*Ιολική Γη: Η απραγματοποίητη ουτοπία του Αλέξανδρου Ιόλα

Ιολική Γη

Η απραγματοποίητη ουτοπία

του Αλέξανδρου Ιόλα

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΞΙΑ

σε δύο μέρη: 21/07/12 & 08/08/12

«Αυτό που θέλω στη ζωή, εφόσον δεν θέλω πια να χορεύω,

είναι να φέρνω την ποίηση με τους πίνακές μου.

Δεν είναι σκοπός μου να κερδίζω χρήματα.

Πιστεύω στην επικράτηση του πνεύματος,

 είμαι Έλληνας από την Αλεξάνδρεια, είμαι αριστοκράτης»

 

Αλέξανδρος Ιόλας

 

Ιδανική έναρξη

            Η Ελλάδα είναι η χώρα όπου η τέχνη και ο πολιτισμός γεννιούνται. Η Ελλάδα είναι η χώρα όπου η τέχνη και ο πολιτισμός πεθαίνουν. Κρίμα να έχει τέτοια έναρξη ένα άρθρο αφιερωμένο στην προσωπικότητα του Αλέξανδρου Ιόλα˙ ενός ανθρώπου που έδωσε στο τρίπτυχο επάγγελμα εμπόρου-εκτιμητή-συλλέκτη τέχνης την αίγλη και τη στιβαρότητα που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει. Κανονικά το άρθρο αυτό θα έπρεπε να ξεκινάει κάπως έτσι: «Ένας χώρος τέχνης και πολιτισμού αναπτύσσεται ακατάπαυστα στο κτήμα Ιόλα από την δεκαετία του 1950, όταν ο εκκεντρικός μαικήνας εντόπισε στους ελαιώνες της Αγίας Παρασκευής τον τόπο για να στήσει το σημαντικότερο μουσείο μοντέρνας τέχνης στην Ελλάδα, μέχρι τον θάνατό του το 1987. Από τότε δε μέχρι σήμερα οι κληρονόμοι του και το κράτος φυλάσσουν ως κόρη οφθαλμού τα 11.000 έργα τέχνης και τις 2.500 αρχαιότητες που στεγάζονται εκεί και φροντίζουν να αξιοποιούν ως πόλο έλξης το έργο ζωής του μεγάλου άνδρα των τεχνών». Ονειροφαντασίες.

           Επίσης, θα ήταν υπέροχο αν το παρόν άρθρο συνέχιζε κάπως έτσι: «Ο ελληνικός λαός διψασμένος για τέχνη και τιμώντας την μέγιστη προσφορά του Ιόλα, συρρέει στο ανάκτορο των τεχνών, το επιμελημένο αρχιτεκτονικά από τον Πικιώνη και τον Τσαρούχη, και θαυμάζει τα έργα του Πικάσσο, του Έρνστ, του Μάττα, του Μαγκρίτ, την αίθουσα του Άντι Γούρχολ, της Νίκι ντε Σαν Φαλ, του Καλντέρ. Στέκουν όλοι έκθαμβοι μπροστά στην Αιγυπτιακή, την Αζτεκική, την Κινέζικη συλλογή αρχαιοτήτων, ενώ καταλαμβάνονται από βακχική λατρεία εν μέσω της άψογα διατηρημένης επαύλεως, όπου κάποτε ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ο Ευγένιος Ιονέσκο και ο Μαρσέλ Ντυσάν τσούγκρισαν το ποτήρι τους με τον εξίσου θρυλικό Ιόλα»

Προσγείωση στον Αυριανισμό

       Σίγουρα, θα ήταν ωραία η παραπάνω έναρξη, τιμητική για τον τόπο και τους ιθύνοντές του, αντάξια ενός ανθρώπου που αφιέρωσε τα ογδόντα χρόνια της ζωής του στην τέχνη, μα θα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη από την πραγματική εκδοχή των γεγονότων. Είναι δύσκολο να σταθεί κανείς ψύχραιμος απέναντι στο χρονικό της κατασυκοφάντησης που υπέστη ο Αλέξανδρος Ιόλας τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα εξαιτίας του ανελέητου πασοκικού «αυριανισμού», χρονικό το οποίο μας αφηγείται, μεταξύ άλλων βιογραφικών και ψυχογραφικών στοιχείων, ο βιογράφος του Νίκος Σταθούλης, στο πρόσφατο βιβλίο του «Αλέξανδρου Ιόλα, η ζωή μου» (εκδόσεις Πανός, Μάρτιος 2012).

      Γιατί όμως ο Αλέξανδρος Ιόλας, ο τόσο σημαντικός για τον τόπο, σπιλώθηκε τόσο άγρια; Και γιατί ήταν σημαντικός; Γιατί δεν δέχτηκε η Ελλάδα τις δωρεές του και γιατί το σπίτι του (δυνάμει πολιτιστική κληρονομιά του τόπου) αφέθηκε να ρημάξει; Ας αναζητήσουμε τις αιτίες.

 

«Μέχρι να πεθάνω θα βρίζουν!»

            Ο Σταθούλης παραθέτει αυτούσιους τους διαλόγους του με τον Ιόλα, καθώς και την προσωπική του εμπειρία από τον άνθρωπο, καθώς υπήρξε μάρτυρας σε αρκετές ένδοξες και σε πολλές άδοξες στιγμές του, ώστε να μπορεί να βεβαιώσει τον θαυμασμό που ένιωθαν για το πρόσωπό του άνθρωποι του πνεύματος και της πολιτικής στο εξωτερικό και το μίσος που έτρεφαν πολιτικοί και δημοσιογράφοι στο εσωτερικό.

          Διότι υπήρχε τότε (μόνο τότε άραγε;) αυτό το «εσωτερικό», που πίστευε ότι είναι πιο διορατικό από τους έξυπνους τους ξένους. Δέσποζε ο θαμπωμένος κομπλεξικός πρασινοαίματος, ο δήθεν ταγμένος υπέρ του ταξιτζή και της μπακάλισσας αλλά ορκισμένος εχθρός οποιουδήποτε (συμπεριλαμβανομένων των παραπάνω) το κεφάλι ξεχώριζε από το πλήθος. Και του Ιόλα παραξεχώριζε… Ταγμένος να ακολουθήσει το άστρο του, αφοσιωμένος μαθητής των καλλιτεχνικών αξιών που αντιπροσώπευαν θρύλοι των εικαστικών τεχνών του 20ου αιώνα, ένας Αλεξανδρινός συλλέκτης μεγαλείου, ήξερε να σωπαίνει μπροστά στα αριστουργήματα του πολιτισμού και να εισχωρεί βαθιά στην ουσία τους, εντούτοις η ηχώ της εκκεντρικής του προσωπικότητας ήταν εκκωφαντική και υπερβολικά αιφνίδια για την ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1980.

              Ο Σταθούλης κατονομάζει τις κορυφαίες εφημερίδες της εποχής, οι οποίες, παραπληροφορώντας το κοινό με κατακίτρινα πρωτοσέλιδα, εξευτέλισαν τον Ιόλα. Στην εν λόγω «αρθρογραφία» βάζουν την περήφανη υπογραφή τους δημοσιογράφοι που σήμερα εξακολουθούν να φιγουράρουν στα κανάλια και να παραδίδουν στο τηλεοπτικό κοινό καθημερινά μαθήματα αισθητικής αγωγής. Του μαθαίνουν τα βασικά χρώματα: το Ροζ και το Κίτρινο. Και το κοινό γελάει. Μας χαλαρώνει η δημοσιογραφική περιπαικτική ουδετερότητα με την οποία αντιμετωπίζει ο «ρεπόρτερ» τις επίδοξες ή φτασμένες πορνοστάρ. Οι ροζ μπάρμπι και οι διάφοροι μάνατζερ προβάλλονται ως μέρος μιας ψωνισμένης κουλτούρας, την οποία ο θεατής ταυτόχρονα περιφρονεί και φθονεί. Ωστόσο, όχι απλώς την ανέχεται, αλλά την αγκαλιάζει ως αναγκαίο κακό (ή ως αναγκαίο καλό). Ο κάθε Ψινάκης δεν απειλεί κανενός την ηρεμία κουνώντας την εσάρπα του και γαργαλώντας τις μασχάλες με λίγα καλιαρντά.

            Ο Ιόλας ερχόταν κραδαίνοντας  Τέχνη, πράγμα απειλητικό ακόμα και σήμερα φυσικά. Πώς μπορούσε τότε κανείς να ανεχθεί αυτό τον άνθρωπο, ακόμα κι αν σκόπευε να επαναφέρει στον τόπο τους 2.500 αρχαιότητες και που πήρε μαθήματα ζωής από τον Καβάφη, τον Παλαμά, τον Ελυάρ; Ποιος Ελυάρ και ποιες αρχαιότητες… αυτά ωχριούν μπροστά στο γεγονός της ομοφυλοφιλίας του. Όλα αυτά τα «καλλιτεχνικά» ήταν στάχτη στα μάτια ενός ηθικού λαού, ο οποίος από το 1985 μέχρι το 2012 κατάφερε απλά να γίνει από «επαρχιώτης» «πρωτευουσιάνος», χωρίς να αγαπήσει ούτε την επαρχία ούτε την πρωτεύουσα.

           Η αναπαραγωγή της κοσμητικής τιτλογραφίας των άρθρων που εκείνη την εποχή τον παρουσίαζαν ως «γιο του Σατανά» θα ήταν απλώς αναπαραγωγή του κιτρινισμού και δεν την επιλέγουμε εδώ. Τα ονόματα των δημοσιογράφων μπορεί να τα βρει κανείς τόσο στο βιβλίο του Σταθούλη όσο και στο Ίντερνετ.

 

 

Αλεξάνδρεια, «στα σύνορα ιστορίας και μύθου» 

            Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1908 (η ημερομηνία παρέμενε αβέβαιη κατά τη διάρκεια της ζωής του – δεν συμπαθούσε καθόλου τον τρόπο που ο χρόνος μεταφράζεται σε ηλικία) και βαφτίστηκε Κωνσταντίνος Κουτσούδης. Ο πατέρας του του απαγόρευσε το πιάνο, όπου ο μικρός Κωνσταντίνος είχε έφεση και προσπάθησε επίμονα αλλά μάταια να τον βάλει στις επιχειρήσεις βαμβακιού όπου εργαζόταν και ο ίδιος. Θυμάται την μητέρα του ως μια γυναίκα ρομαντική, πλούσια και πολύ ερωτευμένη. Στο πατρικό σπίτι η οικογένεια Κουτσούδη άκουγε μόνο οπερέτες. Η Αλεξάνδρεια ήταν για τον Ιόλα «ένα κομβικό σημείο της φαντασίας», «η ενσάρκωση του κοσμοπολιτικού πνεύματος», ενός πνεύματος που τον κατηύθυνε δια βίου, όπως και ο θαυμασμός του για τον Μέγα Αλέξανδρο, του οποίου το όνομα αργότερα θα δανειστεί.

             Η ζωή κυλάει στην μυθική Αλεξάνδρεια εκείνης της εποχής, μέχρι που μια βραδιά ο νεαρός Κωνσταντίνος το σκάει απ’ το σπίτι για να παρακολουθήσει μια παράσταση με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, που λειτούργησε κάπως σαν επιφοίτηση. Τότε αποφασίζει να έρθει στην Ελλάδα. Ο καταλληλότερος άνθρωπος να τον βοηθήσει ήταν εκείνος ο αμίλητος άνδρας με τα γυαλάκια που τύπωνε σε μονόφυλλα τα ποιήματά του και τα μοίραζε˙ ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Πράγματι, ο μικρός Ιόλας είχε ήδη συνάψει φιλία με τον Καβάφη, ο οποίος του έδινε ποιήματα και συμβουλές. Με τρεις συστατικές επιστολές του ποιητή, ο Ιόλας φεύγει για την Αθήνα.

Αθήνα και μέντορες

             Ο Κωστής Παλαμάς και η κόρη του, ο Δημήτρης Μητρόπουλος και κυρίως ο Άγγελος Σικελιανός έγιναν οι μέντορες του Ιόλα, ο οποίος ήταν θαμπωμένος από το γεγονός ότι είχε έρθει στην ονειρεμένη του Αθήνα. Δεν θα ξεχάσει ποτέ την Αθήνα του 1926 και θα τη νοσταλγήσει εξήντα χρόνια αργότερα όταν η Αθήνα του 1986 θα τον εξορίσει στη χλιδάτη φυλακή του, ως «αρχαιοκάπηλο, εμπλεκόμενο σε πορνεία και ναρκωτικά» (κατηγορίες που αποδείχθηκαν αβάσιμες, πολύ αργά φυσικά για να επανορθωθεί η κουρελιασμένη του φήμη).

             Τότε όμως, νεαρός νευρώδης και αποφασιστικός, αγάπησε την πόλη, στην οποία γνώρισε τον Εμμανουήλ Μπενάκη, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, δούλεψε με τον Σικελιανό για να παίξει στις Δελφικές Εορτές, διδάχτηκε πιάνο από τον Μητρόπουλο. Ο τελευταίος τον συμβούλεψε αν αγαπάει την Ελλάδα, να φύγει μακριά της. Εικάζουμε πως θεωρούσε ότι για να προσφέρει κανείς το ταλέντο του στην Ελλάδα, θα πρέπει να το καλλιεργήσει αλλού.

Αχαρακτήριστος αποχαρακτηρισμός

          Πριν από ενάμιση μήνα εκδικάσθηκε το ζήτημα του αποχαρακτηρισμού του κτήματος Ιόλα ως «Κέντρου Πολιτιστικών Εκδηλώσεων». Το δικανικό χρονικό της υπόθεσης Ιόλα αρχίζει από τότε που η ελληνική δικαιοσύνη κατηγορούσε τον μαικήνα για βαρύτατα κακουργήματα ενώ την ίδια εποχή η Γαλλία τον τιμούσε με το μετάλλιο της Λεγεώνας των Τεχνών και των Γραμμάτων και η Le Monde και η Liberation τον εγκωμίαζαν.

       Οι λεηλασίες της Βίλας Ιόλα θυμίζουν λυσσαλέα προσπάθεια να σβηστεί και το παραμικρό ίχνος προσφοράς αυτού του ανθρώπου, ενδεχομένως μαζί με την ενοχή αυτών που τον κατέστρεψαν. Οι σκληρόπετσοι εκδικητές του γούστου και της εκλέπτυνσης όμως δεν φορούν μεταξωτά, καλύπτονται από δέρμα κροκοδείλου και επιβιώνουν ες αεί διότι η ενοχή δεν τους διαπερνά.

 

Είκοσι πέντε χρόνια μετά

             Ο δημοσιογράφος Νίκος Σταθούλης, πιστός στην παράκληση του Ιόλα να εκδώσει το βιβλίο «Αλέξανδρου Ιόλα, η ζωή μου» (Εκδ. Πανός) 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, μας δίνει μια ατμοσφαιρική βιογραφία με αφηγητή στην ουσία τον ίδιο τον Ιόλα μέσω των διαλόγων που είχε με τον τότε νεαρό έμπιστο βιογράφο του, καθώς και μέσα από παράθεση συνεντεύξεων του στον Τύπο, επιστολές φίλων, καλλιτεχνών, συνεργατών και φωτογραφικό υλικό που απαθανατίζει την γοητευτική θεατράλε φυσιογνωμία του.

            Χωρισμένο σε εξήντα μικρά κεφάλαια, το βιβλίο ανασυνθέτει το μεγαλείο της ζωής του μαικήνα, τη γνωριμία και τη φιλία του με μια πλειάδα θρυλικών προσώπων της λογοτεχνίας, των εικαστικών, του χορού, της πολιτικής, των επιχειρήσεων, την χορευτική καριέρα του, την επιτυχία των γκαλερί του στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι, το Μιλάνο, τη Γενεύη, τη Μαδρίτη, την διαίσθησή του στην εκτίμηση των έργων τέχνης, την ικανότητά του να καθιερώνει καλλιτέχνες παγκοσμίως, τις απόψεις του για το Ωραίο, το μεγάλο του όνειρο να φτιάξει ένα «σπίτι καλλιτεχνών». Δυστυχώς στο τέλος του βιβλίου βρίσκει κανείς τα αποκόμματα των εφημερίδων που ρυπαρογραφούν εναντίον του Ιόλα, ακόμα και την εποχή της ασθένειας και του θανάτου του.

«Να σημειώνεις μόνο τα καλά»

            Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Ιόλας συμβούλευε τους φίλους του να κρατούν και να αναπαράγουν μόνο τα καλά που προσφέρει η ζωή. Θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε σε αυτό το άρθρο μόνο τα επιτεύγματα και την αγάπη που έδωσε και έλαβε, πλην όμως η ντροπή που νιώθει κανείς για την νοοτροπία του Έλληνα, όπως την έζησε και την πλήρωσε ο Ιόλας, μας δημιουργεί την υποχρέωση, έστω και κατόπιν εορτής, να κυκλώσουμε τα δείγματα της στενοκεφαλιάς κάθε εθνικότητας λαϊκιστή, την σχεδόν έμφυτη αντιπάθεια για κάθε είδους καλλιτεχνική φύση – εκτός του Ικτίνου και του Καλλικράτη (με τους οποίους φαίνεται ότι ταυτίζεται η ωραία μας ψυχή και τα ταλέντα μας) – και φυσικά την ανικανότητα του κράτους μας να δεχτεί την ευεργεσία ενός ωραίου μυαλού.

            Εύγλωττο είναι το περιστατικό που παραθέτει ο Σταθούλης από το τελευταίο λαμπρό πάρτυ του Ιόλα, όπου εθεάθη υπουργός να παραχώνει στην τσέπη του μικρό αρχαϊκό κομμάτι της συλλογής… Όταν βοηθός του οικοδεσπότη του ζήτησε να το επιστρέψει εκείνος αναφώνησε «κάποιος το έβαλε στην τσέπη μου!». Αίνιγμα: τι εθνικότητας ήταν ο υπουργός; Στο βιβλίο δεν υπάρχει διευκρίνηση, αλλά για κάποιον λόγο δεν αναρωτιέμαι. Το να προτιμάς να κλέψεις παρά να ευεργετηθείς είναι, καθώς φαίνεται, πιο παλικαρίσια επιλογή˙ διαφυλάσσει ένα είδος αξιοπρέπειας˙ δεν είσαι ζητιάνος. Είσαι αυτοδημιούργητος κλέφτης και ψεύτης.

(«Δεν έβαλα εγώ τα δισεκατομμύρια στο λογαριασμό της Ελβετίας! Κάποιος μου τα έβαλε εκεί για να με ενοχοποιήσει!» φαντάζομαι να μουρμουράνε μέσα απ’ τα δόντια τους οι Τσοχατζόπουλοι που αναθρέψαμε.)

Από τη σκηνή στην γκαλερί

             Ο Αλέξανδρος Ιόλας σπούδασε χορό και χόρεψε στο Βερολίνο, το Σάλτσμπουργκ, το Παρίσι. Αγάπησε την ελευθερία του Βερολίνου και την ευγένεια του Παρισιού. Στην πόλη του φωτός γνώρισε μερικά από τα πιο φωτεινά μυαλά του αιώνα. Ένα από αυτά ήταν ο Πωλ Βαλερύ, ο οποίος φέρεται να του είπε: «Είσαι Έλληνας και μάλιστα από την Αλεξάνδρεια, άρα το θηριοτροφείο μέσα σου είναι μεγάλο. Δάμασε το θηριοτροφείο σου και θα γίνεις παγκόσμιος και οικουμενικός». Επίσης γνώρισε τον πρωτεργάτη του Σουρεαλισμού, Αντρέ Μπρετόν, τον οποίο θυμάται ως «έναν ποιητή με τρελά ωραία μαλλιά», «απελπισμένο» και «πολύ μπανάλ», που «ονειρευόταν να καταστρέψει την τέχνη». Ο «καταστροφικός» σουρεαλισμός πρόκειται να μπει πολύ δυναμικά στη ζωή του Ιόλα, ο οποίος θα εισάγει κυριολεκτικά το ιδιοφυές καλλιτεχνικό κίνημα σε μια ανέτοιμη ακόμα, μα εκπαιδεύσιμη Αμερική.

            Ένα έργο του Τζόρτζιο Ντε Κίρικο που είδε ο Ιόλας σε βιτρίνα κάποιας γκαλερί το 1931 στάθηκε η αφορμή να αλλάξει ο καλλιτεχνικός προσανατολισμός του. Σταδιακά, μέσα από συναντήσεις με τον Μιρό, τον Ντυφί, τον Κοκτώ, τον Ντε Κίρικο και με το νέο του όνομα να τον εισάγει στον νέο του ρόλο, ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης βαφτίζεται από την τότε αρραβωνιαστικιά του, χορευτική παρτενέρ του και εγγονή του Προέδρου των Η.Π.Α., Θεοδώρα Ρούζβελτ, Αλέξανδρος Ιόλας. Το 1946 ανοίγει την πρώτη γκαλερί στο Μανχάτταν σε συνεργασία με τον ζωγράφο και εγγονό του Βίκτορος Ουγκώ, Ζαν. Το 1953 η Iolas Gallery στη Ν.Υ. θα γίνει εφαλτήριο για σπουδαίες καλλιτεχνικές ανακαλύψεις και θριαμβευτικές εμπορικές κινήσεις.

Μεγάλες ανακαλύψεις 

            Ο Μαξ Ερνστ, ο Μαν Ρέυ, ο Μιρό, ο Μοντριάν, ο Μαγκρίτ, ο Μπράουνερ, ο Βολς είναι μερικοί από τους καλλιτέχνες που φιλοξένησε ο Ιόλας στις γκαλερί του. Η πρώτη έκθεση των Σουρεαλιστών στην Αμερική παρουσιάστηκε από τον Ιόλα, όπως και η πρώτη έκθεση του Άντι Γούορχολ, για τον οποίο υπήρξε αληθινός μέντορας.  Ακόμα κι αν η Ποπ Αρτ συγκεντρώνει εναντίον της πληθώρα θεωρητικών, καλλιτεχνών και φιλότεχνων, ακόμα κι αν ο Άντι Γούρχολ μπορεί να θεωρηθεί συνήγορος της μαζικής κουλτούρας και της διαφημιστικής αλλοτρίωσης, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την εξυπνάδα του Ιόλα να πιάσει τον παλμό της εποχής και σαν δαιμόνιος μαρκετίστας να επιβάλλει στον κόσμο της τέχνης ένα όνομα που κυριολεκτικά καθόρισε την πορεία της.

             Ο Ιόλας θα προωθήσει και Έλληνες καλλιτέχνες, όπως τον Τσαρούχη, τον Τσόκλη, την Καρέλλα, τον Ακριθάκη, τον Πανιάρα, τον Τάκι, τον Λαζόγκα, αλλά και τον Κώστα Ταχτσή, τροφοδοτώντας τους με ιδέες προς υλοποίηση, χρήματα προς επιβίωση και το γλυκό βάσανο του να οφείλεις στον πάτρωνά σου να είσαι στην τέχνη σου εργάτης. Πολλοί από τους παραπάνω θεώρησαν ότι ο Ιόλας εκμεταλλεύτηκε το ταλέντο τους, κανείς όμως δεν βρέθηκε που να πει ότι ο Ιόλας δεν του παρείχε ό,τι χρειαζόταν για να ζήσει καλά και να δημιουργήσει ακόμα καλύτερα.

«Το αδιόρατο κάτι» 

            Τι είναι λοιπόν εκείνο που «έβλεπε» ο κοσμοπολίτης γκαλερίστας και οι άλλοι αργούσαν τόσο να διακρίνουν; Το «αδιόραστο κάτι». Έτσι ονόμαζε ο διαισθητικός, αισθητικός κι αισθαντικός Ιόλας την διακριτική ποιότητα του καλλιτέχνη, που τον έπειθε να ασχοληθεί μαζί του.  Τρελά ερωτευμένος με τη δουλειά του, εμμονικός κυνηγός των τεχνών, γάτα που νυχιάζει και μετά γουργουρίζει, πιστός λάτρης των καλλιτεχνών «του», χρησιμοποίησε κάποτε την εξής ερωτική έκφραση: «Όταν βλέπω έναν πίνακα του Μαγκρίτ ή του Μαξ Έρνστ, η ιδέα να κοιμηθώ ένα βράδυ με τον πίνακα αυτό, είναι αρκετή».

            Ο Ιόλας ονειρευόταν να φέρει στην Ελλάδα τη συλλογή του και να τη δωρίσει στο κράτος. Μετά το θάνατό του από AIDS το 1987 («είναι πιο δύσκολο να παραιτηθείς από τον έρωτα, παρά από τη ζωή»), η αδελφή του Νίκη Στάιφελ διέλυσε τη συλλογή, όπως μας πληροφορεί ο Σταθούλης, έστειλε σημαντικό αριθμό αρχαίων στο εξωτερικό και έβαλε λουκέτο στην έπαυλη δίνοντας ένα τέλος στο ενδεχόμενο να υλοποιηθεί το όνειρο του αδελφού της για την λειτουργία ενός μουσείου. Η βίλλα πριν ακόμα πεθάνει ο Ιόλας διαρρήχθηκε τρεις φορές και κατόπιν καταλεηλατήθηκε. Οι τοιχογραφίες του Γουόρχολ, τα έργα του Μάττα, τα μοντέρνα γλυπτά, οι χρυσές πόρτες, οι κίονες της Ραβέννας, ξηλώθηκαν κι εκεί που κάποτε έλαμπαν τα μάρμαρα τώρα σκάει ο σοβάς.

Δίκη και Μυστικός Δείπνος

           Την ώρα που στο Palazzo Stelline στο Μιλάνο εγκαινιαζόταν η έκθεση του Γούρχολ με τις ποπ εκδοχές του «Μυστικού Δείπνου» του Ντα Βίντσι και συνέρρεαν 5.000 άτομα για να θαυμάσουν την αντιπαραβολή του Γουορχολικού Δείπνου (που εμπνεύστηκε ο Ιόλας) με το Λεονάρντιο, ο Ιόλας δικαζόταν στην Ελλάδα για αρχαιοκαπηλία. Στο Μιλάνο θρίαμβος, στην Αθήνα χλεύη.

             Όταν ο τραβεστί Αντώνης Νικολάου ή «Μαρία Κάλλας», άλλοτε ευεργετημένος από τον κατηγορούμενο Ιόλα, σε κατάσταση εκδικητικής υστερίας έγινε η αιτία για να φουντώσει το μίσος του Τύπου και της ελληνικής κοινωνίας εναντίον του μαικήνα, φρονούμε ότι στην πραγματικότητα αυτό που ξέσπασε ήταν το συσσωρευμένο μίσος του ελληνικού μικροαστισμού για την διαφορετικότητα.

Η τέχνη και ο Έλληνας

            Είναι κατανοητό το γιατί η Ελλάδα του ’80 προσπάθησε να χτυπήσει με την πλαστική της σφεντόνα εκείνο το εξωτικό πουλί. Ήταν σνομπ και επιδεικτικός, κυκλοφορούσε με σμαραγδένια περιδέραια και γούνινες εσάρπες και κυρίως ήταν ομοφυλόφιλος. Ένα ερωτικό πλάσμα ανοιχτά περήφανο για τους εραστές του και ταυτοχρόνως φορέας μιας χλιδής που φάνταζε στα μάτια του Έλληνα ως αμαρτία. Πώς να τον ανεχτεί κανείς;

             Μια ολόκληρη κοινωνία σαν την κυρά-Κώσταινα των εβδομήντα ετών σ’ ένα μικρό μπαλκόνι στα Πατήσια, με τσεμπέρι στο κεφάλι και τον καφέ στη χόβολη, που το πιο αισθησιακό πλάσμα που γνώρισε ήταν η Μελίνα, κοιτάζει τώρα τις φωτογραφίες του Ιόλα στην κοσμική στήλη του Ζάχου Χατζηφωτίου και φτύνει στον κόρφο της ξορκίζοντας τον ερμαφρόδιτο διάβολο. Και, ναι, ο διάβολος θα μπορούσε να είναι έμπορος τέχνης. Ένας πανέμορφος, έξυπνος, ταλαντούχος ομοφυλόφιλος με εμφάνιση φροντισμένη σε γκροτέσκο βαθμό και με προκλητικό χιούμορ, μακριά από κάθε πολιτική ορθότητα. Οι αμύθητης αξίας δωρεές που πάσχιζε να κάνει στην πολιτεία απορρίφθηκαν από τα πολιτικά πρόσωπα της εποχής (Μερκούρη και Καραμανλή) και ο ίδιος χλευάστηκε σαν τον τελευταίο αλήτη.

           Όταν ρωτήθηκε από τον βιογράφο του «Ποιό είναι το ελληνικό πνεύμα;», απάντησε «Όταν το πνεύμα δε μένει ικανοποιημένο από έτοιμες συνταγές, όσο καλές κι αν είναι. Και όταν αρχίζει να πειραματίζεται για λογαριασμό του». Το ελληνικό πνεύμα της εποχής πειραματίστηκε μαζί του. Ας περιμένουμε τώρα μήπως ξαναφανεί κανένας τέτοιος. Ένα «καλό παράδειγμα» Ιόλα ή τίποτα. Εντωμεταξύ, μπροστά στους γενναίους πάτρωνες, ας μάθουμε να βάζουμε τη σφεντόνα μας στην άκρη.

 Μ. Γ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s