, μέσα από το υλικό που κυοφορεί το κενό, να γεννήσει, ως εκ θαύματος, τη Μορφή.

 Μ. Γ.

Απρίλιος 2009


[1] Η επίκριση των μιμητικών τεχνών από τον Σωκράτη και η αναφορά στην θέση ξυλουργού και ζωγράφου στις βαθμίδες της γνώσης, γίνεται στο 10ο βιβλίο της Πολιτείας, 595-598.

[2] Τα υψηλής ταχύτητας διαφράγματα, οι ευρυγώνιοι φακοί, το ζουμ διευκολύνουν τη διείσδυση της φωτογραφίας στο πραγματικό. Όπως αναφέρει ο Walter Benjamin, η φωτογραφία με τα βοηθητικά της μέσα, το ρελαντί, τις μεγεθύνσεις, αποκαλύπτει στον άνθρωπο «έναν χώρο που διυφαίνεται με το ασυνείδητό του». «Η φύση που μιλάει στην κάμερα είναι άλλη απ’ αυτή που μιλάει στο μάτι» αναφέρει στην Συνοπτική Ιστορία της Φωτογραφίας.

[3] Ενδιαφέρουσα είναι η επισήμανση που κάνει ο κοινωνικός ανθρωπολόγος Κλωντ Λέβι-Στρως, ως προς την ετυμολογία της λέξης «τοτέμ». Η λέξη «τοτέμ» προέρχεται από τη λέξη «οτοτεμάν», που σημαίνει «είναι από το δικό μου σόι».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s