Σαδιστικά βερίκοκα

Σαδιστικά βερίκοκα

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό UNFOLLOW

τον Σεπτέμβριο του 2012

.

Άνθρωπος με κεφάλι σε σχήμα χαρτοφύλακα μπήκε αεράτος. Ξαμολήθηκε στον πολύχρωμο κόσμο των συντηρητικών με πρωινή αμφίεση Σαββάτου. Αποφασισμένος, τούτο το Σαββατοκύριακο, να μην τον απασχολήσει τίποτα που να ανήκει στην τάξη της γραβάτας, χθες βράδυ την εξόρισε στο κάτω-κάτω-πέρα-πέρα-άκρη-άκρη συρτάρι της ντουλάπας. Παρομοίως αφαίρεσε από το κινητό του την επικοινωνιακή θηλιά, το γόρδιο χαντς-φρι που δένει ύπουλα τα χέρια των αθώων. Αντιθέτως, φόρεσε ένα χαϊμαλί με κόκκινες και γαλάζιες χάντρες, που του είχε πάρει η Λόλα πέρσι στην Αμοργό και που δεν του πηγαίνει καθόλου-μα-καθόλου και ένα ζευγάρι κίτρινες σαγιονάρες. Ο άνθρωπος με κεφάλι σε σχήμα χαρτοφύλακα κάνει ό,τι μπορεί για να απαλλαγεί από το οικείο του προφίλ.

Έκλεισε ήδη μία χαϊμαλοφορεμένη ώρα στο σούπερ-μάρκετ σπρώχνοντας ένα καρότσι ανορθόδοξα άδειο. Εξήντα ολόκληρα λεπτά πηγαινοέρχεται στους διαδρόμους κι ανταλλάσσει κενά βλέμματα με τα φορτωμένα ράφια. Σε ένα σιελώδες μουρμουρητό επιπλέουν επιχειρηματικά πλάνα, ενώ εταιρικοί απολογισμοί τού στεφανώνουν τα μαλλιά. Βασανιστικά σαγιοναροσερνάμενος, με μάτια ετοιμοπόλεμα και τρύπια σαν απόχες ενεδρεύει κοντά στα σαμπουάν και τα γιαούρτια μήπως φτεροκοπήσει από πίσω καμιά σπάνια ιδέα, οι βολβοί να την αρπάξουν και να την καρφιτσώσουν στα φαιά τοιχώματα του μυαλού σαν πεταλούδα. Κάπως έτσι γεμίζει βραχύβιες ιδέες ο εγκέφαλός του, ενώ ο φαλλός του φωλιάζει εντελώς ανίδεος σαν κάμπια στη χαβανέζικη βερμούδα, σε θέση τελευταία κι έχοντας ξεχάσει πλήρως τι εστί βερίκοκο.

Είναι αλήθεια ότι ο άνδρας προσπαθεί. Πλην όμως δύο τερατώδεις μάζες ενοχής εκτοπίζουν τις ψυχικές του ανάγκες και καταβροχθίζουν ό,τι χαβανέζικο μπορεί να κουβαλάει ο χαρτοφύλακάς του. Η πρώτη, τέρας κοντόφθαλμο και υπολογιστικό, στρέφει το ενδιαφέρον του στη λίστα του σούπερ-μάρκετ και πασχίζει να του γεμίσει το καρότσι. Είναι εκείνη που κρατάει την νεοσυσταθείσα εταιρεία του σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο. Αυτός, την ονομάζει Επιβίωση. Το δεύτερο τέρας είναι ψηλό σαν νεοϋορκέζικος ουρανοξύστης, άπιαστο και πειστικό σαν αιώνια υπόσχεση, σαγηνευτικό σαν μυθική βασίλισσα πορνό. Τα μέλη του ξεπροβάλλουν θεσπέσια μέσα απ’ το καροτσάκι του πρώτου τέρατος κι έτσι ο δυστυχής, εκεί που ψάχνει το διάδρομο με τα ζυμαρικά, τρώει στο κεφάλι μια ζαρτιέρα με στρας. Αποσυντονισμός. Το τέρας αυτό το λέει Όραμα και, παρότι διεγερμένο εκ του φυσικού του, τα τελευταία τρία χρόνια ζει σε κατάσταση αναβολής και σε αμφίθυμη σχέση με την Επιβίωση.

Ο άνδρας δεν έχει πάρει σχεδόν τίποτα. Σπρώχνει γελοιωδώς το άδειο καρότσι. Μέσα έχει μόνο μια ζελατίνα με αποξηραμένα βερίκοκα. Λειψό καρότσι, κατάντησες δουλική χειράμαξα για μια παρέα αφυδατωμένων όρχεων. Καρότσι. Δουλεία. Όρχεις.

Προσπαθεί να προσεγγίσει το ταμείο, αλλά αποδεικνύεται δυσκολότερο απ’ όσο φανταζόταν. Ο διάδρομος με τα κατεψυγμένα είναι φρακαρισμένος από ένα ζευγάρι που μαλώνει. Στον διπλανό διάδρομο έχει στηθεί ένα περίπτερο προμόσιον μπίρας και δύο αναδυόμενες Αφρογδύτες προτείνουν γευστικές δοκιμές απειλώντας την ηρεμία του καβάλου του. Εντάξει Λολάκι, ούτε καν τις κοίταξα, θα πάω απ’ την άλλη. Στον διάδρομο με τα χαρτικά κάτι παιδάκια κάνουν ζημιές τσιρίζοντας κι έχουν σκορπίσει λαδομπογιές παντού. Τι χαριτωμένα. Κι ο άντρας καταριέται τη λίστα της Λόλας και μάχεται να προσεγγίσει το ταμείο. Παλεύει, σπρώχνει, ψάχνει δίοδο αλλά τίποτα, έχει αρχίσει να ιδρώνει κι οι κίτρινες σαγιονάρες του γλιστρούν σαν Βρετανού τουρίστα στο λιθόστρωτο της Ίου. ΊουΊου.

Το καρότσι τον καθιστά δυσκίνητο. Αποφασίζει να το εγκαταλείψει. Θα γλιτώσω. Μια ηλιαχτίδα που χώθηκε από άγνωστο μέρος τού σουβλίζει το δεξί μάτι. Θα σας γλιτώσω. Σηκώνει μαλακά στα χέρια του τα αποξηραμένα βερίκοκα, φασκιωμένα μέσα στην ζελατίνα τους, προστατευμένα από ζέστη κι έντομα και τρέχει προς το ταμείο. Τρυφερά βερίκοκα, υπήρξατε άλλοτε ζουμερά με μωρουδίσια επιδερμίδα κι από τη γλύκα σας οι γλώσσες αγαλλίαζαν˙ το γήρας σάς πρόλαβε, επενδύθηκαν οι χυμοί σας σε μια παράταση ζωής όλο ρυτίδες. Καρότσι. Δουλεία. Όρχεις.

«Αυτό παρακαλώ». «Μόνο;» «Τι κοιτάτε κυρία μου;» «Ελάχιστη κατανάλωση δέκα τεμάχια, κύριε». «Δεν κατάλαβα. Από πού κι ως πού;» «Από ‘κεί μέχρι εδώ». «Θέλω να πληρώσω ΤΩΡΑ». «Δεν γίνεται, κύριε, δεν έχετε πάρει αρκετά». «Δεν σας καταλαβαίνω». «Δέκα τεμ..» «Πολύ καλά, δεν παίρνω τίποτα». «Πού πάτε, κύριε, δεν μπορείτε να φύγετε! Ασφάλεια! Ασφάλεια!» «Σας παρακαλώ, δεν είναι δυνατόν, δεν θέλω τίποτα, θέλω να φύγω!» «Δέκα τεμάχια ελάχιστη κατανάλωση είναι το ΕΞΙΤΗΡΙΟ σας». «Α καλά, δεν παίζεστε εδώ μέσα. Νά, ορίστε, δείτε, έχει περίπου δέκα βερίκοκα μέσα στη συσκευασία». «Πάτε να με ξεγελάσετε, κύριε. Δέκα τεμάχια ΧΩΡΙΣΤΑ μεταξύ τους!»

Ο άνδρας σχίζει την ζελατίνα και αφαιρεί δέκα αποξηραμένα βερίκοκα. Σκωπτικά, με χέρια που τρέμουν, τα τοποθετεί ένα-ένα μπροστά στην ταμία. Παίζει νευρικά με το χαϊμαλί του. Τον κοιτάζει βλοσυρή. Εκείνος διαβάζει πεντακάθαρα την περιφρόνηση στα φρύδια της. Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι, σε καμιά παραλία γυμνιστών; Φτούσου που μου ντύθηκες και χίππις! Δεν κοιτάς να πληρώσεις τους γραφίστες και την πρότζεκτ μάνατζερ, αντί να φαντασιώνεσαι ότι είσαι πρόεδρος του ΣΕΒ; Πάρε πρώτα καμιά φακή να τη βγάλεις φτηνά, πάρε και προφυλακτικά μην σου κάνει κανένα κουτσούβελο η Λόλα… τι θα το ταΐζεις μωρέ, γραβάτες; Γιαποχίππι, ε γιαποχίππι! Είναι εξαντλημένος. Από τα τέρατα που τον ροκανίζουν, από τις προσδοκίες που έχει η ταμίας απ’ αυτόν, από την ελπίδα που δεν τον εγκαταλείπει, από την προσπάθεια να βγάλει τον χαρτοφύλακα απ’ το κεφάλι του. Κρατάει την ψυχραιμία του και σε τόνο βραδυφλεγούς υστερίας την ρωτάει πόσο κάνουν τα δέκα ξεχωριστά αποξηραμένα βερίκοκα. Προσπαθεί να είναι ένας ανέμελος είρων. Τον προειδοποιεί ότι αν δεν πάρει άλλα εννιά προϊόντα δεν θα ξαναδεί το φως της μέρας. Ο τοκετός της υστερίας αναβάλλεται. Ξεπροβάλλει το κεφάλι του τρόμου. Η ταμίας σοβαρολογεί. Τα φρύδια της σοβαρολογούν. Το σουφρωμένο περίγραμμα των χειλιών της το επιβεβαιώνει. Κοιτάζει πίσω. Συνωστίζεται κόσμος. Όλοι κρατούν ελάχιστα ψώνια. Οι διάδρομοι έχουν αρχίσει να πήζουν. Κόσμος μπαίνει, κανείς δεν βγαίνει. Τι συμβαίνει. Τι συμβαίνει.

Υποχωρεί. Η σαγιονάρα του γλιστράει πάνω σε ένα σωληνάριο με λαδομπογιά. Πέφτει στο πάτωμα με πάταγο. Μένει ξαπλωμένος σαν τομάρι. Τώρα ξέρει˙ αν φορούσε τα παπουτσάκια του με τα κορδονάκια του κι είχε ακολουθήσει τη λίστα, θα είχε φύγει κύριος. Θέλει να κλείσει τα μάτια. Θέλω. Θέλει να σκεφτεί ότι είναι έξω και περπατάει στο πεζοδρόμιο. Θέλω. Θέλει να σκεφτεί ότι βρίσκει μπροστά του μια βερικοκιά˙ ότι τεντώνεται και κατεβάζει ένα κλαδί φορτωμένο. Να σκεφτεί πως κόβει ένα βερίκοκο και το βάζει στο στόμα του. Αχ. Ότι η γεύση γλυκαίνει μέχρι και τ’ αυτιά του και τον παρασύρει μακριά από κάθε πλεόνασμα επιβίωσης. Θέλει να σκεφτεί ότι πηγαίνει εκεί όπου τα στήθη της Λόλας μυρίζουν καλοκαίρι κι οι ανάγκες του είναι συμπυκνωμένες στο σώμα ενός βερίκοκου. Αλλά δείχνει να μην τα καταφέρνει. Δείχνει να μην τα καταφέρνει να μην τα καταφέρνει μην τα καταφέρνει. Τα καταφέρνει.

Ο χαρτοφύλακας του ανοιχτός ξερνάει σμήνος πεταλούδων στην κρύα κλεισούρα. Μια κίτρινη πεταλούδα γυροφέρνει ένα σαμπουάν προσπαθώντας αφελώς να το γονιμοποιήσει.

Μ.Γ.

Αύγουστος 2012

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s