*Γκαουντί, ισορροπιστής

 Γκαουντί

ο μέγας ισορροπιστής

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αξία», 01/10/11)

          «Τα πουλιά έχουν φτερά για να πετάνε», εξήγησε ο δάσκαλος στα παιδιά της επαρχιακής πόλης Reus στην Καταλονία. «Τα κοτόπουλα όμως, τα οποία δεν πετάνε, έχουν φτερά για να ισορροπούν», εξήγησε ένας μικρός, ονόματι Antoni Gaudi, στον δάσκαλο και στους συμμαθητές του, που ενδέχεται να κατέληξαν στα πρώτα τους συμπεράσματα περί ισορροπίας αρκετά χρόνια αργότερα. Ο μικρός Αντόνι όμως, ο μετέπειτα Δον Αντόν, ο «τρελός», η «αναντικατάστατη ιδιοφυΐα», ο υποτιμημένος κι αργότερα αγιοποιημένος «Δάντης της αρχιτεκτονικής», ο γεννημένος ισορροπιστής που πλειστάκις χλευάστηκε ως ανισόρροπος, όταν απουσίαζε από το σχολείο εξαιτίας της αρθρίτιδας που τον ταλαιπωρούσε από νεαρή ηλικία, έμενε στο σπίτι του παππού του και παρατηρούσε τον Κόσμο στον κήπο. Όχι τον κοσμάκη, αλλά τον άλλο, τον ανεξάντλητο. Τον κόσμο της φύσης. Το «world of warcraft» δεν υπήρχε στα τέλη του 19ου κι έτσι υπήρχε χώρος για world of Art & Craft. Μαγεμένος από τις μέλισσες, από τα λουλούδια, από τα σχήματα, τα χρώματα και την υποψία των δομών της φύσης, ο μικρός Γκαουντί κοιτούσε παντού, αλλά κυρίως ψηλά στα σύννεφα.

Ανολοκλήρωτο μεγαλείο

          Αφετηρία του κόσμου της τέχνης είναι η παρατήρηση, ενώ φαίνεται πως στην τέχνη που διαρκεί, δεν υπάρχει τέρμα. Μεγάλα έργα που κάποτε ξεκίνησαν, ακόμα δεν έχουν τελειώσει, ενώ ενδέχεται να παραμείνουν ατελείωτα. Ένα παράδειγμα είναι το ιερό προσκύνημα της αγίας τουριστικής βιομηχανίας, ο αναπάντεχος ναός της Σαγράδα Φαμίλια – αναπάντεχος, πρώτον, γιατί ποτέ δεν περιμένει κανείς ότι θα αντικρίσει στη ζωή του κάτι τέτοιο και δεύτερον, γιατί η εκπληκτική και θορυβώδης του όψη, κατά κάποιον τρόπο, δεν αντέχεται. Δεν τον άντεξε ο ψυχρός Όργουελ, δεν τον άντεξε ο θερμός Πικάσσο. Η Σαγράδα Φαμίλια ξεπερνάει κάθε προσδοκία και κάθε οπτικό προηγούμενο ακόμα και για τον εκπαιδευμένο θεατή. Ξεκίνησε το 1883, ρούφηξε τον δημιουργό της στις κατακόμβες, όπου τον κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του (1926), κι έπειτα από λίγες δεκαετίες παύσης εργασιών, το 1952 ξανάρχισε, με τη συμβολή των συνεχιστών του μεγάλου πρωτομάστορα, που ακολουθούν έκτοτε όσες σημειώσεις του διασώθηκαν από τη φωτιά του ’36 καθώς και τις μακέτες του, που περιέχουν, καθώς λέγεται, το DNA του κτιρίου.

        Αυτό το μεγαλειώδες έργο, που μοιάζει με νωπή άμμο που γλίστρησε μέσα από τις παλάμες του Θεού, του ελεήμονος και απροσμέτρητου Θεού του Γκαουντί, στέκει, εντελώς ψυχοτρόπο και ανοίκειο, ως φυσική προέκταση της γης και ταυτόχρονα του ουρανού. Κι αν ακόμα ο θεατής του έχει επιστημονικές αξιώσεις που ανατέμνουν ορθολογικά τα ανεξήγητα, αυτές δεν θα τον εμποδίσουν να φανταστεί πως ένας επουράνιος σταλακτίτης, στάζοντας αργά, θεμελίωσε κι ανόρθωσε έναν σταλαγμίτη 170 μέτρων, μέχρι που ενώθηκε μαζί του πάνω στη γη της Βαρκελώνης, σ’ αυτό το νεογοτθικό και σπηλαιώδες μόρφωμα, σε μια ζωντανή παραβολή εξαγνισμού και αποθέωσης. Το αποτρόπαιο αριστούργημα ταίριαξε ιδανικά στα ιδανικά της μαζικής κουλτούρας, μπήκε σε καρτποστάλ και κυριολεκτικά μάγεψε κάθε τουρίστα. Δεν παύει όμως να είναι συγκλονιστικό και, τολμώ να πω, δεν συνηθίζεται με τίποτα. Δεν χωράει στις φωτογραφίες ούτε στην τηλεόραση. Δεν χωράει καλά-καλά στη συνείδηση. Τα οραματικά δέντρα που φύτεψε ο Γκαουντί καρποφορούν ακατάπαυστα από τότε. Γιατί;  Διότι ο κηπουρός τους πίστευε πως «δάσκαλος μου είναι το δέντρο»… κι αυτή η διδαχή πιάνει ρίζες βαθιά.

Τα νεκρά κτίρια

          Μιας που δεν είμαι αρχιτέκτων, δεν έχω τα απαραίτητα κριτήρια για να αναλύσω ή να υποπτευθώ τα τεχνικά μυστικά. Μπορώ όμως να διακρίνω ότι υπάρχουν κτίρια που είναι νεκρά και άλλα που ζουν και θα ζουν στους αιώνες. Ζώντας στην πόλη των Αθηνών, που χαρακτηρίζεται από αρχιτεκτονική μιζέρια και ταυτόχρονα εντυπωσιάζει με τον αναξιοποίητο (παρ’ ότι ανυπέρβλητο) πολιτισμικό πλούτο της, ενώ τα σύγχρονα αρχιτεκτονικά της τοπόσημα λάμπουν διά της απουσίας τους, αναζητώ με ειλικρινή ενθουσιασμό και αγωνιώδη ελπίδα ένα όμορφο κτίριο να με εκπλήξει. Ο Παρθενώνας είναι πάντα ένα καταφύγιο. Όμως πόσους αισθητικά εξοντωμένους Αθηναίους μπορεί να θεραπεύσει η όψη της Ακρόπολης; Κάποια στιγμή σταματάμε να βλέπουμε αληθινά, ίσως διότι η όραση συνηθίζεται γρήγορα και άρα ξεχνιέται γρήγορα, ίσως πάλι λόγω κάποιου εξελικτικού μηχανισμού αυτοάμυνας. Είναι γνωστό τοις πάσι: το ελενίτ γεννιέται νεκρό και η θέα του πληγώνει.

          Όσοι προσπαθούμε να ανανεώνουμε την όρασή μας ώστε να παρατείνουμε την διαύγειά της, ανησυχούμε. Τα κλασικιστικά κτίρια της Αθήνας είναι οπωσδήποτε φωτεινές χαραμάδες στο χτισμένο σώμα της πόλης. Ο μοντερνισμός, πάλι, δεν βοήθησε στο body-building κι έχει αφήσει την πόλη σχεδόν ανέπαφη. Όταν χτίστηκε το Χίλτον το 1963 θεωρήθηκε ύβρις (στους θεούς του Ολύμπου;), τόσο για τα «ορνιθοσκαλίσματα» του Μόραλη, όσο και για το ύψος των 54 μ., το οποίο εξελήφθη ως πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού απέναντι στην Ακρόπολη… Το Χίλτον λοιπόν μας ενόχλησε. Μετά το συνηθίσαμε. Πρόσφατα το νέο Μουσείο της Ακρόπολης τάραξε τους πάντες. Θεωρήθηκε ότι με το μέγεθος και την έκτασή του απειλεί τα νεοκλασικά και τα Αρ-ντεκό κοσμήματα της Δ. Αρεοπαγίτου, ενώ με τα υλικά και την αυστηρή αισθητική του απειλεί την συνέπεια της αρχαίας πολιτιστικής κληρονομιάς που το περιβάλλει. Έτσι στο νέο Μουσείο ξαναείπαμε όχι. Αυτό ακόμα δεν το έχουμε συνηθίσει.

         Το στέγαστρο Καλατράβα, το οποίο οι βρετανικοί Times χαρακτήρισαν ως το μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό επίτευγμα στη νεότερη Ελλάδα, επίσης μας ξίνισε. Δεν χρησιμοποιώ πληθυντικό ευγενείας, βάζω πράγματι και τον εαυτό μου στους ξινισμένους. Είναι βέβαια γεγονός ότι τελικά όλα τα παραπάνω έγιναν, παρά την αντίσταση στο σύγχρονο και το ξενοφερμένο. Ας έχουμε όμως κατά νου πως η ζωή, αν και δεν ταυτίζεται με την επιβίωση, την προϋποθέτει. Αυτή η διάκριση ταιριάζει και στα κτίρια. Το στέγαστρο Καλατράβα τρίζει από το 2004 εξαιτίας προβλημάτων στις συγκολλήσεις του μετάλλου… Τώρα (καλα)τράβα να βρεις συντηρητές που να επιδιορθώσουν το απόκτημα των 45 δις δρχ, για να επιβιώσει. Τρίζει μαζί και ο τάφος του Γκαουντί.

Θεία Λειτουργία

            Τι σχέση έχει ο Γκαουντί με όλα αυτά; Από την «κοιλιά του αρχιτέκτονα» γεννήθηκαν μερικά αριστουργήματα της παγκόσμιας κληρονομιάς. Ο καταλανικός μοντερνισμός έχει να επιδείξει, με τον Μοντανέρ και τον Καδαφάλχ να ξεχωρίζουν, πολύ σημαντικούς αρχιτέκτονες, με τους οποίους ο Γκαουντί μοιράζεται την επιρροή του βρετανικού κινήματος Arts & Crafts του Γουίλλιαμ Μόρρις και την αγάπη στον διάκοσμο. Όμως δεν είναι λίγοι οι εκπρόσωποι συνολικά του μοντερνισμού, που ύψωσαν τα δείγματα της ιδιοφυΐας τους στις πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής. Ο Λε Κορμπυζιέ, ο Γκρόπιους (που θαύμαζε τον Γκαουντί, παρά το στυλιστικό χάσμα), ο Λόος (πολέμιος της Αρ Νουβώ, που έγραψε το περίφημο «Στολίδι και Έγκλημα»!), ο Ράιτ, είναι μονάχα μερικοί από αυτούς. Είναι όλοι φονξιοναλιστές…

       Θα φανεί τραβηγμένο κι όμως, ο Γκαουντί είναι με έναν τρόπο φονξιοναλιστής (μια ακραία παραλλαγή), διαπίστωση εκπληκτική αν σκεφτεί κανείς ότι οι φονξιοναλιστές αγαπούν τη μορφική λιτότητα. Πιο πολύ όμως από τη λιτότητα αγαπούν τη λειτουργικότητα και, ως προς αυτό, ο Γκαουντί ήταν μοναδικός… Βαθιά παρατηρητικός λάτρης της φύσης, δεν αρκείτο να αναπαραστήσει μόνο τα στολίδια της, αλλά επιθυμούσε να μιμηθεί τη μηχανική της. Τα κτίρια του, απολύτως «φιλικά στον χρήστη», παρ’ ότι εξωτερικά δείχνουν σαν να πρόκειται να λιώσουν, στηρίζονται από καινοτόμους μηχανισμούς που εξασφαλίζουν τέλεια σταθερότητα. Για τον Γκαουντί η σωστή λειτουργία ενός κτιρίου δεν ήταν απλώς προτεραιότητα, ήταν Θεία λειτουργία.

Νοσταλγία και Προσδοκία

             Είναι ιλιγγιώδης η περιπλάνηση στο Αρ-νουβώ, στον Καταλανικό μοντερνισμό, στον Γκαουντί. Για κάθε κτίριο αξίζει να ιδρυθεί ένας νέος τομέας στην… αστρονομία. Πρόκειται για πρωτοεμφανιζόμενα αστ(ρ)ικά φαινόμενα, που οπωσδήποτε δεν χωράνε σε δυο σελίδες. Το ερώτημα είναι «πού χωράνε;». Κάποιος θα έλεγε ότι στις σύγχρονες πόλεις δεν χωράνε ουτοπίες. Εκείνος που θα το έλεγε δεν θα είχε επισκεφτεί τη σύγχρονη Βαρκελώνη. Εκεί δεσπόζουν τα φαγώσιμα, κατά τον Νταλί, έργα του Γκαουντί, που πατούν με τους μισούς στύλους στην παράδοση και τους άλλους μισούς στην πρωτοπορία και θεμελιώνονται όλα ανεξαιρέτως στις τρεις μεγάλες του αγάπες: τη φύση, την πατρίδα, τον Θεό. Από αυτές τις πολιτισμικές ρίζες φυτρώνει ένα αλλόκοτο βλάστημα από ξύλο, κεραμίδι, γυαλί, σίδερο, πορσελάνη, πέτρα, τούβλο, πηλό, σύρμα, μια υλοποιημένη μυθοπλασία που ανανεώνει τις γοτθικές δομές και φέρνει σε συμφωνία τα ανατολίτικα στοιχεία της ισπανικής, περσικής, ινδικής, ιαπωνικής κουλτούρας με το γοτθικό στυλ και τη νατουραλιστική εξωστρέφεια.

            Τέτοιες ουτοπίες θα τις χρειαζόταν η καθηλωμένη μας Ελλάδα. «Η αρχιτεκτονική είναι ένα μίγμα νοσταλγίας και ακραίας προσδοκίας» σύμφωνα με τον Μποντριγιάρ. Η καταλανική παράδοση ανάβλυζε από την ψυχή του Γκαουντί, μαζί με την λεγόμενη añoranza. Η λέξη αποδίδει ειδικά την καταλανική νοσταλγία για την πατρίδα. Ξέρουμε κι εμείς τι σημαίνει φανατικός πατριωτισμός και νοσταλγία, αλλά η ελληνική añoranza φαίνεται ότι αδυνατεί να πάρει αξιόλογη αισθητική μορφή. Η νοσταλγία και μαζί το άχθος της κληρονομιάς κράτησε το κεφάλι μας στραμμένο στο χθες και δεν είχαμε ποτέ ακραίες προσδοκίες για το αύριο. Ο Γκαουντί μελέτησε κάθε λεπτομέρεια (και την απέδωσε με ανατριχιαστική ποικιλία) της αισθητικής άλλων πολιτισμών. Δεν φθονούσε ούτε περιφρονούσε τους άλλους πολιτισμούς, αντίθετα διδάχθηκε από αυτούς, ενώ δινόταν ολόκληρος στην ανανέωση του καταλανισμού. Ταυτόχρονα, τόλμησε το αισθητικά ακραίο, ποτέ όμως το πρόχειρο, ποτέ το ασεβές, ποτέ το εύκολο.

 

Serendipity

           Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αγγλική λέξη, η οποία ταιριάζει στην κατάσταση όπου περιέρχεται ο περιπατητής της Βαρκελώνης όταν συναντήσει ένα από τα εξωτικά παραμύθια του Γκαουντί να στέκει ανάμεσα στα πιο συμβατικά κτίρια του άστεως. Η λέξη serendipity. Τη σημασία της εξηγεί ο Μποντριγιάρ στη συζήτησή του με τον Ζαν Νουβέλ περί αρχιτεκτονικής στο βιβλίο «Τα μοναδικά αντικείμενα» (εκδ. futura) ως εξής: «το να ψάχνεις κάτι και να βρίσκεις κάτι εντελώς διαφορετικό». Πρόκειται για όρο που προέρχεται από τα σανσκριτικά και στην ινδική ιερή γραμματεία αποδίδει την «σοφία».

          Ο τουρίστας είναι σπανίως σοφός και σπανίως απληροφόρητος. Οι άπειρες γνώσεις που αποκομίζουμε από τα βιβλία τέχνης και από τους οδηγούς, πριν ακόμα επισκεφτούμε μια πόλη, αποτρέπουν την serendipity. Η όψη των κτιρίων του Γκαουντί στους δρόμους της πόλης, της Casa Batlló, της Pedrera, του Παλατιού του Eusebi Güell (του αχώριστου μαικήνα του), αλλά και των αριστουργημάτων λίγο έξω από τη Βαρκελώνη, θα ήταν ακόμα πιο απρόσκλητη, ακόμα πιο εκπληκτική. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να έχεις κοιτάξει τις εικόνες τυπωμένες, όταν σταθείς δίπλα στις καμινάδες από trencadís στην ταράτσα της Pedrera, στο κλιμακοστάσιο-ωκεανό της Batlló ή στην κορυφή του πάρκου Güell, τότε το μάτι σου γίνεται ένα με τις καμπύλες και νιώθεις ότι η πραγματικότητα μπορεί, κάποιες σπάνιες φορές, να είναι πιο φανταστική από κάθε φαντασία.

Θεραπευτής

          Τελευταία στην εφημερίδα Guardian κυκλοφόρησε μια πληροφορία για τον Γκαουντί. Λέγεται ότι συμμετείχε σε ένα πρώιμο είδος εργασιοθεραπείας μέσω της τέχνης, που εφαρμόστηκε στο ψυχιατρείο Sant Boi (1854) και ανήκε στα πρώτα που αντιμετώπισαν τις ψυχικές ασθένειες ως ασθένειες και όχι ως αποδείξεις δαιμονισμού ή Θείας τιμωρίας. Οι ασθενείς δούλευαν μαζί με τον Γκαουντί στον κήπο του ιδρύματος, δοκιμάζοντας ιδέες που αργότερα υλοποιήθηκαν στο πάρκο Güell και στη Σαγράδα Φαμίλια.

     Αν και δικτυωμένος από νωρίς στα μεγάλα σαλόνια της Βαρκελώνης, με υψηλές γνωριμίες και αμίμητη αποτελεσματικότητα στη νομιμοποίηση του πλούτου της υψηλής μπουρζουαζίας με τον σχεδιασμό πλουσιοπάροχων εκκεντρικών κατοικιών, επιθυμούσε να προσφέρει στους αδύναμους περιβάλλοντα μέθεξης στην ομορφιά της ζωής και, φυσικά, της πίστης. Η Colonia Güell προοριζόταν για εργατική συνοικία, όπου οι εργάτες θα απολάμβαναν ευνοϊκές κοινωνικές συνθήκες, χορηγούμενες πολιτιστικές δραστηριότητες, δάση, κήπους και ναούς. Güell και Γκαουντί είχαν τόσο συγγενές όραμα, ώστε την θεραπευτική όψη που χάρισε ο Γκαουντί στη Βαρκελώνη, η πόλη την χρωστάει αναμφίβολα στον Güell.

 

Απόδραση στην ουτοπία 

          Από το όργιο των διαφορετικών υλικών και των ετερόκλητων επιδράσεων, γενιέται ένα συμβολιστικό σύμπαν τόσο απότομα ομιλητικό, που λειτουργεί σαν μια πράξη βίας. Αυτή η απρόβλεπτη επικράτηση στο οπτικό πεδίο είναι τρομαχτική σαν ορμητικό φιλί από μια υπερβολικά εντυπωσιακή γυναίκα. Ωστόσο αν η Casa Batlló ήταν γυναίκα, πιστεύω ότι θα ήταν μια ηρωίδα του Πόε στη χώρα των θαυμάτων.

            Μια τέτοια εμφάνιση, φανταχτερά ορατή, μπορεί να εξασφαλίσει την εξαφάνιση, την απόδραση, το πέρασμα από το πραγματικό στο φανταστικό. Το διαισθανόμαστε όταν περνάμε μάντρες από σιδερένια φοινικόφυλλα, χτυπάμε το ρόπτρο πάνω στο σιδερένιο έντομο, παρακάμπτουμε δράκους, και επιτέλους στεκόμαστε ενώπιον μιας οφθαλμαπάτης που μας πείθει πως είναι αληθινή. Εισχωρούμε όλο και πιο βαθιά στους θαλάμους της φαντασίας, που είναι στρωμένοι με πολύχρωμα μωσαϊκά, πέτρινες συστάδες μανιταριών, πορσελάνινα ηλιοτρόπια, φως χωρίς όρια, αλλά και κελάρια χωρίς φως και απειλητικές σαύρες και σιδερένιες κρύπτες. Είναι ο μοναδικός τόπος στον οποίο μπαίνοντας, μπορούμε να βγούμε. Εισερχόμαστε στο αλλού, στο σπίτι μιας αισθητικής και μεταφυσικής(;) απόδρασης.

         Δεν θα απογειωθούμε, είναι διαπιστωμένο. Όμως, σαν ζαλισμένα κοτόπουλα θα χρησιμοποιήσουμε τα φτερά της φαντασίας, της προσδοκίας, του ενθουσιασμού, για να ισορροπήσουμε στην πραγματικότητα. Αυτά τα φτερά μας δίνει ο Γκαουντί και είναι ανεκτίμητα.

Μ.Γ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s