*Η τέχνη ως απειλή… Μέρος Β΄

 

Η τέχνη ως απειλή &

οι μεταμορφώσεις της εικονομαχίας

 

Μέρος Β΄

(Δημοσιεύτηκε στην ΑΞΙΑ, 26.05.12)

Η ιστορία καταστροφής των έργων τέχνης είναι παράλληλη με την ιστορία της δημιουργίας τους. Ο δημιουργός είναι ο πρώτος που καταστρέφει το έργο του, είτε επειδή δεν του αρέσει είτε στην προσπάθειά του να το τελειοποιήσει. «Το άγνωστο αριστούργημα», η περίφημη νουβέλα του Μπαλζάκ (1831), περιγράφει ακριβώς την αέναη προσπάθεια του καλλιτέχνη να τελειοποιήσει το έργο του, έχοντας ως συνειδητό ή ασύνειδο σκοπό να αποδώσει ακριβώς ή και να ξεπεράσει σε ακρίβεια την πραγματικότητα. Όπως ο μάστορας Φρενχόφερ συνεχίζει να «βελτιώνει» το έργο του μέχρι που καταλήγει σε μια σύνθεση δυσανάγνωστη κι από εκεί οδηγείται στην απόγνωση, έτσι και ο Σεζάν, ο Τζιακομέτι, ο Σουτίν, ο Γουίστλερ, ο Ρουώ και άλλοι, βίωναν το αγωνιώδες συναίσθημα ότι αφήνουν διαρκώς ημιτελές κάτι που στην πραγματικότητα, όσο κι αν το δούλευαν, δεν είχε σκοπό να τελειώσει ποτέ.

 

Η περίπτωση Τζιακομέτι

 Για τον Αλμπέρτο Τζιακομέτι η ίδια η δημιουργία ενός πορτραίτου ήταν ταυτισμένη με την καταστροφή του. Με μια καταστροφή σταδιακή, κατά την οποία χρησιμοποιούσε κάθε προηγούμενο στάδιο ως βάση για το επόμενο, με αποτέλεσμα ένα παλίμψηστο (μοναδικής δεξιότητας) χωρίς ορίζοντα ολοκλήρωσης. «Αυτό που είναι ιλιγγιώδες είναι ότι δεν είναι καν μια αρχή και ποτέ δεν θα είναι» λέει ο Τζιακομέτι κοιτάζοντας έναν πίνακά του. Στο βιβλίο «Ένα πορτρέτο του Τζιακομέτι» (μετ. Έφη Μάνου, εκδ. Σμίλη, 1991) γραμμένο από τον φίλο του καλλιτέχνη James Lord, ο οποίος του πόζαρε το 1965, καταγράφεται, με κρυστάλλινη καθαρότητα και άμεση γλώσσα, η τρομερή αμφιθυμία του Τζιακομέτι απέναντι στα έργα του. Ο μηδενισμός και η ανάγκη για την υπέρβασή του, είναι μια μάχη που δίνεται καθημερινά μπροστά στο τελάρο.

Περίπου σε κάθε σελίδα εμφανίζεται ο καλλιτέχνης να αναφωνεί «Είναι αδύνατον» ή «Δεν ξέρω πώς να κάνω το παραμικρό» ή «Αν δεν βγει τίποτα καλό, θα παρατήσω για πάντα τη ζωγραφική» ή «Ποτέ δεν θα βρω μια διέξοδο» ή «Για να γίνει κανείς ικανός να το κάνει αυτό, πρέπει να πεθάνει προσπαθώντας» ή «Είναι απλώς αδύνατον να ζωγραφίσει κανείς ένα κεφάλι» και δεκάδες άλλα παρόμοια. Μοιάζουν λίγο με παιδιάστικα πείσματα, όμως όχι, σύντομα πείθεται κανείς ότι ο Τζιακομέτι ειλικρινά υποφέρει από τη βαθύτατη αγωνία να αναπαραστήσει τον κόσμο. Στο τέλος των καλών ημερών, δηλώνει – ικανοποιημένος – μπροστά στο πορτραίτο ότι τώρα μπορεί με την ησυχία του να το καταστρέψει πάλι από την αρχή. Στην ερώτηση του φίλου του «Γιατί;», η απάντηση είναι «Γιατί δεν γίνεται αλλιώς».

Η αρχή και το τέλος του έργου

«Το τέλος ενυπάρχει στην πραγματοποίηση της αρχής» εξηγεί ο Τζιακομέτι στον Lord. Ο Σεζάν, τον οποίο θαύμαζε και τον μνημόνευε διαρκώς καθώς ζωγράφιζε, επίσης κατέστρεφε πολύ συχνά τα έργα του, ψάχνοντας κι εκείνος την «αρχή» τους, η οποία θα έπρεπε ταυτόχρονα να είναι και μια βάση για την αναπαράσταση της φύσης. «Η φύση μού προκαλεί τεράστιες δυσκολίες» εκμυστηρεύεται στον Εμίλ Ζολά το 1897 και καταστρέφει έργα που του έχει πάρει μήνες να «ολοκληρώσει». Η φράση του Ντεγκά μπροστά σε πίνακα συναδέλφου του: «Μπορεί να έχει τελειώσει, σίγουρα όμως δεν έχει αρχίσει» (!) είχε υποτιμητικό χαρακτήρα και αποκαλύπτει αυτή την κατανόηση της αρχής ως τέλους (με την έννοια μιας υπόσχεσης για ολοκλήρωση).

«Θα ξεφορτωθώ αυτά τα παλιοπράγματα» λέει εκνευρισμένος ο Τζιακομέτι και καταστρέφει μια σειρά από σχέδια που προορίζονταν για λιθογραφίες, επειδή το χαρτί του λιθογράφου είχε αποδειχθεί ακατάλληλο για την αποτύπωση των σχεδίων. Κάτι παρόμοιο κάνει το 1948 ο Ζωρζ Ρουώ, αλλά σε μεγαλύτερη έκταση, αφού καίει, παρουσία φωτογράφου, 315 ημιτελή έργα του, διότι, όπως είπε, ένιωθε ότι δεν θα είχε τον χρόνο να τα ολοκληρώσει. Ο μεγαλοφυής Φράνσις Μπέικον δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει από τη λίστα αυτή, μιας που είναι γνωστό ότι είχε καταστρέψει δεκάδες έργα του. Άλλοι ζωγράφοι, όπως ο Σουτίν και ο Γουίστλερ, είχαν την απαίτηση να παίρνουν πίσω έργα ήδη πουλημένα, για να συνεχίσουν να τα δουλεύουν!

Δεν χρειάζεται όμως να πάμε πολύ μακριά. Ο δικός μας Γιαννούλης Χαλεπάς, αυτή η ιδιοφυία της γλυπτικής που υπέφερε από εύθραστη ψυχική υγεία και του οποίου η τέχνη παρεμποδίστηκε, ως δήθεν αιτία της ψυχασθένειας του, από τους δαιμονόπληκτους που τον «φρόντιζαν» (τη μάνα του πρωτίστως, αλλά και τους γιατρούς του ψυχιατρείου), κατέστρεφε και ο ίδιος τα έργα του με αυξανόμενους ρυθμούς μετά την ηλικία των 26, μέχρι που κατέληξε βοσκός. Στα γηρατειά του πλέον, απελευθερωμένος από τη δεσποτεία των προστατών του, δόθηκε σε μια αθρόα παραγωγή έργου, μεταξύ 66 και 86 ετών, λες για να αντισταθμίσει τα αριστουργήματα που πήγαν χαμένα, λες για να νικήσει το τέλος με μια νέα αρχή. Ένα ανεκδοτολογικό περιστατικό αναφέρει ότι ο Χαλεπάς πέταγε αντικείμενα στην προτομή του Σατύρου που έπλασε στα 1878, διότι δεν άντεχε να τη βλέπει. Κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτό το συγκεκριμένο έργο έχει πετύχει την τέλεια αναπαράσταση˙ ανάλογη μ’ εκείνη που αναζητούσε στο Παρίσι ο Σεζάν και κατόπιν ο Τζιακομέτι. Πιθανότατα γι’ αυτό τον ενοχλούσε τόσο˙ το να πετύχει κανείς το Τέλειο μπορεί να ακυρώσει κάθε επόμενη προσπάθεια, κάθε νέα αρχή.

Θυμωμένα μοντέλα

 Έχει άραγε δικαίωμα ο καλλιτέχνης να καταστρέψει το έργο του; Ανήκει σ’ αυτόν ή είναι μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς; Όταν μπλέκεται ανάμεσα στον καλλιτέχνη και την οικουμένη ένας κάτοχος, ένας ιδιώτης στον οποίο ανήκει το έργο, μήπως έχει εκείνος το δικαίωμα να το καταστρέψει; Έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις πορτραίτων που έπεσαν σε δυσμένεια λόγω υποτιθέμενης ανομοιότητας με το πρωτότυπο, ή, κάποτε, λόγω υπερβολικής ομοιότητας!

Αντιφατικά συναισθήματα ταλάνισαν τους ιδιοκτήτες που μίσησαν το ίδιο τους το πρόσωπο όπως αποδόθηκε από κάποιον μεγάλο καλλιτέχνη, αλλά που δεν τους πήγαινε η καρδιά να το καταστρέψουν. Ο Joseph L. Sax στο βιβλίο του “Playing darts with a Rembrandt: public & private rights in cultural treasures” (University of Michigan Press, 1999) αναφέρει τρία παραδείγματα προσωπογραφιών που καταστράφηκαν από τα μοντέλα-κατόχους τους: εκείνη του Alfred Jarry από τον πριμιτίφ καλλιτέχνη Ανρί Ρουσσώ, ζωγραφισμένη το 1895 και εκείνη του Thomas Eakins από τον Γουίλιαμ Μέριτ Τσέις του 1899, των οποίων τη θέα οι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να αντέξουν, αλλά και η προσωπογραφία του Sir Henry Irving από τον ανεπανάληπτο Αμερικανό πορτραιτίστα Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ, την οποία όλοι οι γνωστοί του αναπαριστώμενου μισούσαν, όχι γιατί τον αδικούσε αλλά γιατί ο Χένρι και το πορτραίτο του ήταν ολόιδιοι. Οι Times της εποχής έγραψαν ότι ο ιδιοκτήτης το κατέστρεψε επειδή ο καλλιτέχνης είχε πετύχει μια «καλή αλλά ανελέητη ομοιότητα».

Καταγράφεται επίσης η απέχθεια του Βάγκνερ για ένα προσχέδιο του Ρενουάρ για το πορτραίτο του μεγάλου συνθέτη. Ο Βάγκνερ ένιωθε πως ο Ρενουάρ είχε συλλάβει κάτι που ο ίδιος «ένιωθε υποχρεωμένος να χλευάσει και να απορρίψει». Ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση του πορτραίτου του Γουίνστον Τσώρτσιλ, από τον διακεκριμένο Βρετανό πορτραιτίστα Γκράχαμ Σάδερλαντ το 1954, κατόπιν παραγγελίας του Κοινοβουλίου για τα ογδοηκοστά γενέθλια του Τσώρτσιλ, το οποίο καταχωνιάστηκε μετά τη δημιουργία του, μιας που εκείνος το απεχθανόταν και είχε πληγωθεί βαθύτατα από την αναπαράστασή του ως «χονδροειδούς και σκληρού τέρατος», ώσπου καταστράφηκε με πρωτοβουλία της γυναίκας του πριν το θάνατο του Τσώρτσιλ το 1965.

 

Δημόσια Τέχνη

 Στην ερώτηση εάν ο νόμιμος κάτοχος του έργου μπορεί να το καταστρέψει, θα απαντούσαμε πάνω-κάτω όπως απαντά ο Joseph L. Sax στο προαναφερθέν βιβλίο. Οι άνθρωποι που κατέχουν έργα παγκόσμιας πολιτιστικής σημασίας δεν είναι παρά τυχεροί, προσωρινοί θεματοφύλακες, οι οποίοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα να στερήσουν διά παντός από τους υπόλοιπους τα αντικείμενα που κατέχουν. Εντούτοις, την μη-έκθεση του έργου κρίνουμε ως θεμιτή επιλογή, άλλης φύσεως από την καταστροφή του, η οποία το αποσπά βιαίως από την οικουμενική πολιτιστική κληρονομιά και το εξαλείφει, αντιμετωπίζοντας ένα (δυνάμει) συλλογικό πνευματικό αγαθό ως υλικό αντικείμενο προς κατανάλωση ή προς… παρανάλωμα.

Στο ερώτημα όμως προστίθεται κι άλλο ένα σκέλος. Όταν η τέχνη έχει τον τίτλο «Δημόσια» (Public Art) και τοποθετείται στον δημόσιο χώρο εισχωρώντας στη ζωή των κατοίκων, τι δικαιώματα μπορούν εκείνοι να εγείρουν υπέρ ή εναντίον της; Πολλές συμπεριφορές έχουν παρατηρηθεί σε σχέση με τις ογκώδεις εικαστικές παρεμβάσεις στον δημόσιο χώρο. Η προσπάθεια του δημάρχου της πόλης Jirgu Jiu το 1950 στην Κομμουνιστική Ρουμανία να κατέβει η διάσημη σήμερα «Ατελείωτη Στήλη» του Μπρανκούζι ως «ανατρεπτική», ανήκει στην πολιτική λογοκρισία˙ υπάρχουν όμως και αισθητικοί λόγοι για τους οποίους κάποιες γλυπτικές εγκαταστάσεις δεν ήταν αρεστές. Για παράδειγμα, το τεράστιο γλυπτό του Πικάσο στο Σικάγο, που αποκαλύφθηκε το 1967, έγινε δεκτό με δυσαρέσκεια. Εκεί που οι πολίτες του Σικάγο προσδοκούσαν ένα κομμάτι συμβατικά δοξαστικό, ξάφνου βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια ακαθόριστη μορφή (μεταξύ ανθρώπου, αλόγου και μπαμπουΐνου) από ατσάλι, δεκαπέντε μέτρων, στην κεντρική τους πλατεία, και με αυτή την αλλόκοτη μορφή έπρεπε να συμβιβαστούν.

Στην πορεία όχι μόνο συμβιβάστηκαν, αλλά με υπερηφάνεια κατέστησαν το γλυπτό σήμα κατατεθέν της πόλης και άρχισαν να ζουν μαζί του˙ να κάνουν τσουλήθρα στη βάση του, να οργανώνουν εκδηλώσεις γύρω του, να το αποδέχονται ως μέρος της ζωής τους. Για την ακρίβεια μάλιστα, ο Πικάσο ήταν μόνο η αφετηρία, αφού το 1973 τοποθέτησαν έναν Καλντέρ, το 1974 έναν Σαγκάλ, το 1975 έναν Μιρό και το 1984 έναν Ντυμπυφέ. Στη Νέα Υόρκη πάλι, δεν ήταν ούτε πολιτικοί ούτε αισθητικοί οι λόγοι που οδήγησαν τον Δήμο να καταστρέψει την γλυπτική εγκατάσταση του Richard Serra. Το ατσάλινο φράγμα 72 τόνων, περίπου 37 μέτρων σε μήκος και 3μισή μέτρων σε ύψος που τοποθετήθηκε διαγωνίως στην Federal Plaza της πόλης το 1981, δέχτηκε έντονη κριτική και δημόσια αποδοκιμασία και απομακρύνθηκε το 1989. Η εκτίμησή μας είναι πως οι αιτίες που οδήγησαν σε αυτή τη λύση σχετίζονται όχι μόνο με την καταθλιπτική του φύση, που θα πρέπει να προκαλούσε στο βλέμμα ασφυξία, αλλά και με την αντιλειτουργική θέση του φράγματος, που ανάγκαζε τους επισκέπτες της πλατείας να την διασχίζουν μόνο περιμετρικά.

 

Θρησκευτική τυφλότητα

 Το 2001 οι Ταλιμπάν ανατίναξαν τους «Βούδες του Μπαμιγιάν», τα μνημειακά αγάλματα του 6ου αιώνα – σκαλισμένα στο βράχο με λεπτομέρειες από πηλό˙ κολοσσιαία δείγματα βουδιστικής τέχνης της Gandhara στο Αφγανιστάν, τα οποία – σημειωτέον – σεβάστηκε ακόμα και ο Τζένγκις Χαν που λεηλάτησε τον 13ο αιώνα την περιοχή. Οι Ταλιμπάν δεν έδειξαν έλεος και αντιμετώπισαν την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά ως εκδήλωση ειδωλολατρίας. Αυτή όμως είναι μια ιστορία γνωστή, που κρατάει από αρχαιοτάτων χρόνων. Το θρησκευτικό μένος εναντίον των εικόνων αποκτά το καθαρότερο πρόσωπό του κατά την περίοδο της Βυζαντινής Εικονομαχίας, μα η αποστροφή των απανταχού θρησκόληπτων για ό,τι θεωρούν – τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών – απρεπές στην τέχνη, έχει μπροστά του πολλά χρόνια ζωής.

Στην μακρά ιστορία της εικονοκλασίας, ακρωτηριάζονται, ως απρεπή, έργα του Ελ Γκρέκο, του Τισιάνο και του Μπουσέ. Η οροφή της Καπέλα Σιστίνα και η Δευτέρα Παρουσία κινδύνεψαν πλειστάκις από τα ηθικοπλαστικά οράματα των Παπών. Ο Πάπας Γρηγόριος ο XIII είχε μάλιστα αποφασίσει να σβήσει τα φρέσκο του Μιχαήλ Αγγέλου, γιατί έβλεπε επανειλημμένα έναν εφιάλτη με γυμνούς λουόμενους. Ευτυχώς, πρόλαβε και πέθανε. Ενδεχομένως και η λεηλασία των Ερμαϊκών Στηλών το 415 π.Χ από τον Αλκιβιάδη και την παρέα του, να περιελάμβανε τον ευνουχισμό των στηλών και όχι μόνο τον αποκεφαλισμό. Σε τούτη την περίπτωση όμως μάλλον επρόκειτο για πράξη πολιτικού εκφοβισμού, παρά θρησκευτικού πουριτανισμού.

Ως όργανα ματαιοδοξίας και εργαλεία της διαφθοράς κατέληξε να αντιμετωπίζει τα ίδια του τα έργα ο κορυφαίος Φλωρεντινός της πρώιμης Αναγέννησης, Σάντρο Μποτιτσέλι. Ένα σωρό πίνακές του με μυθολογικά θέματα παραδόθηκαν στην εορταστική πυρά του Δομινικανού ιερέα Σαβοναρόλα το 1497. Μεταξύ φονταμενταλισμού και τρέλας τοποθετείται και το διάσημο περιστατικό επίθεσης στην Πιετά του Μικελάντζελο το 1972 από έναν θρησκόληπτο γεωλόγο. Το γεγονός ότι, σπάζοντας με σφυρί το πρόσωπο της Πιετά, έγινε το πρόσωπο της ημέρας, ανοίγει το θέμα του κυνηγιού της διασημότητας, το οποίο δεν είναι καθόλου ανεπίκαιρο, ωστόσο είναι θέμα για άλλο άρθρο.

 

Ηρόστρατος, ο Έλληνας

 Κλείνουμε την αναδρομή μας στις μεταμορφώσεις της Εικονομαχίας, έχοντας συγκεντρώσει μερικές από τις πιο σημαντικές απώλειες έργων, που προκλήθηκαν εξαιτίας της «απειλητικής» διάστασης της Τέχνης ενάντια: στην ανθρώπινη ματαιοδοξία, στον θρησκευτικό δογματισμό, στην κοινοτοπία του αστικού περιβάλλοντος. Επίσης, σταθήκαμε αρκετά στην απειλητική ορμή του καλλιτέχνη ενάντια στην ίδια την Τέχνη του, με την οποία παλεύουν σώμα με σώμα μέχρι εξαντλήσεως του ενός εκ των δύο. Αφήνοντας αιχμές για μελλοντικούς προβληματισμούς, κλείνουμε με το παρακάτω απόσπασμα για τον καταστροφέα-Αρχέτυπο:

 «…δεν είναι παράλογο να σκεφτεί κανείς ότι υπάρχει ένα είδος μεγαλείου στον Ηρόστρατο […] [Α]υτός, ένας Έλληνας, διαθέτει την εκλεπτυσμένη αντίληψη και το ήρεμο παραλήρημα της ομορφιάς, χαρακτηριστικά που στη μνήμη μας ταυτίζονται με τη σπουδαία φυλή του. Μπορούμε να τον φανταστούμε να πυρπολεί τον ναό της Αρτέμιδος σε μια έκσταση θλίψης, καθώς ένα μέρος του εαυτού του καίγεται μέσα στην οργή τού εσφαλμένου του εγχειρήματος. Μπορούμε ορθά να τον φανταστούμε να έχει ξεπεράσει τις βασανιστικές του τύψεις για το μέλλον και να αντιμετωπίζει τον τρόμο εντός του, αυτόν που θα του εξασφαλίσει ακλόνητη φήμη»

(Φ. Πεσσόα, «Ηρόστρατος. Η αναζήτηση της αθανασίας»,μτφρ. Χ. Βλαβιανός, εκδ. Εξάντας, 2001)

Ας μη θαυμάσουμε άλλο τον Ηρόστρατο που φέρουμε μέσα μας. Ας επικαλεστούμε μια φήμη που έρχεται όταν υπάρχει ανάπτυξη και δημιουργία, όχι όνειδος και φόβος, όχι καταστροφή. Η τέχνη είναι ένα όπλο ενάντια στον φόβο που σαρώνει τα όνειρα. Απειλητική είναι μόνο για όσους φοβούνται τη δημιουργική δύναμη εκείνων που παλεύουν να μην καταλήξουν Ηρόστρατοι.

 Μ.Γ. 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s