*Κιτς – Μέρος β΄

Η αιώνια επιστροφή του Κιτς

by M.

Μέρος β΄


(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ”Αξία”, 06/08/11)

by M.

Το Άγιο Φως

           Το ροζ είναι το νέο μαύρο, προστάζει η Μόδα και χτυπάει το άβολο τσόκαρό της στο κυκλαδίτικο σοκάκι. Το λάθος είναι το νέο σωστό, κηρύσσει η Ηθική και τα φτιάχνει με τον άντρα της κόρης της. Το άσχημο είναι το νέο ωραίο, ψάλλει η Αισθητική και τοποθετεί το τελευταίο στρας στο φωτοστέφανο του ομοιώματος του Άγιου Σεβαστιανού, που είναι η βάση ενός εντυπωσιακού αμπαζούρ.

           Εντωμεταξύ, υπ’ αυτό το κατανυκτικό φως, εμείς, σκαρφαλωμένοι σε μια σκάλα, χτίζουμε την μακέτα της ζωής μας. Μαζέψαμε κανόνες και τους στήσαμε όπως μπορέσαμε. Κι εκεί που σοβατίζουμε, ξάφνου τραντάζεται η σκάλα. Οι αλλόκοτες φωνές της Μόδας, της Ηθικής και της Αισθητικής κλονίζουν το σύμπαν, η κλίμακα αξιολόγησης ανατρέπεται και μαζί της καταρρέει το έδαφος που πατάμε κι ο ουρανός που κοιτάζουμε. Ορθωνόμαστε και πάλι, σηκώνουμε και την κλίμακα. Διαπιστώνουμε ότι έχει προκύψει ένα σοβαρό ζήτημα. Δεν μπορούμε να επανατοποθετήσουμε τη σκάλα αν δεν ξέρουμε πού είναι το πάνω και πού το κάτω.

            Ο Μποντριγιάρ, στην «Διαφάνεια του κακού» (Εξάντας, 1996), μίλησε για την εποχή του υπεραισθητικού ή υποαισθητικού, όπου δεν υπάρχει πλέον ούτε ωραίο ούτε άσχημο. Απελευθερώνονται το ένα από το άλλο, αντιστέκονται στον ορισμό τους και αφήνονται σε έναν φρενήρη πολλαπλασιασμό. Δεν υπάρχει πλέον το ωραίο, αλλά το ωραιότερο, και δεν υπάρχει το άσχημο, αλλά το ασχημότερο. Ο φιλόσοφος ονομάζει Κιτς την «ασχήμια στο τετράγωνο». Ωστόσο θεωρούμε ότι από τον ορισμό του Κιτς δεν μπορεί να εξαιρεθεί η εξωραϊστική λειτουργία του. Το Κιτς ασχημονώντας υλοποιεί τις εξωραϊστικές του/μας φαντασιώσεις. Αυτή η μεγαλομανία φτάνει μέχρι το πλεοναστικό εγχείρημα να εξωραΐσει την ίδια την ομορφιά.

            Όταν το ωραιότερο του ωραίου είναι άσχημο και το ασχημότερο του άσχημου ωραίο, οπωσδήποτε καταλύεται η σχέση των αντιθέτων και παντός είδους κλίμακα αχρηστεύεται. Για να κατανοήσει κανείς το Κιτς σήμερα, πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του αυτή την «δια-αισθητική» διάχυση των αξιών, που καθορίζει υπόρρητα τον τρόπο που κάνουμε τις επιλογές μας.

Πώς θα σε αναγνωρίσω;

        …θα στέκομαι έξω από το μαγαζί με τις κινηματογραφικές μινιατούρες στο Μολ, θα φοράω ένα σορτσάκι από λεοπάρ λίκρα και μια ασορτί γλαδιόλα στα μαλλιά και θα κρατάω ένα μπαλόνι με τον Τσε. Α προπό, σου πήρα τους αφορισμούς του Νίτσε σε φωτορομάντζο… μου είπες ότι σου αρέσει η φιλοσοφία, σωστά; Μην αργήσεις όμως γιατί θα κρυώνω.

        Με βάση την κατηγοριοποίηση των αισθητικών παρεκκλίσεων, που βοηθά στην αναγνώριση του Κιτς, από τον καθηγητή Ιστορίας Τέχνης Αντώνη Κωτίδη, θα ερμηνεύσουμε την παραπάνω σκηνή. Πρώτον, παρατηρούμε τουλάχιστον μία «Μετατόπιση υλικού»: το λουλούδι από πλαστικό σε χρώμα αιλουροειδούς. Δεύτερον, έχουμε «Ανατροπή της κλίμακας»: οι μεγάλοι σταρ του Χόλιγουντ σε μικρά γύψινα ειδώλια. Τρίτον, υπάρχουν στοιχεία «Χωρικής ασυμβατότητας»: φοράω καλοκαιρινό σορτς στην καρδιά του χειμώνα, κρατάω το απόλυτο σύμβολο της επανάστασης τυπωμένο σε μπαλόνι.

       Η χωρική συναντά την χρονική ασυμβατότητα και μαζί δημιουργούν τις πιο αμετροεπείς και σουρεαλιστικές συνθέσεις, εκλαϊκευτικές μα διόλου αυθεντικά λαϊκές,  παράταιρες κι όμως εντελώς ταιριαστές στην ανακατεμένη συλλογική μας συνείδηση που πάσχει από αισθητική υποπλασία.

Τα σουβενίρ και η συγκίνηση

         Όταν θα γυρίσω στο σπίτι θα στολίσω το μικρό κυκλαδίτικο εκκλησάκι πάνω στο καλοριφέρ, δίπλα στον Πύργο του Άιφελ και στον κουρδιστό Πύργο της Πίζας. Είναι η γωνιά με τα αγαπημένα μου σουβενίρ… φυσικά ξεχωρίζει το καδράκι με το αποξηραμένο ρόδο από το μπαλκόνι της Ιουλιέτας, που αγόρασα στη Βερόνα. Αχ, τι ρομαντικό ταξίδι! Θυμάσαι; Είχαμε κάνει μια τέλεια αναπαράσταση, υπό τα φλας δεκάδων Γιαπωνέζων. Εγώ στο μπαλκόνι πλατινομαλλούσα κι εσύ από κάτω μού έδινες υποσχέσεις ότι θα απαρνηθείς τη μάνα σου. Μετά άλλαξαν όλα. Τώρα η μάνα σου μένει μαζί μας κι έχει μείνει μόνο αυτό το ρόδο να μου φέρνει ένα καυτό δάκρυ στα χείλη. Μ’ αγαπούσες τότε, γλυκέ μου τύραννε. Μ’ αγαπούσες…

    Τα σουβενίρ είναι χειροπιαστές (και σιροπιαστές) αναμνήσεις. Συμπυκνώνουν το νόημα του ταξιδιού, σαν κουκούτσι που μένει αφού φαγωθεί ο χρόνος της εκδρομής. Αν φυτευτεί σε μια γωνία του σπιτιού λουλουδιάζει αναμνήσεις και λειτουργεί ως μάρτυρας του παρελθόντος χρόνου. Γινόμαστε ευσυγκίνητοι όταν θυμόμαστε τη νεότητα που μας έφυγε ανεπιστρεπτί. Αυτή η θύμηση μας κάνει ευάλωτους και ενδεείς μπροστά στον χρόνο που έρχεται. Κοιτάζοντας τα σουβενίρ ανακατασκευάζουμε την εικόνα του νεαρότερου εαυτού μας και επενδύουμε με νοσταλγία όλα τα συναισθήματα που κάποτε δοκιμάσαμε. Είναι σαν να βάζουμε σε όλα τα φαγητά γλυκόξινη σάλτσα. Προφανώς καταλήγουν να έχουν την ίδια γεύση, εκείνη της γλυκόξινης νοσταλγίας.

        Ο Μποντριγιάρ, στην «Καταναλωτική κοινωνία» (Νησίδες, 2000), συνδέει το κιτς με τα τουριστικά θέρετρα. Το χαρακτηρίζει αντικείμενο-σκουπίδι, που λειτουργεί κατά κύριο λόγο ως σουβενίρ, και συμπληρώνει: «Στην αισθητική της ομορφιάς και της αυθεντικότητας, το Kitsch αντιπροτείνει την αισθητική της προσομοίωσης: παντού αναπαράγει αντικείμενα μικρότερα ή μεγαλύτερα από τη ζωή, μιμείται υλικά, μαϊμουδίζει μορφές ή τις συνδυάζει ανάρμοστα, επαναλαμβάνει τη μόδα χωρίς να έχει υπάρξει μέρος της εμπειρίας της μόδας».

      Αυτή η οπτική καταδεικνύει την κυριαρχία της απομίμησης πάνω στο αυθεντικό και την τακτική νοθείας που εφαρμόζει η τουριστική (άρα πολιτιστική) βιομηχανία εις βάρος της λαϊκής κουλτούρας, πουλώντας μας ανυπόφορα όσο και αναπόφευκτα μπιμπελό, που αγοράζονται τόσο εύκολα όσο εύκολα καταναλώνονται. Φυσικά, τα μπιμπελό είναι το μικρότερο αισθητικό τίμημα που πληρώνουμε εμείς οι αυταπατημένοι της συσκευασμένης χαράς. Ο Αντόρνο γράφει ότι οι άνθρωποι «ανομολόγητα υποπτεύονται ότι η ζωή τους θα τους γίνει πια εντελώς αφόρητη, αν πάψουν να είναι προσκολλημένοι σε ικανοποιήσεις, οι οποίες είναι ανύπαρκτες» («Σύνοψη της πολιτιστικής βιομηχανίας», Εκδ. Αλεξάνδρεια). Εν πολλοίς, η αναγκαιότητα του Κιτς έχει, εκτός από «βιομηχανική» καταγωγή, και ισχυρότατες ψυχολογικές ρίζες.

"τριάντα ευρώ αμόλυβδη περγαμόντο και δέκα βουτήματα ντίζελ με σταφίδες"


Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Κιτς είναι…

      …καταπραϋντική. Ο Κούντερα, στο μυθιστόρημα «Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι», εισάγει την θεωρία της «κατηγορικής συμφωνίας με το είναι» που εντοπίζεται στην αβίαστη αποδοχή ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε τέλειος από έναν τέλειο Πλάστη. Την πίστη στην τελειότητα αμαυρώνει ένα μόνο μελανό σημείο, εκείνο που μας ενημερώνει για τον «απαράδεκτο χαρακτήρα της Δημιουργίας» και δεν είναι άλλο από τη στιγμή της αφόδευσης. Έτσι, «η κατηγορική συμφωνία με το είναι, έχει σαν αισθητικό ιδεώδες έναν κόσμο όπου υπάρχει η άρνηση των σκατών και όπου ο καθένας συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχαν. Αυτό το αισθητικό ιδεώδες ονομάζεται κιτς».

         Την απομάκρυνση από την ιδέα της φθαρτότητας συνοδεύει μια γλυκιά ωδή που κρύβει πίσω της ένα memento mori. Κατά Κούντερα «Το κιτς είναι ένα παραπέτασμα που συγκαλύπτει το θάνατο». Εκεί που η πίκρα προμηνύεται οδυνηρή, την συγκαλύπτουμε τρώγοντας ένα βάζο με γλυκό κεράσι. Κι αυτό όμως καταντάει αηδία, οδηγώντας ανυπερθέτως στα ίδια αποτελέσματα, στον «απαράδεκτο χαρακτήρα της Δημιουργίας» που προσπαθούμε πάση θυσία να ξεχάσουμε.

         Κλείνουμε εδώ, για να επανέλθουμε το επόμενο Σάββατο στο τελευταίο μέρος της «Αιώνιας Επιστροφής του Κιτς», με την εξής σκέψη. Μια άμυνα ενάντια στην πνευματική φθορά είναι να ξεπλυθούμε από το γενικευμένο Κιτς. Είναι βέβαιο ότι όσο ελκυστικό κι αν είναι ένα άρωμα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει το νεροσάπουνο.

Μ.Γ.

Ταβέρνα "Πειραιάς" στη Βουδαπέστη

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s