Καπνιστός Σολωμός


Καπνιστός Σολωμός

 «-Μάνα μου, σκιάζομαι πολύ

Μην πεθαμένοι βγούνε

«-Σώπα, παιδάκι μου ˙ οι νεκροί

Την πλάκα τους βαστούνε»

 

Διονύσιος Σολωμός

Το Κοιμητήρι

 

«Ναι, συχνά τους φοβάμαι. Είναι νεκροί και θεόρατοι. Δεν μπορείς να Τους αγγίξεις, αλλά αυτοί μπορούν. Και το κάνουν. Κανένας από Εκείνους δεν είναι σφραγισμένος στο χώμα. Οι πολύ μεγάλοι δεν χωράνε καν στον τάφο Τους. Είναι καθισμένοι πάνω στην πλάκα, λιάζονται μειδιώντας και φυτεύουν γόπες μέσα στα χαμομήλια», ανακοίνωσα στους συνδαιτυμόνες μου και τα βλέφαρά μου τρεμόπαιξαν ποιητικά. «Μόνο για τους ποιητές ξέρεις να μιλάς. Έξω γίνεται χαμός, καταλαβαίνεις; Ξύπνα! Καταπίνεις πουγκάκια με καπνιστό σολομό, παρακολουθώντας τους διαδηλωτές από το καθρεφτάκι που διορθώνεις το μακιγιάζ σου, και νομίζεις ότι έχεις δικαίωμα να μιλάς για τους ποιητές; Δεν βλέπεις ότι είσαι απλά μια μπομπό. Να τι είσαι. Μια μπομπό!». Αιφνιδιάστηκα. Εγώ μπομπό;

     Αυτός που με αποκάλεσε μπομπό, ήταν ένας αριστερός ποιητής. Η πορεία, στην οποία διαδήλωνε αμέσως πριν την συνάντησή μας, είχε συμπτωματικά λάβει τέλος μπροστά στην είσοδο του ρεστοράν, όπου τσιμπούσα το βραδινό μου φίνγκερ-φουντ με παρεούλα. Έτσι, αναψοκοκκινισμένος και μασώντας μία πατατοκροκέτα, αποφάσισε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. «Είσαι μια ενοχική μπομπό!», αναφώνησε κατεβάζοντας το τριαντάρι Γκλένφιντιχ, που τον είχα κεράσει, για να εκφράσω τον θαυμασμό μου για τη δουλειά του. Δεν νευρίασα, διότι δεν κατάλαβα. «Μάλιστα. Και τι σημαίνει μπομπό»; ρώτησα καταπίνοντας υπεροπτικά μία μπουκιά σπαστό μιλφέιγ, γεμιστό με παγωτό ροδόσταμο. Η επιδόρπια σύρραξη είχε εμφανώς ξεκινήσει.

     Η συνειδητοποίηση μού ‘κατσε σαν παχιά σαντιγί. Εγώ η ίδια ήμουν ένα μπαρόκ γλυκό, μια κιτς πλησμονή χωρίς έλεος. Ένα πλούσιο επιδόρπιο που σε αποστομώνει με τα διεισδυτικά σιρόπια του, όπως καθετί αφόρητα γλυκό, κι έπειτα σε μπουχτίζει. Μια ναρκισσευόμενη πάστα με σοκολατένια εμπροσθοφυλακή, που όταν την διαπεράσεις ξεχύνεται μια πυκνή ιμπεριαλιστική κρέμα, ένα γλυκό που σκάει σαν βόμβα γλυκερίνης πάνω στο αλμυρό κατεστημένο. Αυτές ήταν οι μόνες συγκρούσεις που γνώριζα. Οι επιτραπέζιες. Στοχάστηκα με τους όρους που είχα πρόχειρους και κατέληξα ότι για να εξουδετερώσεις κάθε τρομερό επιδόρπιο πρέπει να καλέσεις ένα φοβερό χωνευτικό. Συνήθως προτιμώ το λιμοντσέλλο. Όχι όμως αυτή τη φορά. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει.

     Μπομπό σημαίνει μπουρζουά και μποέμ μαζί. Πρόκειται για έναν νοστιμότατο νεολογισμό, πρωτοσυλληφθέντα το 2000 από τον συντηρητικό Καναδό συγγραφέα David Brooks, που γράφει και στους Times της Ν.Υ., καθώς έμαθα. Ανάλογοι όροι, συνώνυμοι του μπομπό, είναι «σοσιαλιστής της Σαμπάνιας» ή «του Chardonnay», ανάλογα με την προτίμηση, «Φιλελεύθερος της Λιμουζίνας», «Επαναστάτης της δερμάτινης μπερζέρας», «Αριστερό χαβιάρι» και άλλα τέτοια γευστικά οξύμωρα. Ήμουν λοιπόν ένα κομμουνιστικό προσιούτο με πεπόνι, ένα αναρχικό φράκο, που κατεβαίνει από την Κράϊσλερ για να αγοράσει τον Ριζοσπάστη. Μα, τόση υποκρισία εκ μέρους μου…

     Δεν με ενδιέφερε ποτέ πραγματικά η πολιτική. Ούτε και με ενδιέφερε να με ενδιαφέρει. Η τέχνη ήταν στην ουσία μια πρόφαση, η δικαιολογία μου, ώστε να επιτρέπεται να μην με ενδιαφέρει η πολιτική. Όμως και αυτήν ακόμα, την τέχνη, την κοιτούσα από μακριά. Για να μπορώ να μην συμμετέχω σε πορείες θα έπρεπε τουλάχιστον να συμμετέχω σε ποιητικές βραδιές. Αφού δεν ανήκα στο σώμα των διαδηλωτών, έπρεπε να ανήκω στο σώμα των ποιητών. Έπρεπε να φτιάξω μέσα στα καπνογόνα ένα αεροστεγές καταφύγιο γεμάτο με ποιητικό οξυγόνο. Τι άλλο να έκανα; Με λίγη καλή θέληση, θα αφαιρούσα όσο περισσότερη μπομποσύνη ήταν δυνατόν να αφαιρεθεί.

     Σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία, τετρακόσιες πενήντα δύο (ναι,452) ποιητικές συλλογές είχαν εκδοθεί το 2010. Η δική μου θα ήταν η τετρακοσιοστή πεντηκοστή τρίτη. Αποφασίστηκε. Θα έβαζα τα θεμέλια εκείνο το βράδυ. Αντιστεκόμενη στην λατρεία μου για τα ηδύποτα και μάλλον επειδή επιπλέον νοσταλγούσα έναν σκληροτράχηλο πρώην μου, που τον παράτησα γιατί τό’χε δίπο(ρ)το, αποφάσισα να του αποτίσω φόρο τιμής και να αρνηθώ τις ηδυπαθείς μου συνήθειες πίνοντας επιτέλους ένα σωστό ποτό, δηλαδή ουίσκι. Αν έχεις κάνει αλλαγή φίλου πρόσφατα, έχεις πάρει τέτοια φόρα που μπορείς να αλλάξεις σε μια νύχτα όλες σου τις κακές συνήθειες. Τι γίνεται όμως με τις καλές; Αυτές αποδεικνύονται πιο ανθεκτικές κι εγώ σε αυτές ήμουν εξαιρετικά επιρρεπής. Είχα φτάσει πλέον στα όριά μου. Οι ενοχές δεν με άφηναν ήσυχη. Τόση ξενερωτίλα δεν την άντεχα. Ήθελα να χωνέψω όλη τη γλύκα ανεπιστρεπτί. Μια ολόκληρη ζωή, σκέφτηκα, σφύζω από γλύκα και υγεία, στάζω μέλι και γάλα, μοσχοβολάω κρίνα και αφοδεύω φράουλες. Πρέπει να δοθεί ένα τέλος στην τυραννία του φωτός. Να δω κι εγώ λίγο σκοτάδι. Γιατί μου αξίζει. Ο κόσμος υποφέρει. Πονάει. Εγώ; Εκείνο το βράδυ ήθελα να απαλλαγώ. Από τον σεβασμό μου προς το σώμα, εκείνη την εντελώς ανεπίκαιρη υγεία μου, αυτό το χαϊδολόγημα του οργανισμού μου, τον ανηλεή ναρκισσισμό  μου… Μα, τέτοια ελαφρότητα την ώρα που όλα γύρω καταρρέουν; «Όλα καταρρέουν κι εσύ χαμογελάς; Πας καλά;» Οι φίλοι μου ανησυχούσαν.

     Τότε κατάλαβα ότι έχουν δίκιο όσοι σαρκάζουν τα ανέξοδα χαμόγελα. Πρέπει να το πληρώσεις το χαμόγελο για να σου δοθεί. Εκείνο που σου δίνεται πηγαία, το υποψιάζεσαι. Όποιος είναι δυστυχής, θα μέμφεται πάντα και δικαίως τον χαρούμενο. Πρέπει λοιπόν να αλλάξω λίγο το χαμόγελό μου, σκέφτηκα. Να το κάνω λίγο λοξό, λίγο ερωτηματικό, λίγο περιφρονητικό. Οι φίλοι δεν χρειάζονται αισιοδοξία και επικοινωνιακούς ακκισμούς, αλλά βαθιά αλληλεγγύη και συμμετοχή στον πόνο. Θα πιω ουίσκι. Πάει και τελείωσε. Θέλω να στάζω μελάσα και πίκρα, να μυρίζω ιδρώτα και κούραση, να είμαι κυνική και δυσκίνητη, μια ξύλινη μπάρα να με ενώνει με τη λήθη, σε κάθε μου φράση να ρεύομαι το τραγικό βάρος της ύπαρξης. Θέλω ποίηση. Γίνονται αυτά με λιμοντσέλλο; Ποιον κοροϊδεύω;

     Θα πιω ουίσκι. Δυο δάχτυλα καπνιστό ουίσκι. Όχι μόνο ως επίκληση στη Νύχτα που ποτέ δεν έζησα. Ούτε απλώς ως μνημόσυνο στη ζώσα μποεμία ή στον παλιό μου έρωτα. Και ασφαλώς όχι επειδή μου αρέσει το ουίσκι. Καθόλου. Εκείνο που με ενθουσιάζει είναι το καπνιστό. Ό,τι δημιουργείται μέσα σε καπνό. Ό,τι καπνίζεται. Αυτό δεν είναι (απαραιτήτως) μία πίπα. Κι επειδή βρίσκω τις μεταμορφώσεις του καπνού ονειρογόνες και συνολικά διεγερτικές, σκέφτηκα να ανάψω κι ένα τσιγαράκι. Είχα αποφασίσει να αποκοπώ από την πληκτική υγειοπάθεια, η οποία δεν είχε υποστηρίξει στο ελάχιστο την πνευματικότητά μου. Η εσωτερικευμένη φωνή της μάνας όπλισε με σθένος το ανεσταλμένο μου Υπερεγώ… «Ώστε θα ξαναρχίσεις το κάπνισμα. Τι να σου πω, παιδάκι μου…». Ενώ εκείνο το άτιμο Εκείνο, σαν βραχνή Σειρήνα με τραβούσε από το αυτί στη ζούγκλα των ενορμήσεων…«Νάνι νάνι νάνι νάνι, άφιλτρο στριφτό, σου κάνει;». Μου κάνει.

     Μια καπνιστή ατμόσφαιρα αλληλεγγύης άρχισε να ζεσταίνει το στέρνο μου. Με το ποτήρι στο ένα χέρι, το τσιγάρο στο άλλο χέρι και γύρω τα άλλα χέρια με τα άλλα ποτήρια και τα άλλα τσιγάρα, είχα γίνει μία εγώ τόσο άλλη, που καμία άλλη δεν θα μπορούσε να είναι πιο άλλη απ’ ότι εγώ. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι με αγαπούσαν ως άλλη. Ήταν ξεκάθαρο, ήμουν η νέα Ζυλιέτ Γκρεκό, μούσα των σύγχρονων (αν)υπαρξιστών, και σαγήνευα τα πλήθη με το μακρύ τσιγάρο και τη μαύρη μου περιβολή. Έπρεπε να γίνω μόνιμα αυτή η άλλη. Η αποδοχή θέλει πολλή δουλειά, αλλά ήμουν επιτέλους στο σωστό δρόμο. Η κοινωνική στάθμη των ποιητών ξεχώριζε κάπου ψηλά, ανάμεσα σε δακρυγόνα σύννεφα καπνού, ενώ εγώ την χάζευα ζηλιάρικα από την στεγνή υπόγα της ευεξίας μου. Μέσα από τα δαχτυλίδια καπνού, που άχνιζαν γλυκά από το στόμα τους, οι λέξεις πηδούσαν σαν δαμασμένα λιοντάρια. Και ήταν οι σωστές λέξεις, οι λέξεις που έψαχνα.

     Οι δικές μου λέξεις ήταν κάτι κατσιασμένα γατιά που γκρίνιαζαν αόριστα και ενοχλητικά. Οι λέξεις των ποιητών είχαν κατεύθυνση. Διαπερνούσαν σαν οργανωμένο νευρικό σύστημα τους σπονδύλους της καπνισμένης ραχοκοκαλιάς που στηρίζει το σώμα της τέχνης. Στην άυλη ράχη της έψαχνα να στηριχτώ κι εγώ. Και δεν είναι ότι επέλεξα τον εύκολο δρόμο. Είπα όχι στο ραβανί, το λιμοντσέλλο και τα εύκολα χαμόγελα. Όταν είσαι χρήστης των παραπάνω, σε κατακλύζει μια παλιακή ευωχία που είναι βάναυσο να την απαρνηθείς. Αυτό όμως το χόρτασμα δεν επιτρέπει στην πείνα της δημιουργίας να γουργουρίσει, όλα γίνονται αναπαυτικά και βελουδένια, κι εσύ, πλήρης, γράφεις ό,τι σου καπνίσει. Ενώ καπνίζοντας και πίνοντας, επιβεβαιώνεις το κενό. Το αλκοόλ το δημιουργεί, ο καπνός το εμφανίζει. Έτσι, μπροστά στο κενό, ανασυγκροτείς το μυαλό σου, ερεθίζεις τα κέντρα που εκκρίνουν πνευματίνη, ενώ έχεις πάντα έτοιμη εσωτερικότητα, ερχόμενη έξωθεν και όποτε τη θελήσεις.

     Τρία καπνιστά ουίσκι. Σωστή επανάσταση τα τρία που πήρα, πριν επιστρέψω στα βόρεια προάστια για ύπνο. Αν υπολογίσεις και τα τσιγάρα… Ήταν μια δύσκολη εκπαιδευτική βραδιά. Πριν από εκείνη τη βραδιά της μέθεξης, παρακολουθούσα από το θεωρείο μου τον κόσμο να διαδηλώνει και, ροδαλή από την έξαψη, πασπάτευα την εντυπωσιακή τριώροφη κόμμωσή μου πιπιλίζοντας ένα σιροπιαστό μακρουλό παντεσπάνι. Ξαφνικά το κεφάλι μου λύγισε από το απρόσμενο βάρος – ήταν η ενοχή που όλο και βαθύτερα φώλιαζε μέσα στα μαλλιά μου, έσκισα τις δαντέλες μου, πέταξα το παντεσπάνι μου στο λαό και πήδηξα κι εγώ ανάμεσα τους. Κατάλαβα ότι η τέχνη θέλει θυσίες. Όντως, μετά από αυτή την τελετουργική μύηση, ένιωθα ότι είχα καταφέρει να ξεριζώσω τα λουλούδια από τα αυτιά μου.

     Ήμουν ήδη ενωμένη με τους αληθινούς ρέκτες της γενιάς μου, που μούλιαζαν το συκώτι τους στο αλκοόλ, προσπαθώντας να αναστήσουν μέσα τους τον Καρούζο. Πιστεύουν μυστικά ότι θα γεννηθούν από το συκώτι του Καρούζου, όπως γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος από τον μηρό του Δία. Οι φίλοι μου, οι νέοι μπαρόβιοι ποιητές, δεν γεννήθηκαν από συκώτι, αλλά μπορεί από συκώτι να πεθάνουν. Βαρείς και ασύκωτοι. Ε, λοιπόν, ήθελα κι εγώ. Ένιωθα μυστικά δεμένη με τα όργανα ενός γίγαντα. Είχα ανακαλύψει τον ομφάλιο λώρο, που θα μου έδινε όσα στερήθηκα. Για να δημιουργήσω κάτι καλό, πρέπει να ξέρω και να πεθαίνω. Τη ζωή πρέπει να την φοβάσαι και λίγο, για να την εκτιμάς. Δεν ήθελα να είμαι πια βιολογικής καλλιέργειας, αλλά πνευματικής. Αυτό έπρεπε κάπως να το δείξω. Δεν υπάρχει καλύτερη πιστοποίηση από την νέα μου πνευματική τροφή, τον καπνό και το αλκοόλ. Ήθελα να πω σε όλους να με ξεχάσουν ως λευκό και αφράτο πρόβατο. Ξεχάστε τον αμνό του Θεού, μια κολασμένη νύχτα αυτοσουβλίστηκε από ντροπή.

     Το επιδόρπιο είχε εξουδετερωθεί. Με το στόμα μου πικρό και το αίμα μου αναρχοαυτόνομο, η επόμενη μέρα θα υποκλινόταν μπροστά μου, για να γράψω πάνω στην πλάτη της το πρώτο μου λογοτεχνικό αριστούργημα. Είχα υποτάξει τη μέρα, είχα τιθασεύσει τη λογοτεχνία και αύριο όλο αυτό θα φαινόταν. Ξεχνώντας ότι ήμουν απλά μια αυτάρεσκα ζαλισμένη μπομπό, μπομποτυλιγμένη στα ωραία μπομποπαπλώματα, αποφάσισα να κοιμηθώ καλά, γιατί την επαύριο θα άνοιγε για μένα η μεγάλη πύλη.

     Και είδα έναν εφιάλτη… Γλιστράω σε έναν φαρδύ διάδρομο έξω από τις τουαλέτες ενός μπαρ. Ανάμεσα σε δύο πόρτες, «Καπνιστών» και «Μη καπνιστών», ανάβω τσιγάρο αναποφάσιστη. Πορτιέρης των καπνιστών είναι ο Μάρκ Τουαίην, ο οποίος καπνίζει ένα μολύβι και από μέσα ακούγεται ο Καβάφης να παίζει στο πιάνο το απαγορευμένο «Τί θα γένουμε χωρίς τσιγάρο». Ο Τουαίην ανάβει και σβήνει τα μολύβια με ρυθμό. Πορτιέρης των μη-καπνιστών είναι ο πνευμονολόγος της γιαγιάς μου, Μανώλης Κάντιος. Με το που με βλέπει να καπνίζω, έρχεται και μου σκάει μια σφαλιάρα. «Καθόλου καθαρή κρίση; Das ist keine Aufklärung!» μου φωνάζει οργισμένος. Οι τύψεις με εξοντώνουν. Εκείνος παίρνει από τα χέρια μου το τσιγάρο και το δαγκώνει. Είναι τόσο εύρωστος. Τα δόντια του είναι κάτασπρα. Το τσιγάρο ξεχειλίζει λιμοντσέλλο. Μου κάνει νεύμα να μπω κι εξαφανίζεται. Τώρα δεν υπάρχουν πορτιέρηδες, μόνο κλειστές πόρτες. Είμαι απόβλητη. Κανείς δεν με δέχεται. Μια ζωή θα τη βγάλω στο καθαρτήριο.

     Με την καπνιστή γεύση της απόρριψης στο στόμα, ξύπνησα. Είχε φτάσει η ώρα. Ο ομφάλιος λώρος με τη μαμά τέχνη ήταν ακόμα συνδεδεμένος. Υπολογιστής, καφές, τσιγάρο. Η λογοτεχνία με περιμένει. Ανάβω ένα ακόμα από τα πολύ λεπτά μου τσιγαράκια και το παρακολουθώ. Στάχτη στο πληκτρολόγιο και στην οθόνη καπνός. Και μετά στάχτη και καπνός. Και ξανά στάχτη και καπνός. Και τίποτε άλλο. Περιμένω. Η στάχτη από ένα «Player’ s» του Εμπειρίκου θα ήταν πιο βαριά από όλα μου τα τσιγάρα μαζί. Κι αναρωτιέμαι… αν γράψω στίχους στο πακέτο θα θυμίζουν σε κάτι Λειβαδίτη; Αν βρω μια γόπα από τους «Δελφούς» του Ελύτη και την λατρέψω ως τοτέμ, μπορεί κάτι να γίνει και για μένα; Όχι. Το Μαντείο των Δελφών έχει κλείσει και είμαι στο έλεος του μέλλοντός μου. Ήλπιζα πως οι καπνοί θα μου φανέρωναν κάτι καλό. Ήλπιζα πως «μ’ ένα ρομαντικό τσιγάρο θα άλλαζα διάβολε/ κατεύθυνση», αλλά τα καρέλια θέλουν Καρούζο, αλλιώς είναι σκέτα κουρέλια. Τίποτα. Τίποτα. Απελπισία σκέτη. Καμία πύλη δεν άνοιξε. Τζάμπα και το χανγκόβερ. Πήρα μια τζούρα σκοτάδι, αλλά η καύτρα ήταν ένα μικρό πεφταστέρι που κατέληξε ανάμεσα στα πλήκτρα μου κι εκεί μέσα θα σβήσει. Ο καπνός δεν φτιάχνει φωτιά. Αλλά άξιζε να προσπαθήσω.

        Θα ξαναφτιάξω την τριώροφη κόμμωσή μου και θα ανέβω στο θεωρείο μου. Θα φάω τον Σολωμό μου καπνιστό. Θα παραγγείλω γλυκά. Δεν γίνεσαι Μπουκόφσκι άμα μπουκώνεσαι με πάστες, αλλά δεν πειράζει. Την επόμενη μέρα θα πάω στο γυμναστήριο. Αν η δημιουργία προϋποθέτει αυτοκαταστροφή, θα αυτοκαταστραφώ με ήλιο και οξυγόνο. Θα τα καταφέρω. Τρώγοντας βιολογικά ακτινίδια ή ακόμα και πάνω στον κυλιόμενο διάδρομο, μπορεί να μου έρθει καμιά καλή ιδέα. Πότε πότε θα νιώθω ενοχές για την ευζωΐα μου και θα πίνω κανένα σοβαρό διαβρωτικό ποτό παρέα με τη σκληρή διανόηση. Αναποφάσιστη ανάμεσα στις δύο πόρτες, θα λατρεύω εναλλάξ το διοξείδιο και το οξυγόνο. Αυτό μου ταιριάζει. Μόνο ένα πράγμα θα μείνει σταθερό. Ο καπνός. Αντί να κόψω το κάπνισμα, προς το παρόν θα κόψω το γράψιμο. Ίσως κανένα εμπνευστικό βράδυ, από εκείνα που αναδεικνύουν οι φλεγόμενοι κάδοι της πόλης, μια χορτασμένη μπομπό να ονειρευτεί ότι βγάζει κι αυτή συννεφιασμένα κυκλάκια από τα χείλη της, πλούσια και ταραγμένα, όπως εκείνα των χαμένων ποιητών. Αυτών των θεοζώντανων νεκρών, που μας στοιχειώνουν με τις λέξεις τους, μας φαρμακώνουν με τον βίο τους κι ύστερα γίνονται καπνός.

 Μ.Γ.

Μάρτιος 2011

(Δημοσιεύτηκε στο AcidartΜάρτιο του 2011)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s