*Πού είναι η Αρκαδία;

Πού είναι η Αρκαδία;

by M.

Δημοσιεύτηκε στην Αξία, 15/10/11

«Οι θρόνοι μετατρέπονται σε πυκνά δάση˙

ας είναι η ευτυχία μας αρκαδικά ελεύθερη!»

 Γκαίτε, Φάουστ ΙΙ, 3 (9572-3)

 

           Τι θα πει «Αρκαδία»; Ποιες ρομαντικές δυνάμεις μετέτρεψαν κάποτε ένα κομμάτι της Πελοποννήσου σε Ιδανικό; Ποιος ποιμένας την τοποθέτησε ευλαβικά στην κόψη ζωής και θανάτου; Μήπως ο Πάνας; Ο Θεόκριτος; Ο Βιργίλιος; Ο Κολοκοτρώνης και τα παλικάρια του Νικηταρά; Ο Γκαίτε και οι αλχημείες του; O Γκουερτσίνο; Ο Πουσσέν; Ίσως ένας διερχόμενος βοσκός με τα μακάρια αρνιά του; Το πευκόδασος του Λυκαίου όρους ή οι αρκούδες του Μαινάλου; Ποιο βουκολικό δαιμόνιο έκανε την Αρκαδία να σημαίνει ελευθερία;

        Φυσικό είναι που συνυφαίνεται με την έννοια της ελευθερίας η μυθοβλύζουσα Αρκαδία, με τις Νύμφες και τους Ολύμπιους θεούς να δοκιμάζουν τακτικότατα, κάτω από τα έλατα, μέσα στα νερά και πίσω από τα ιερά, σε εκείνο το ιδανικό σκηνικό για βουκολικές συνευρέσεις, τον εκστατικό ερωτισμό τους και τις εμπνευσμένες μεταμορφώσεις τους˙ η παλικαρομάνα Αρκαδία του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα, του Νικηταρά, που αναφωνούσε ταμπουρωμένη απ’ τις αητοφωλιές «ελευθερία ή θάνατος» και εφορμούσε προς την ανυποταξία. Στην Αρκαδία της μουσικής, όπου, σύμφωνα με τον Οβίδιο, ο θεός Παν έκανε τα καλάμια να ηχήσουν, θεωρείτο όνειδος για τους εφήβους να μην γνωρίζουν αυλό και χορό! Η Αρκαδία της άγριας φύσης, Ηχούς φίλη και «φαντασιών επαρωγός», μοιάζει να προηγείται των πάντων, με το βαθύ πράσινο, το μυρωδάτο χώμα της, τα ελατοδάση παρα-ταγμένα υπέρ των μυστικών της αρμονίας, και ταυτόχρονα ν’ ακολουθεί τα πάντα ως απόηχος αυτού του μακρόσυρτου παιάνα που ζάλισε τον δυτικό πολιτισμό και έσπειρε τον πανικό… Φυσικά, έναν πανικό εκ του Πανός, που περιέχει δέος για το άγριο και το φυσικό, θαυμασμό για την αθωότητα και την ελευθερία στον έρωτα, και βλέψεις για την επιστροφή σε κάποια χαμένη κι ανεκτίμητη ουσία.

Το αρκαδικό πρότυπο

          Η έκρηξη της πολιτικής, οικονομικής και ψυχολογικής φούσκας στη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια, κοντεύει να μας πείσει ότι η Αρκαδία δεν βρίσκεται πια στην Ελλάδα. Άραγε αυτή η μετατόπιση αληθεύει; Ο Γιώργος Λαμπράκος στο άρθρο του με τίτλο «Η Αρκαδία δεν βρίσκεται στη Γη» (Konteiner, 10/2010) παρομοιάζει το «όνειρο μιας επίγειας Εδέμ δίχως εργασία» με «το όνειρο της αθανασίας: όσο ειλικρινέστερα το εξετάσει κανείς, τόσο πιο εφιαλτικό φανερώνεται». Πράγματι αν κάποτε η ευδαιμονία ταυτιζόταν με την ανάπαυλα σε κάποιον επίγειο Παράδεισο, σήμερα η γενικευμένη έλλειψη εργασίας μετατρέπει την ουτοπία της ρέμβης σε κόλαση. Η ακμάζουσα Αρκαδία της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης, που μετέπειτα αναβίωσε ως το απόλυτο ιδεώδες στην φιλολογία της δυτικής Αναγέννησης και αποτέλεσε κινητήριο μοχλό στην τέχνη και την διανόηση, είναι πλέον αχαρτογράφητη στη συνείδηση των Ελλήνων. Δεν μπορούμε να εργαστούμε, ούτε να ρεμβάσουμε. Με άλλα λόγια, την ψάχνουμε και δεν τη βρίσκουμε πουθενά.

         Κάποτε η Αρκαδία βρισκόταν παντού. Διαβάζοντας για την τεράστια επιρροή της στον δυτικό κόσμο, σε μια μελέτη ενδελεχέστατη και αξιοζήλευτη, του σύγχρονου Ισπανού μελετητή Pedro Olalla González de la Vega, με τίτλο «Ευδαίμων Αρκαδία» (Road Editions, 2005, με χορηγό το εξαιρετικό Αρκαδικό Μουσείο χαρακτικής στο Λεβίδι), διαπιστώνουμε πως ήταν τόσο ισχυρή ως πρότυπο, που συνοψίζει το αθάνατο(;)ελληνικό ιδεώδες συνολικά. Αυτή η γη, όπως περιγράφεται από Έλληνες και Ρωμαίους (Παυσανία, Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Πολύβιο, Θεόκριτο και Πλίνιο), συνδύασε την ευαισθησία, την αγνότητα, την ευσέβεια του λαού απέναντι στην παράδοση, με το υπέροχο φυσικό τοπίο, συγκροτώντας ένα λαμπρό παράδειγμα ευτυχίας και ταπεινότητας ανά τον κόσμο. Λεγόταν μάλιστα πως ο Απόλλωνας είχε θέσει σαν πρότυπο ευτυχίας τους αγρότες της Αρκαδίας απέναντι στους πλουσιότερους βασιλείς της Ασίας.

           Η πεποίθηση ότι η Αρκαδία ήταν τόπος ευδαιμονίας, καλλιεργήθηκε αργότερα από στοχαστές και καλλιτέχνες της Δύσης και διαδόθηκε στα πλάτη και στα βάθη, τροφοδοτώντας και την ίδια την Ελλάδα με την εικόνα της. Μια εικόνα που πρότερα χαρακτηριζόταν από ταπεινότητα, αλλά μόλις επέστρεψε ως είδωλο στα μάτια της, η Ελλάδα άρχισε να ναρκισσεύεται και να στολίζει την αρχαία σοφία της με γυαλιστερές πούλιες, για να λάμψει περισσότερο από το φυσικό της φως. «Ύβρις!» θα φώναζε ο Δίας. Αλλά, ποιος τον ακούει;

Διάσπαση

      Τελευταία ξεβούλωσαν τα αυτιά μας από τις φωνές˙ των ισχυρών Ευρωπαίων, των εκτιμητών μας, των δημοσιογράφων, των αδικημένων, των αγανακτισμένων. Άνοιξαν τ’ αυτιά μας και δέθηκαν τα χέρια μας. Το νέο μας Ιδεώδες έγινε η επιβίωση.

         Αφού αγαπούμε τα Ιδανικά, τότε ας προσβλέπουμε στο εξής: ότι κάθε κρίση, ιδανικά, θα πρέπει να μας κάνει καλύτερους, όχι χειρότερους. Να κοιτάξουμε να κρατηθούμε από την υψηλότητα της κάποτε ένδοξης φήμης μας, αλλά και να μάθουμε να γονατίζουμε στη γη, όπως ξέρει να κάνει χωρίς ντροπή ο μετανάστης που προσλάβαμε κάποτε για το χωράφι μας. Ας λερώσουμε τώρα τα τακουνάκια μας, για να μάθουμε τι θα πει να ξεδιαλέγεις τα γλυκά χόρτα από τις πικρουλήθρες. Το χώμα είναι σκληρό σαν λυδία λίθος και θα δείξει το ποιόν μας. Μακάρι να μην έπρεπε να φάμε χώμα για να το εκτιμήσουμε.

         Θα μάθουμε άραγε ποιοι είμαστε; Είναι μάταιο να αναζητούμε την Αρκαδία που οι άλλοι βρήκαν κάποτε σε εμάς; Πιστεύω πως οφείλουμε να αναζητούμε την έμπνευση και να μην απογοητεύομαστε τόσο συθέμελα. Αφού δεν τα βρίσκουμε με τις συλλογικότητες, είναι ζωτικής σημασίας τουλάχιστον να συνδυάσουμε τον ατομισμό μας με τον ατομισμό των άλλων. Αλλιώς, είμαστε αβοήθητα διασπασμένοι.

Et in Arcadia ego, il Guercino, 1618-1622

Μαινάλιος έρως

       Κι όσο συμβαίνουν όλα αυτά στις ελληνικές, στις ευρωπαϊκές πόλεις και στο παγκόσμιο διαδικτυακό χωριό, υπάρχουν κάτι άλλα χωριά στον Πάρνωνα και στο Μαίναλο, όπου καμία διάσπαση δεν συμβαίνει. Μάλιστα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο˙ μια ριζική ψυχική συγκόλληση. Στο όρος Μαίναλον συνευρέθηκαν ο Κρόνος και η Ρέα και γεννήθηκε ο Δίας, ο αχόρταγος Δίας συνευρέθηκε με την Καλλιστώ και γεννήθηκε ο Αρκάς. Στον τόπο όπου ερωτοτρόπησαν παντοιοτρόπως οι θεοί νιώθει κανείς μέρος του όλου, αντιλαμβάνεται την ξεχασμένη ενότητα, τον έρωτα με τον Κόσμο.

          Ο έρωτας ξαναζεί κι εξυμνείται από τους «μαινάλιους στίχους» των βουκολικών ασμάτων του Βιργιλίου, που γιορτάζουν την ένωση με τη φύση και «τον έρωτα που τα πάντα νικά». Στα «Βουκολικά» (35μ.Χ.) η απογοήτευση από τον εμφύλιο και την καταστροφή της ιταλικής υπαίθρου τον οδηγούν να εναποθέσει τις ελπίδες του σε μια χαμένη χρυσή εποχή. Αυτή η εποχή ταυτίζεται με την Αρκαδία. «Εδώ οι κρύες πηγές, εδώ τα απαλά λιβάδια, Λυκορίδα,/ εδώ το δάσος˙ εδώ μαζί σου θα εξαντλούσα τη ζωή ολόκληρη» γράφει ο ποιητής.  Η Αρκαδία εκτός από τόπο πνευματικότητας, που θεραπεύει τους πόνους του έρωτα, συνιστά και τόπο αυτοεξορίας, όπου ο ευαίσθητος άνθρωπος αναζητά εκ νέου τον εαυτό του. Πολλοί μετά τον Βιργίλιο γοητεύτηκαν από το θέμα, αλλά ο Τζάκοπο Σανατσάρο αναβίωσε λογοτεχνικά με την «Αρκαδία» του (1504) αυτή την ουτοπία, που πολλοί έκτοτε ονειρεύτηκαν. Ευτυχώς ορισμένοι ονειρεύονται με τα πινέλα τους.

Et in Arcadia ego

         Το 1618 το όνομα της Αρκαδίας εμφανίζεται πρώτη φορά σε πίνακα ζωγραφικής. Ο Ιταλός Γκουερτσίνο μετά τη μαθητεία του δίπλα στους μεγάλους Βενετσιάνους μάστορες δημιουργεί ένα έργο τέχνης που έμελλε να προβληματίσει τους συγχρόνους του, με το ζοφερό του θέμα και την αινιγματική επιγραφή που περιλαμβάνει. Η φράση «Et in Arcadia ego» είναι χαραγμένη πάνω στο απεικονιζόμενο βάθρο, όπου δεσπόζει μια νεκροκεφαλή.

          Ο πίνακας θα μπορούσε να εκληφθεί ως εικαστική απόδοση κάποιου λογοτεχνικού επεισοδίου από τα «Βουκολικά» ή από την «Αρκαδία». Κι όμως, όπως μας πληροφορεί ο Olalla, ο Γκουερτσίνο εισάγει την απομυθοποίηση της γήινης ευτυχίας ρίχνοντας μια σκιά θανάτου πάνω στην ευδαίμονα γη. Έχουμε μια κρυπτική επιγραφή που απηχεί το πνεύμα της Αντιμεταρρύθμισης και του Μπαρόκ, πλαισιωμένη από τις χαρακτηριστικές έντονες φωτοσκιάσεις. Η απεικόνιση είναι εύγλωττη. Δυο βοσκοί συναντούν αιφνιδίως έναν τάφο, πράγμα που τους εκπλήσσει αρκετά ώστε να κάνουν μια στάση, ενδεείς μπροστά σ’ αυτό το λαμπερό κρανίο που λειτουργεί ως υπόμνηση θανάτου.

 

Nicolas Poussin, Οι ποιμένες της Αρκαδίας (Et in Arcadia ego), 1637-1640

Οι ποιμένες της Αρκαδίας

        Ωστόσο, η φράση «Et in Arcadia ego» δεν ερμηνεύτηκε μόνο ως προειδοποίηση εκ μέρους του θανάτου, με την ηθικολογική χροιά της εποχής, αλλά και ως κωδικοποιημένο μυστικιστικό μήνυμα. Οι εκδοχές αναγραμματισμού δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές, παρά την ακμή του ερμητισμού εκείνη την εποχή στην Βενετία. Ο γρίφος έμελλε να επιστρέψει άλυτος και εις διπλούν από τον μεγάλο Νικολά Πουσέν.

        Στη δεύτερη εκδοχή του διάσημου έργου του «Οι ποιμένες της Αρκαδίας» (1640), η φράση επανεμφανίζεται πάνω σε μια πέτρινη σαρκοφάγο, χωρίς κρανίο αυτή τη φορά, ενώ γύρω σκύβουν να τη διαβάσουν τρεις βοσκοί, γνήσια τέκνα του κλασικισμού του Πουσέν, υπό την αιγίδα, θα λέγαμε, μιας αινιγματικής γυναικείας φιγούρας. Οι ερμηνείες καλά κρατούν: ο Πανόφσκι θεωρεί ότι η ελλειπτική φράση συμπληρώνεται από το ρήμα «vixi» («έζησα») και ότι ο νεκρός εγκατέλειψε τα εγκόσμια με την επιθανάτια  νοσταλγία: «Και εγώ ΕΖΗΣΑ στην Αρκαδία». Ο Λεβί-Στρως θεωρεί πως η φράση συμπληρώνεται από το ρήμα «sum» («είμαι») και την εκφέρει ο  θάνατος, απειλώντας: ακόμα «κι εγώ ΕΙΜΑΙ στην Αρκαδία». Μεταξύ νοσταλγίας και θανάτου, πρέπει να βρεθεί επειγόντως μια νέα εκδοχή… κάπως πιο φωτεινή.

Αγία Φωτεινή

           Λοιπόν, είμαι κι εγώ στην Αρκαδία. Βλέπω το φως απ’ τη σκιά της καρυδιάς. Κι ύστερα φεύγω και αναζητώ, μέχρι να βρω. Και βρίσκω ένα ακόμα μαγικό, πετρωμένο στη γη˙ μια εκκλησία. Καταχωρίστηκε από ορισμένους (πολιτικά ορθούς;) στα κακόγουστα, από άλλους (θρησκο-τυπολάγνους;) στα ειδωλολατρικά, μα για πολλούς ανήκει σε εκείνα τα σπάνια, τα τολμηρά, τα πνευματικώς κι αισθητικώς υψηλά. Πρόκειται για έναν ναό που έχει το θάρρος να φτερουγίζει γύρω από τον σταυρικό του άξονα, έχει την αντοχή να κουβαλάει στις στέγες του όλους τους αγίους, έχει την έμπνευση να θεμελιώνεται στις ευχές των αρχαίων, να αντλεί τη φαντασία του από το μύθο και να αφιερώνεται, με τον τρόπο που γνωρίζει, στην σωτηρία. Στην Αγία Φωτεινή, πάνω στα ψηφιδωτά συναντιέται η Ηώς, το πρωινό φως, με την εσπερινή Αμφιλύκη, το τελευταίο φως της μέρας. Νομίζω, τέτοιες πνευματικές συναντήσεις μπορεί να αιχμαλωτίσει μόνον η αισθητική μορφή, που είναι η μάσκα της ουτοπίας.

             Πόσοι ενοχλήθηκαν από αυτό το ιδιαίτερο αρχιτεκτόνημα του Κώστα Παπαθεοδώρου! Παρ’ ότι μέσα στο όνομά του κρύβονται και οι προθέσεις του˙ ένα θεού δώρο έκανε ο καλλιτέχνης στη Μαντινεία κι όμως αμφισβητήθηκε ανεπίτρεπτα και σε αναντιστοιχία με την βαθιά μελέτη του. Οι Χριστιανοί φοβήθηκαν μήπως τυχόν και ξεπηδήσει ο Πάνας μέσα στο ιερό; Πάντως με οδηγό την ιεροσύνη και την επιστημονική κατάρτιση του Παπαθεοδώρου, το κτίσμα αυτό που, μέσα από προσεγμένους συμβολισμούς φέρνει σε συμφωνία την Αρχαία Ελλάδα με το Βυζάντιο, δεν είναι, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα, «παρά ένα μικρό λιθαράκι το οποίο κύλησε από τα έλατα του διπλανού Μαινάλου». Ταυτόχρονα η μορφή του είναι τόσο νωπά χειροποίητη, σαν κεραμικού που βγήκε μόλις απ’ το φούρνο. Αρκεί δε να πιστεύει κανείς στη Γλώσσα, για να επιτρέψει στη λέξη «Θέω» (σημαίνει «Τρέχω») να κυλήσει μέσα του σαν λιθαράκι, αντικρύζοντας την Αγία Φωτεινή, που, κάνω την τολμηρή εικασία, ότι ο Γκαουντί θα αγαπούσε. Ένα μοναδικό αντικείμενο γεμάτο ήρεμη σοφία που λάμπει στην αρχαία Μαντινεία.

Αγία Φωτεινή Μαντινείας

Προσγείωση

          Το εκεί της Αρκαδίας, το πιο ‘κει του Θανάτου και το απόλυτο, καταλυτικό εδώ της σύγχρονης Ελλάδας βρίσκονται μέσα στο επίγραμμα «Et in Arcadia ego». Η νοσταλγία για την ξέγνοιαστη κι ελεύθερη ζωή κι ο φόβος για «αυτό» που έρχεται είναι τα συστατικά της ψυχικής βόμβας που κουβαλάμε. Η Αρκαδία ως ιδανικό θεωρείται πλέον ουτοπία, ή κοινοτοπία, πάντως μια χαμένη πατρίδα. Φύγαμε από τον πνευματικό τόπο όπου δεν νιώθαμε εξόριστοι και μπήκαμε στο τρίγωνο των Βερμούδων. Νιώθουμε διαρκώς χαμένοι.

                Αν στην ερώτηση «πού είναι η Αρκαδία;» μόνη ικανή απάντηση είναι «στο κέντρο της Πελοποννήσου», παρ’ όλα αυτά πιστεύω πως είναι μια καλή απάντηση, προσγειωμένη, που δεν αποπροσανατολίζει κανέναν και ξαναβάζει τα πράγματα στη θέση τους.  Η Αρκαδία είναι εκεί που ήταν πάντα. Ευτυχώς, σε δυο ωρίτσες με αυτοκίνητο, έχεις φτάσει. Στο πλαίσιο επαναπροσδιορισμού όμως, καλόν είναι, εφόσον φτάσεις, να μην ψάξεις μόνο για τον Πάνα, που τόσο αρέσκεσαι να τον έχεις σύμβουλο, αλλά και για την ψυχρή Αθηνά, που δεν παύει να είναι η θεά της σοφίας.

Μ.Γ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s