*Κιτς – Μέρος α΄

Η αιώνια επιστροφή του Κιτς 

By M.

Μέρος α΄

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αξία», 30/07/11)


   Σε θέματα γεύσης και χρωμάτων δεν υπάρχει φιλονικία (de gustibus etcoloribus non est disputandum), σύμφωνα με τη λατινική παροιμία, η οποία γίνεται πιο συγκεκριμένη και πιο χορταστική στην ελληνική της εκδοχή:  Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Μια έκφραση, που νομιμοποιεί το ατομικό γούστο ως ένα αναφαίρετο δικαίωμα, μια προσωπική ελευθερία που δεν μπορεί να καταλυθεί από οποιαδήποτε αντίθετη γνώμη. Η κολοκυθόπιτα του καθενός βρίσκεται στο απυρόβλητο. Έχω κάθε δικαίωμα να προτιμώ οτιδήποτε, όσο αυτή μου η προτίμηση δεν επηρεάζει τους γευστικούς κάλυκες του διπλανού μου.

   Ο φιλελεύθερος μανδύας της παροιμίας αρχίζει να ξηλώνεται μόλις τεθεί το παρακάτω ερώτημα: «Τι γίνεται όταν η προτίμησή μου επηρεάζει τη στομαχική ζωή του άλλου;» Αυτό λοιπόν το τόσο προσωπικό ζήτημα του γούστου, φαίνεται να είναι  ζήτημα ευρύτερο και βαθύτερο, που προηγείται της ενσυνείδητης καλλιέργειας του πνεύματος και των αισθήσεων. Τα αισθητηριακά ερεθίσματα που δεν ελέγχουμε κάνουν τη δουλειά για μας πριν από εμάς. Εκ των υστέρων έρχεται η εκλέπτυνση (ή η πάχυνση) των αισθήσεων, για να ολοκληρωθεί το έργο. Ένα έργο ιδιωτικό, αλλά με κοινωνικές προεκτάσεις. Το θέμα του γούστου δεν παύει να είναι προσωπικό, αλλά από τη στιγμή που παίρνει διαστάσεις οράματος –επίσημα ή ανεπίσημα, άμεσα ή έμμεσα, όλοι προσπαθούμε να προσηλυτίσουμε τους άλλους στο γούστο μας – σπάει το φράγμα της ατομικής προτίμησης και γίνεται μόδα, στυλ, τέχνη, ντιζάιν, αισθητική ή και ηθική πρόταση. Γίνεται συμπεριφορά που αφορά ολόκληρη την κοινωνία και συνθέτει την πολυφωνική ή μονοφωνική κουλτούρα της.

 Το χάρισμα να διακρίνουμε τις τροφές

 Tο καλλιεργημένο γούστο συνδέεται άμεσα με το κρίνειν. Στα μέσα του 18ουαι, την εποχή που ο Μπάουμγκαρτεν εισήγαγε τον όρο «αισθητική», ο Βολταίρος, καθώς σημειώνεται στο «Δοκίμιο με Θέμα το Γούστο» του Μοντεσκιέ (Εκδ. Πόλις, 1994), γράφει στην Εγκυκλοπαίδεια ότι «αυτό το χάρισμα να διακρίνουμε τις τροφές μας, δημιούργησε σε όλες τις γνωστές γλώσσες τη μεταφορά, που με τη λέξη Γούστο εκφράζει το αίσθημα των αρετών και των ελαττωμάτων σε όλες τις τέχνες. Είναι μια γρήγορη διάκριση, όπως εκείνη της γλώσσας και του ουρανίσκου[…]»

   Η γρήγορη αυτή διάκριση, που οδηγεί στην αρέσκεια ή στην απαρέσκεια, συνήθως δεν καταφέρνει να μεταβεί από την ταυτολογία (μου αρέσει αυτός ο πίνακας, διότι μου αρέσει αυτός ο πίνακας) στην ανάλυση-κατάδυση στα αισθητικά αίτια (μου αρέσει αυτός ο πίνακας, γιατί  το συνθετικό σχήμα της πυραμίδας ενώνεται με το περίγραμμα της κεντρικής φιγούρας, επιτρέποντας μια μεταμοντέρνα ανάγνωση της αναγεννησιακής προοπτικής) ή στην ανάλυση-κατάδυση στα ψυχολογικά αίτια (μου αρέσει αυτός ο πίνακας, γιατί το διάχυτο γαλάζιο μου θυμίζει το πουκάμισο του πατέρα μου). Μένουμε συνήθως στο «μου αρέσει, γιατί έτσι». Πολλοί φοβόμαστε την ερμηνεία των πραγμάτων. Μας παρασύρει η δεισιδαιμονία ότι η ερμηνεία σκοτώνει τη μαγεία ή απλώς φοβόμαστε ότι θα κάνουμε λάθος. Κι όμως η ερμηνεία, ακόμα κι αν κάνει λάθος, μπορεί να παρατείνει τη μαγεία, κάνοντας το ερέθισμα παντοτινό μας κτήμα. Στο πλαίσιο των κλασικιστικών αξιών του Διαφωτισμού, ο Λα Ροσφουκώ μας παραδίδει τον εξής αφορισμό: «Το καλό γούστο προέρχεται από την κρίση μάλλον παρά από το πνεύμα», συνδέοντας το πνεύμα με το έμφυτο ταλέντο και την κρίση με την παιδεία. Με άλλα λόγια, για να έχει κανείς καλό γούστο πρέπει να παιδευτεί.

just eat it

Άσε το κακό να μπει (;)

   Χωρίς καλλιεργημένη αισθητική και κρίση, ο παραλήπτης της ανεξάντλητης ροής οπτικών και λοιπών μηνυμάτων, γεμάτων συμπαραδηλώσεις, παραμένει ανοχύρωτος και παθητικός. Τότε, από την πίσω πόρτα, μπαίνει το Κιτς (Kitsch). Το ενδιαφέρον είναι ότι το Κιτς δεν έρχεται ποτέ απρόσκλητο. Είναι αξιαγάπητο, ελκυστικό, συγκινητικό. Γι’ αυτό το λόγο του αξίζει μια εκτενής αναφορά, μια μονογραφία, που ελπίζουμε να ολοκληρωθεί σε τρεις συνέχειες.

 Δεν στοχεύουμε εδώ σε μια οντολογία του γούστου. Στόχος μας είναι να κατανοήσουμε αυτό το κοινωνικό, καλλιτεχνικό και ψυχικό φαινόμενο που ονομάζεται Κιτςκαι, ως πιστός σύντροφος, συμπορεύεται με τον οπτικό μας πολιτισμό. Θα διερευνήσουμε α) την προέλευση και τα αίτια της γέννησής του, β) θα εντοπίσουμε τα βασικά μορφικά χαρακτηριστικά του, γ) θα εξετάσουμε πώς το Κιτς μπορεί να γίνει υλικό για την Υψηλή Τέχνη και πώς η πιο ρηξικέλευθη Avant-Garde μπορεί να γίνει Κιτς. Τέλος, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε την αμφιθυμία που μπορεί κανείς να νιώθει απέναντι στο Κιτς. Το Κιτς δεν είναι τυχάρπαστο. Μπορεί να μην ξέρει τι κάνει, αλλά το κάνει τέλεια. Την ώρα που μας ενοχλεί με την κακή μίμηση, τη φλυαρία, τις χρυσαλοιφές και τη βλαχομπαρόκ εξάρτυσή του, ταυτόχρονα μας διασκεδάζει με τα πλήγματα που επιφέρει στη σοβαροφάνειά μας, μέσα από το συντριπτικό και αφελές του χιούμορ, διαπράττοντας το μέγα αισθητικό έγκλημα της παρωδίας του ανθρώπου.

Γλωσσική Ρίζα

   Η γλωσσική καταγωγή του όρου φαίνεται να μην είναι ξεκάθαρη, μιας που έχουν δοθεί αρκετές ετυμολογικές ερμηνείες, παρ’ ότι (σχεδόν) σε όλες πρωταγωνιστεί το γερμανικό ρήμα Kitschen, που σημαίνει «πασαλείβω», καθώς και «φύρδην μίγδην». Ο όρος Κιτς χρησιμοποιείται αρχικά στα μέσα του 19ου αιώνα, για να χαρακτηρίσει έργα ζωγραφικής και γλυπτικής. Συγκεκριμένα, επινοήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1860, στο Μόναχο, με αφορμή τις γύψινες διακοσμήσεις και τα παράταιρα γλυπτά, που κοσμούσαν το παλάτι του Λουδοβίκου της Βαυαρίας. Την λέξη «παράταιρο» θεωρούμε την πιο δόκιμη ελληνική απόδοση του όρου (από την καθηγήτρια λαογραφίας Α. Κυριακίδου-Νέστορος), αν και δεν αποδίδει όλο το φάσμα των σημασιών.

   Ο Ουμπέρτο Έκο («Ιστορία της Ασχήμιας» Εκδ. Καστανιώτη, 2007) αναφέρει ότι οι ρίζες του όρου εντοπίζονται μεν στο Μόναχο, αλλά σε μια αμερικάνικη συνήθεια, την αγορά φτηνών τουριστικών σκίτσων (sketch). Έτσι, από την παραφθορά της λέξης sketch προκύπτει ο χαρακτηρισμός Kitsch για τα ευτελή πράγματα που αγοράζουν όσοι επιθυμούν εύκολες αισθητικές εμπειρίες. Για το ρήμα Kitschen, ο Έκο παραθέτει δύο ακόμα ενδιαφέρουσες σημασίες. «Μαζεύω λάσπη στους δρόμους» και «Κάνω τα έπιπλα να φαίνονται αντίκες». Παιγνιωδώς θα λέγαμε λοιπόν ότι το Κιτς ρίχνει λάσπη στην υψηλή τέχνη συνήθως με την αντίθετη πρόθεση, δηλαδή να την υμνήσει!  Πάντως, είναι προφανές ότι, ετυμολογικά τουλάχιστον, το Κιτς  σχετίζεται με την άκριτη απόκτηση αντικειμένων, με την σύνθεση διά της μεθόδου του πασαλείμματος και φυσικά με την μίμηση.

Ένας ιππότης για τη βασούλα του χαρτιού

Του Κιτς η μάνα…

   Πώς γεννήθηκε το Κιτς; Οι συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα, σύμφωνα με τον Thomas Kulka (“Kitsch & Art“, 1996) διακρίνονται σε δύο τάσεις, με διαφορετική άποψη για την προέλευσή του. Όσοι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία εντοπίζουν την γέννησή του στην περίοδο του Ρομαντισμού, όπως ο Χέρμαν Μπροχ. Την ιστορική προέλευση του Κιτς, ο Αυστριακός συγγραφέας εντοπίζει στην ρομαντική αισθηματολογία του 19ου αι., που ανθεί άμετρα, όσο και ο ρομαντισμός στο σύνολό του, κυρίως στη Γερμανία και στην Κεντρική Ευρώπη. Yπό ένα πρίσμα ιστορίας της αισθητικής, βλέπει το Κιτς ως απόγονο του Ρομαντισμού, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ο ίδιος ο Ρομαντισμός δεν είναι Κιτς. Για τον Μπροχ, κάθε μορφή του Κιτς χρωστάει την ύπαρξή της στη δομή του Ρομαντισμού.

  Είναι ευδιάκριτη η συνέχεια που επισημαίνει ο Μπροχ, αν παρατηρήσει κανείς τα γνωρίσματα του ρομαντικού κινήματος. Το έντονο ατομικό συναίσθημα, η ακραία συγκίνηση και η ελευθερία στη φόρμα, είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τόσο τη φιλοσοφία της εποχής, όσο και τη λογοτεχνία, τη μουσική και φυσικά τη ζωγραφική. Διάχυτο συναίσθημα, άκρατη συγκινησιακή φόρτιση και εκφραστικότητα που απογειώνεται με το είδος, που ο Μίλαν Κούντερα ονομάζει «προαιώνια τυραννία του Κιτς», την όπερα!

Woofer και Αφροδίτη του Σκύλου

Άλλο Κιτς και άλλο Keats

   Στην δεύτερη τάση που επισημαίνει ο Kulka, ανήκει ο Αμερικανός τεχνοκριτικός Clement Greenberg (“Avant-Garde and Kitsch”, 1989), που εξετάζει το ζήτημα κοινωνικοπολιτισμικά. Την εμφάνιση του φαινομένου εντοπίζει στην ανάδυση της Νεωτερικότητας, συγκεκριμένα ως κατεξοχήν προϊόν της βιομηχανικής επανάστασης. Παράγοντες όπως η ανάδυση της μεσαίας αστικής τάξης, η προσέλευση των αγροτών στις πόλεις, η αστικοποίηση, η πτώση της αριστοκρατίας, η αποσύνθεση της λαϊκής κουλτούρας και τέχνης, συνέβαλαν στην αύξηση του αλφαβητισμού του προλεταριάτου και στην σχετική αύξηση του ελεύθερου χρόνου, ενώ ενίσχυσαν την μαζική παραγωγή και την τεχνολογική πρόοδο. Τα αποτελέσματα αυτά της βιομηχανικής επανάστασης θεωρούνται από τον Greenberg ως προϋποθέσεις για την γέννηση και την άνθιση του Κιτς.

   Ο Greenberg δεν αρνείται την σύνδεση του Κιτς με τον Ρομαντισμό. Συγκεκριμένα δέχεται ότι όντως οι Ρομαντικοί (αναφέρεται κυρίως στους Άγγλους ποιητές και συγκεκριμένα στον Keats) μπορούν να θεωρηθούν οι πρωταρχικοί αμαρτωλοί, των οποίων την ενοχή κληρονόμησε το Κιτς.

Ημιτελής μετάβαση

   Ο Greenberg για να εξηγήσει την ανάδυση του φαινομένου, εστιάζει στην αύξηση του παγκόσμιου αλφαβητισμού μεταξύ των αγροτών που μετεγκαταστάθηκαν, εν μέσω ραγδαίας βιομηχανικής ανάπτυξης, στις πόλεις. Οι αγρότες ως προλετάριοι ή ως μικροαστοί, έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν, αλλά δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν τον ελεύθερο χρόνο και τις ανέσεις, που αποτελούν προϋποθέσεις για μια ουσιαστική καλλιέργεια και μόρφωση, καθώς και για την απόλαυση της αστικής κουλτούρας. Εξαιτίας των αλλαγών στον τρόπο ζωής και ημιτελώς στο μορφωτικό τους υπόβαθρο, η προτίμησή στη λαϊκή κουλτούρα που γνώρισαν και ανέπτυξαν στην ύπαιθρο, απ’ όπου προέρχονταν, έχασε έδαφος και αντικαταστάθηκε. Ο αντικαταστάτης της παλιάς κουλτούρας των νέων αστικών μαζών, ήταν μια μαζική κουλτούρα, έτοιμη για κατανάλωση και ιδιαίτερα εύπεπτη, που ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του κοινού της.

   Σε σχέση με την κοινωνιολογική έρευνα πάνω στην προέλευση της ελαφράς και φτιασιδωμένης κουλτούρας, που εξαπλώνεται μετά τη βιομηχανική επανάσταση, καθόλου ανεξάρτητα από την αξία της κατανάλωσης και τις πρακτικές του καπιταλιστικού συστήματος, κάνει μια αναφορά ο Βρετανός θεωρητικός των μέσων και κοινωνιολόγος Dick Hebdige, στην πραγματεία του για το νόημα του στυλ («Υποκουλτούρα: Το νόημα του στυλ», Εκδ. Γνώση, 1979). Χωρίς να αναφερθεί στον όρο Κιτς, περιγράφει ένα από τα προσωπεία του. Αναφερόμενος στο πρώιμο έργο του Άγγλου διανοούμενου Richard Hoggart, παραθέτει τα συμπεράσματα του δεύτερου, για τα βασικά χαρακτηριστικά  της εργατικής κουλτούρας. Ο Hoggart, έχοντας μελετήσει τη ζωή των εργατών στην επαρχία του Ληντς κατά το 1958, αναφέρει ότι η παραδοσιακή εργατική τάξη, με τις παλιές και δοκιμασμένες αξίες της, είχε «σιγά σιγά διαβρωθεί και αντικατασταθεί από ένα ‘γυαλιστερό, ζαχαρωμένο κόσμο’ γεμάτο συγκινήσεις και φτηνή φιλολογία, γλυκερό και τιποτένιο». Βλέπουμε ότι η σύνδεση του Κιτς με τις αισθητικές ανάγκες του προλεταριάτου παγιώνεται στην προσέγγιση των περισσότερων μελετητών.

   O Παναγιώτης Κονδύλης υποστηρίζει στο βιβλίο «H Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού» (Εκδ. Θεμέλιο, 1995) ότι «το Κιτς διαδίδεται μέσα στις συνθήκες της όσμωσης ανάμεσα σε ανώτερη και μαζική κουλτούρα, εφόσον μάλιστα τρέφεται και το ίδιο από τα επιτεύγματα της πρώτης, τα οποία επεξεργάζεται σύμφωνα με το γούστο του κοινού του». Ο Κονδύλης επίσης μάς δείχνει ότι το Κιτς δεν αναγνωρίζει τις διαφορές ανάμεσα στον εαυτό του και την ιδεώδη Ομορφιά. Τα παράγωγά του φιλοδοξούν να αποτελέσουν δείγματα της ανώτερης κουλτούρας, με την έννοια του αστικού ορισμού των αισθητικών συγκινήσεων, αλλά εντέλει κινητοποιούν πολύ διαφορετικές ψυχικές δυνάμεις.

Barbie Φρύδια Κάλο

Αντέχω γιατί αλλάζω

   Το Κιτς είναι ανθεκτικό. Μετά την αρχική εμφάνιση του όρου στα μέσα του 19ου αι., η σύνδεσή του με την καταναλωτική αισθητική του 20ο αι. που το διογκώνει και το χρησιμοποιεί ως τουριστικό φολκλόρ ή ως μοδάτο φετίχ και επιπλέον η στυλιστική του τροποποίηση που εξασφαλίζει την βιωσιμότητά του, αποδεικνύουν ότι πρόκειται για φαινόμενο σκληροπυρηνικό, παρά τη ζαχαρωτή του αμφίεση. Πιστεύουμε ότι το μεθυστικό αυτό φαινόμενο εμφανίζεται με διάφορες μορφές και σε περιόδους όπου ο όρος δεν είχε καν επινοηθεί. Εδώ όμως δεν φιλοδοξούμε να εξαντλήσουμε το θέμα κι έτσι, υποχρεωτικά, θα αποφύγουμε τις βουτιές στα ύδατα της ελληνιστικής περιόδου, καθώς και του πλουμιστού Ροκοκό.

   Το Κιτς, ανθεκτικό, μελοδραματικό και γεμάτο εκπλήξεις, προερχόμενο κατά τον Κούντερα «από τα σιροπιαστά απόβλητα του μεγάλου ρομαντικού αιώνα» («Ο Πέπλος», Εκδ. Εστία, 2005) δίνει μορφή στις αισθητικές ανάγκες των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, που ζουν στην ημιμάθεια και απολαμβάνουν τα προϊόντα της, και στην πορεία ντύνει τις δημοφιλέστερες εκφάνσεις της μαζικής κουλτούρας, ολοένα και με πιο εντυπωσιακά μοντελάκια. Πώς πλασάρεται το Κιτς στο μαζικό κοινό, γιατί είναι τόσο δημοφιλές και ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του, θα παρακολουθήσουμε στο δεύτερο μέρος αυτής της μικρής «ελεγείας», που πενθεί ψευδο-εορταστικά το ταπεινωμένο σώμα του Υψηλού, θρηνεί για την γενικευμένη κακή εκτίμηση του αυθεντικού και παραχωρεί τον θρόνο του αυθεντικού στον, ομολογουμένως ευπροσήγορο, εχθρό του.

   Αυτό που θέλουμε εν κατακλείδι να σημειώσουμε είναι ότι η θέση του Κιτς έχει σημαντικά αλλάξει. Η μαζική κουλτούρα συνυφαίνεται με την τέχνη των μουσείων και των γκαλερί, φέρνοντας αποτελέσματα που ισχυροποιούν αυτή την αισθητική κατηγορία, σε βαθμό που να μην είναι πια… κατηγορία. Κάποτε το Κιτς ήθελε να μοιάσει στην Υψηλή Τέχνη. Τώρα η Υψηλή Τέχνη θέλει να μοιάσει στο Κιτς. Αυτό σημαίνει ότι το Κιτς που αγαπήσαμε όσο το θεωρούσαμε χαριτωμένη μειονότητα, τώρα κυριαρχεί. Σήμερα, η σχέση μας με το Κιτς πρέπει τουλάχιστον να αποκτήσει μια νέα συνειδητότητα, για να μην βρεθούμε όλοι πνιγμένοι στο ροζ.

                                                                                                                                        Μ.Γ.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s