Εκτός Εαυτού

«ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΥ»

Εκδόσεις Σμίλη, 2013

Εκτός Εαυτού_Εξώφυλλο βιβλίου_Σμίλη 2013

Πώς παίζεται ένα ερωτικό παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους χωρίς έρωτα και χωρίς εξουσία; Ποιος ακούει τη φωνή σου όταν είσαι κλεισμένος σε ένα άδειο μουσείο;

Ο νυχτοφύλακας και η διευθύντρια του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας μπλέκονται σε ένα «παιχνίδι απόδρασης» που καταργεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα φύλα,  ανάμεσα στο νόημα και το χάος, ανάμεσα στο πάνω και στο κάτω, ανάμεσα στη νίκη και την ήττα. 

Η νύχτα πέφτει στο μουσείο. Έλα μέσα. Θαύμασε τα βαλσαμωμένα ζώα. Κατασκεύασε αντιπάλους. Φαντασιώσου ότι είσαι δυνατός. Παίξε όσο προλαβαίνεις.

Το έργο

Το «Εκτός Εαυτού» είναι ένα κωμικό δράμα πέντε πράξεων και διάρκειας 70΄, που αφηγείται την ιστορία δύο ανθρώπων-ρόλων που συναντιούνται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας για να μπλεχτούν σ’ ένα παιχνίδι που άλλοτε μοιάζει με αισθησιακό σκάκι κι άλλοτε με νευρικό πινγκ-πονγκ. Μια κωμωδία τακτοποιημένη πάνω στο χάος της ύπαρξης.

.

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ|| Οκτώβριος ’13-Ιανουάριος ’14 || Θέατρο Νέου Κόσμου

Ektos Eaytou_N.Kosmos_23.10-09.01_2

Συντελεστές

Κείμενο: Μαρία Γιαγιάννου

Σκηνοθεσία: Γιώργος Γιανναράκος.

Πρωταγωνιστούν: Μαρβίνα Πιτυχούτη, Αποστόλης Κουτσιανικούλης.

Σκηνική εγκατάσταση: Ιβάν Παπαδόπουλος

Μουσική live: κωστας γ

Βοηθός σκηνοθέτη: Πένυ Ζήση

Κίνηση: Δήμος Αμπράζης

Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού

Φωτογραφίες: Θοδωρής Σταμπέλος

.

***

.

Τετάρτη & Πέμπτη, 21.15

Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Ν. Κόσμος

Κρατήσεις: 9212900, Viva.gr 11876, Παπασωτηρίου, Seven spots

.

 

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ|| Μάιος-Ιούνιος 2013 || CAMP

Παπαδάκη-Κουτσιανικούλης

Συντελεστές

Κείμενο: Μαρία Γιαγιάννου

Σκηνοθεσία: Γιώργος Γιανναράκος.

Πρωταγωνιστούν: Νάνα Παπαδάκη, Αποστόλης Κουτσιανικούλης.

Σκηνική εγκατάσταση: Ιβάν Παπαδόπουλος

Μουσική live: κωστας γ

Βοηθός σκηνοθέτη: Πένυ Ζήση

Κίνηση: Δήμος Αμπράζης

Κοστούμια: Μαρία Λάφη-Νάσια Σπανού

Φωτογραφίες: Θοδωρής Σταμπέλος

 .

.

ΓΙΑ ΤΟ ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΥ:

.

Έλενα Σταγκουράκη (Φρέαρ)

«Το φύλο είναι ρόλος»

 Parajanov

“Εκτός εαυτού”
Μαρίας Γιαγιάννου
σκην. Γιώργος Γιανναράκος
CAMP
Μάιος 2013

.

«Δίνετε σεξ για να πάρετε έρωτα». Εφικτό; Ίσως. Γιατί όχι; Στον κόσμο της πραγματικότητας, και κατ’ επέκταση του θεάτρου, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Ένα είναι το μόνο βέβαιο: «Tο απόλυτο βίτσιο είναι ο έρωτας.»

Το έργο της Γιαγιάννου, με έντονα κωμικό χαρακτήρα, είναι ένα ζωηρό παιχνίδι ρόλων, φύλων κι εναλλαγής τους, μέσα από ψυχολογικές μεταπτώσεις των δύο χαρακτήρων και συνεχείς ανατροπές. Με άρμα τον κυνισμό (εξού και ο “homo cynicus”, η «ανθρωπίδα η κοινή») και την ειρωνία, η συγγραφέας καταγίνεται μέσα από ένα εγκιβωτισμένο, πολυεπίπεδο παιχνίδι εξουσίας με τη σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, προϊσταμένου-υφισταμένου, γυναίκας-άντρα, της ζωής στο μουσείο και της ζωής ως μουσείο. Ευφυείς διάλογοι και ατάκες αληθινά κωμικές ντύνουν ένα παιχνίδι κατά βάση ερωτικό, ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, αμφότεροι υπάλληλοι ενός μουσείου φυσικής ιστορίας. Η γυναίκα δελεάζει σαν άλλη (ή σαν γνήσια) Εύα τον άντρα σ’ έναν έρωτα αρχικά σαρκικό, στο τέλος όμως βαθύτερο και ουσιαστικό. Όπως προοικονομείται με τον εγκιβωτισμό στην πρώτη σκηνή: «Εκείνη ήξερε τι ήθελε. Να τον δαμάσει, … να τον καβαλήσει, … να τον ξεγελάσει, … να τον χτυπήσει, να τον λατρέψει. Να του φωνάξει ‘Μου ανήκεις’.» Κι όντως καταφέρνει το στόχο της: να τον ανεβάσει τόσο ψηλά, ώστε η πτώση του να είναι αναπότρεπτη.

Η σκηνοθεσία του Γιώργου Γιανναράκου, ακολουθώντας τη βασική σκηνική συνθήκη που ορίζει η Γιαγιάννου, έδωσε στο έργο σάρκα και οστά κατά τρόπο ενδεχομένως ιδανικό. Οι δύο ηθοποιοί καλύπτουν -πραγματικά κατέχουν- το χώρο, ο οποίος ως μέρος αντί του όλου γίνεται από απλή, σχεδόν γυμνή, αίθουσα, ένα ογκώδες μουσείο με πολυδαίδαλους διαδρόμους, και συνάμα το ήσυχο γραφείο της διευθύντριας. Η διάδραση των ηθοποιών με το κοινό, αντίθετα με τον προβλεπόμενο διαχωρισμό τους απ’ αυτό με σκοινί, καθώς και η αρχική περιήγηση των πρωταγωνιστών στο χώρο με την επακόλουθη παραπομπή σε μια μουσειακή έκθεση, συνιστούν προστιθέμενη αξία.

Οι καλές ερμηνείες των ηθοποιών έρχονται να συμπληρώσουν αρμονικά ένα επιτυχημένο σύνολο. Η Νάνα Παπαδάκη απέδωσε κομψά τόσο τη γοητεία, τη θηλυκότητα, την πανουργία και την ικανότητα ελιγμού της γυναίκας, όσο και τη σοβαρότητα και τη συναίσθηση ισχύος της διευθύντριας. Ο Αποστόλης Κουτσιανικούλης απέδωσε εξίσου άρτια αφενός την παρόρμηση, την αφέλεια και την αλαζονεία του ανδρικού φύλου, αφετέρου την υποτέλεια και τον καιροσκοπισμό του υφιστάμενου φύλακα.

Τα σκηνικά λιτά, περιορισμένα στο ελάχιστο, κι όμως πλήρη. Γύρω τους οικοδομείται ένας ολόκληρος κόσμος, γεμάτος παρουσίες. Η εγκατάσταση με τα «εκθέματα» από τον Ιβάν Παπαδόπουλο συνηγορεί σαφώς υπέρ της παράστασης, διευκολύνοντας τη διάδραση με το κοινό και την ουσιαστική παραπομπή στο χώρο του μουσείου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Η ζωντανή μουσική υπόκρουση του ‘κώστα γ’ αποτελεί ένα καλό υπόβαθρο, δίνοντας σφυγμό στα τεκταινόμενα και δημιουργώντας μια ταιριαστή ατμόσφαιρα.

Ο ανδρικός χαρακτήρας κάποια στιγμή παραπονιέται: «Θέλω επιτέλους να μάθω πού ανήκω». Την ίδια απορία εξέφρασε θεατής της παράστασης ως προς το είδος και την κατάταξη του έργου. Μα τί σημασία έχουν οι ταμπέλες. Το βάρος ίσως θα έπρεπε να δοθεί σε μια άλλη διερώτηση του ίδιου χαρακτήρα: «Πόσα ταριχευμένα πουλιά χρειάζεται να ταξινομήσεις για να βγάλεις φτερά και να πετάξεις;» Κι αυτό είναι το βασικό. Η παράσταση άνοιξε φτερά και πέταξε.

.

 Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, 27.05.2013

Περιοδικό Φρέαρ

.

Μαρία Κατσοπούλου (Vakxikon)

«Εκτός Εαυτού»

.

Μέσα σε ένα Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, ένας άνδρας και μία γυναίκα παίζουν πινγκ-πονγκ με λέξεις. Ο φύλακας του Μουσείου φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ένας σαρκαστικός σεξιστής με μια «καρδιά Homo Cynicus», ενώ η διευθύντρια παρουσιάζεται εγκλωβισμένη μέσα στους (αυτο)περιορισμούς της, όπως ίσως φανερώνει το κλουβί που κρατάει μέσα στο γραφείο της, με μια ερωτική δίψα που αδημονεί να σβήσει μέσω της συγγραφής ροζ διηγήσεων. Και οι δύο μονολογούν, μέχρι την δεύτερη σκηνή του έργου, την οποία αποτελεί η συνάντησή τους στον τρίτο όροφο, όπου και πραγματοποιείται η γνωριμία τους.

Από εκείνη την στιγμή και μετά, το έργο παρουσιάζει συνεχείς μεταβολές στην τοποθέτηση των χαρακτήρων μέσα από ένα παιχνίδι ανταλλαγής ρόλων, θέσει και φύσει, ώσπου σταδιακά αγγίζει το παράλογο. Ένα παιχνίδι έρωτα και εξουσίας μεταξύ δύο ανθρώπων, με φόντο τα σπάνια εκθέματα χερσαίας ζωολογίας, που συνεχώς ανατρέπεται. Τελική αναδόμηση των ηρώων πραγματοποιείται μόνο στην καταλυτική τελευταία πράξη, όπου το αλλεπάλληλο κομμάτιασμα των δύο προσώπων συναρμολογείται αιφνιδιαστικά στα μάτια του αναγνώστη και θεατή.

Το Εκτός Εαυτού της Μαρίας Γιαγιάννου παρουσιάζει την αποδόμηση των δύο φύλων μέσα από μια εναλλαγή ρόλων, έναν ακροβατικό χορό λόγου – αντίλογου διφορούμενων εννοιών. Η υπέρβαση του δίπολου «θηλυκό – αρσενικό» αποτυπώνεται εκπληκτικά, σχεδόν με τρόπο τελετουργικό, μέσα από το χιουμοριστικό πάντα πρίσμα του αυθορμητισμού, από τη μία καταργώντας τα στερεότυπα του φύλου και των κοινωνικών του διακρίσεων, από την άλλη δε προβληματίζοντας για το πόσο ιδρυματοποιημένος είναι τελικά ο άνθρωπος στη σύγχρονη κοινωνία.

Με τον πλάγιο σαρκασμό στο έπακρο, το όλο έργο αποτελεί μια αναίρεση του διεκπεραιωτικού τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να ζουν, να συμβιώνουν και να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ανακατασκευή, λοιπόν, των φύλων, της σκέψης, του συναισθήματος, μια εύστοχη αλληγορία επιβίωσης, μέσω της κατάργησης των ορίων που περιστοιχίζουν την ύπαρξη στην κοινωνία των εκ-πτώσεων. Πραγματικά ιδιοφυής ο τρόπος που «ξεκλειδώνεται» το μυαλό μέσω του έργου, αναπρογραμματίζεται και εν τέλει ανασυγκροτείται σε ένα νέο είδος ανθρώπου: τον «Homo Libertatus».

Μαρία Κατσοπούλου

 Ιούνιος 2013, Vakxikon.gr

Έλενα Μαρούτσου (Bookpress)

«Εκτός Εαυτού»

.

Όταν διαβάζω κείμενα που είναι προορισμένα να «παίζονται» έχω στο στομάχι μου την αίσθηση του κενού. Νιώθω σαν τα λόγια να αιωρούνται χωρίς το σανίδι που θα τα γείωνε και θα τους πρόσφερε το πλήρες νόημά τους. Το ίδιο αίσθημα κενού είχα κι όταν διάβασα το θεατρικό έργο της Μαρίας Γιαγιάννου «ΕΚΤΟΣ ΕΑΥΤΟΥ», έχοντας όμως ταυτόχρονα τη βάσιμη υποψία πως αυτό το κενό θα ήταν παρόν και στην παράσταση, πως αυτό το κενό είναι μέρος του νοήματος του έργου, προορισμός και στόχος του.

«Κωμικό Δράμα σε πέντε πράξεις» διαβάζω στο εξώφυλλο (συγνώμη για την παρέκβαση αλλά: τι ωραίο εξώφυλλο και πόσο ταιριαστό με τον τίτλο!) και ήδη προϊδεάζομαι για την ειρωνεία με την οποία η συγγραφέας υπόσχεται να ποτίσει τη δράση. Η δράση διαδραματίζεται σ’ ένα Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και ανάμεσα σε δυο πρόσωπα: μια γυναίκα περίπου σαράντα ετών κι έναν άντρα δέκα χρόνια μικρότερό της.

Από τις σκηνικές οδηγίες καταλαβαίνω πως αυτό που πρόκειται να διαβάσω συγγενεύει αρκετά με το Θέατρο του Παραλόγου. Ξέρω πως υπάρχουν αρκετές ενστάσεις γι αυτή την ταμπέλα, συχνά προτιμούνται οι όροι Αντιθέατρο ή Νέο Θέατρο, όμως εγώ δεν είμαι θεατρολόγος ούτε μ’ ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι ταμπέλες. Απλώς ο όρος «παράλογο» ταιριάζει νομίζω με τα έργα που σαν αυτό της Γιαγιάννου δέχονται σαν φιλοσοφική αρχή την έλλειψη νοήματος κι επιλέγουν την έλλειψη αυτή να την καθρεφτίσουν στους διαλόγους, τα σκηνικά, τις θεατρικές συμβάσεις.

Ανατροπές που κάθε φορά αποκαλύπτουν

Αυτό δεν σημαίνει πως στο κείμενο επικρατεί το χάος της τρέλας. Υπάρχει «νόημα» σε αυτά που λέγονται, υπάρχει το νήμα που δένει τους ανθρώπους σε σχέσεις, μόνο που αυτό το νόημα και αυτό το νήμα σπάνε διαρκώς. Εκεί που νομίζεις πως έχεις συλλάβει τη αρχιτεκτονική του οικοδομήματος που στήνεται λίγο λίγο μπροστά σου, στην επόμενη σκηνή καταρρέει κι αναδιαρθρώνεται με νέα δομή και νέο νόημα. Αυτές οι ανατροπές συνεχίζονται με αρκετή φαντασία μέχρι τέλους.

Το τέλος μάλιστα είναι αυτό που εκ των υστέρων δένει σε ένα ενιαίο νόημα όλα τα προηγούμενα, τα οποία μάλιστα έτσι διεκδικούν και κάποια ρεαλιστική βάση, η οποία μέχρι τότε ήταν δυσδιάκριτη. Το τέλος επίσης δικαιολογεί απολύτως και τον τίτλο του βιβλίου, τίτλο πολύ πετυχημένο μια που οι ήρωες υποδύονται διαρκώς κάποιον ρόλο σ’ ένα παιχνίδι έρωτα κι εξουσίας. Φυσικά, η έξοδος από τον εαυτό δεν είναι μόνο ένα σχόλιο πάνω στην πραγματικότητα αλλά και η πρωταρχική συνθήκη του θεάτρου αφού ο ηθοποιός υποδύεται μονίμως κάποιον άλλον.

Είναι δύσκολο, επανέρχομαι, να μιλήσεις για ένα κείμενο το οποίο έχει γραφτεί για να παιχτεί κι όχι για να διαβαστεί. Παρ’ όλα αυτά, η πυκνότητα και η ποιητικότητα του λόγου ευνοήθηκαν απ’ τη συγκέντρωση και το χρόνο που επιτρέπει στον εαυτό της η ανάγνωση. Είμαι περίεργη αν η εγκεφαλικότητα της σύλληψης πήρε στην παράσταση λίγη απ’ τη θέρμη των ηθοποιών, αν το σώμα τους δάνεισε λίγο απ’ το βάρος του σ’ ένα κείμενο που απ’ τη φύση του –ίσως κι ηθελημένα– μοιάζει να αιωρείται κάνοντας τούμπες στο αέρα, προκαλώντας μου τη γνώριμη ναυτία του κενού. Ίσως κι εγώ δεν θα ’πρεπε να διαβάζω –σκέφτομαι– με άδειο στομάχι.

Έλενα Μαρούτσου,

Σεπτέμβριος 2013, Bookpress

.

.

«Σύγχρονο Θέατρο σε Φανταστικό Μουσείο»

(Εφημερίδα ΑΞΙΑ)

.

Home photo - Ektos Eaytou Axia

Οκτώβριος 2013

.

.

«Εκτός εαυτού: αχαρτογράφητη περιοχή» (Monopoli.gr)

.

Έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει έντονη αγανάκτηση, οργή η οποία καθώς ξεσπάει οδηγεί τον λεγόμενο «εαυτό» έξω από το νοερό κέλυφος που λέγεται πάλι «εαυτός». Όταν δηλώνουμε «είμαι εκτός εαυτού» συνήθως εννοούμε ότι έχουμε χάσει αυτόν που αναγνωρίζαμε ως εαυτό. Τον αναγνωρίζαμε γιατί είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ήταν σουλουπωμένος, φορούσε τη στολή του, τη γραβάτα του, το κραγιόν του, το χαμόγελό του. Εαυτός σημαίνει αυτοέλεγχος. Το πουγκί με τα άυλα τιμαλφή που ονομάζουμε «εαυτό» είναι ένα περιγεγραμμένο σύνολο ιδιοτήτων˙ ένα επιμελημένο μουσείο με ταξινομημένα εκθέματα˙ μια ολόκληρη χώρα με τα σύνορά της. Είναι ένας διαρκώς ανανεούμενος ρόλος. Άλλοι ξαναγράφουν το ρόλο τους διαρκώς, άλλοι τον γράφουν μία φορά και τέλος. Χωρίς έναν ρόλο-περίγραμμα ξεχύνεται από μέσα μας κάτι ακατονόμαστο, που δεν το βαφτίζουμε «εαυτό» παρότι είναι. Το πρόταγμα «βρες τον εαυτό σου» ή «να είσαι ο εαυτός σου» στην ουσία σημαίνει ταξινόμησε τις αναγνωρίσιμες ιδιότητες σου και εντόπισε τα όριά σου. Είναι μία φράση λανθασμένη και φθαρμένη, αλλά με αγαθές προθέσεις. Ο εαυτός μου είναι εξίσου εκτός του εαυτού μου όσο είναι και εντός. Ενστικτώδης και σκοτεινός όσο ευπρεπής και φωτεινός. Απλώς, ο εαυτός μου «εκτός» είναι πιο τρομακτικός, γιατί δεν φοράει το κοστούμι του. Είναι ένας εαυτός γυμνός, άφυλος ή πολύφυλος, ενστικτώδης, αταξινόμητος, μπερδεμένος, χωρίς τέλος και αρχή. Εκτός εαυτού είναι μια επικίνδυνη περιοχή, χωρίς συντεταγμένες. Ωστόσο, για να βρεις κάτι πρέπει πρώτα να το χάσεις.

Μ.Γ. Νοέμβριος 2013

.

Βαγγέλης Μπέκας (Barouak

«Εκτός Εαυτού στο Θέατρο του Νέου Κόσμου»

.

Το είδα στην περσινή σεζόν και μ’ άρεσε πολύ. Η Μαρία Γιαγιάννου είναι απ’ αυτές τις εύστροφες, φευγάτες, φρέσκες φωνές που χρειαζόμαστε. Την χαρήκαμε στην πεζογραφία με τη «Μελανίππη» της, τη χαιρόμαστε τώρα και στο θέατρο. Το «Εκτός εαυτού» είναι έργο καλογραμμένο, έξυπνο, με κομψό χιούμορ που κάνει παιχνίδια με θέμα την εξουσία στον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις εργασιακές. Όλα είναι κομψά σε τούτη την παράσταση.
Το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλες τις θεατρικές ομάδες της πόλης που μπορεί να έχουν ταλέντο, αλλά ξεχνούν πως το θέατρο έμεινε στους αιώνες για το κείμενο. Μην το σνομπάρετε, καλέ, το κειμενάκι. Ο φορμαλισμός δεν αρκεί να σε οδηγήσει στο εξαιρετικό.
ΥΓ. Αν έβαζα αστεράκια θα έβαζα τέσσερα. Πέντε αστέρια θα έβαζα μόνο στον Σαίξπηρ, λέμε τώρα…
Βαγγέλης Μπέκας
31 Οκτωβρίου 2013, blog Barouak
.
.
Σοφία Σιμελιτίδου (Artic)
.

.

   «Οι ρόλοι μιας ζωής…»

.

Το κείμενο της Μαρίας Γιαγιάννου, Εκτός εαυτού, φιλοξενείται στο δώμα του θεάτρου του Νέου Κόσμου, υπό την σκηνοθετική επιμέλεια του Γιώργου Γιανναράκου. Το κείμενο πρόκειται για ένα κωμικό δράμα σε πέντε πράξεις, αρκετά δομημένο στο σύνολο του. Ο ρέων λόγος της συγγραφέως, μεταφέρθηκε επί σκηνής στην ακριβή του διάσταση, διαμορφώνοντας κατά αυτό τον τρόπο έναν παραστασιακό κόσμο εξίσου δομημένο και υποβλητικό όσον αφορά στην ατμόσφαιρα που δημιούργησε.

Από την πρώτη στιγμή που μπήκαμε στην μικρή θεατρική αίθουσα, και μέσω κάποιων προπαραστασιακών σημαινομένων, έγινε μια προσπάθεια να εισαχθούμε γρήγορα στο κλίμα του δραματικού περιβάλλοντος που είχε δημιουργηθεί. Μέσω κάποιων θεατρικών πρακτικών, όπως την πληροφόρηση μας για τα εκθέματα του μουσείου με την χρήση ενημερωτικών φυλλαδίων, αλλά και την πολύ μικρή απόσταση των θεατών από τα ίδια τα εκθέματα, η συνθήκη έγινε εύκολα αντιληπτή, καθώς αντιληπτή έγινε και η σκηνοθετική γραμμή. Το κείμενο της Γιαγιάννου, κατανοητό στο σύνολο του ως προς την συμβολοποίηση του, εκθέτει έντονα έναν προβληματισμό όσον αφορά στον έρωτα, στην δύναμη, στην εξουσία και στον εγκλεισμό, με τρόπο που μπορεί εύκολα να αποκωδικοποιηθεί από τον κάθε αναγνώστη. Κατά αυτόν τον τρόπο η σκηνοθεσία χρησιμοποίησε την ευκόλως εννοούμενη αποκωδικοποίηση του κειμένου και την έφερε επί σκηνής με την ίδια λογική της απαγγελτικής δύναμης, ούτως ώστε να μην δημιουργηθεί κάποια ρήξη με την κειμενική του φόρμα. Η πλοκή διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από τις πέντε πράξεις του κειμένου, ακολουθώντας, θα λέγαμε, μια πεπατημένη αλλά όχι απαραίτητα αρνητική παράδοση στην δραματουργία. Ο φύλακας ενός μουσείου φυσικής ιστορίας και η διευθύντρια του αρχίζουν ένα παιχνίδι ρόλων και παραχώρησης εξουσίας, το οποίο καταλήγει όπως είναι προφανές, σε μία αυξανόμενη ερωτική ένταση. Η παράσταση αρχίζει με τους δύο ηθοποιούς να εκθέτουν μεμονωμένα τον ρόλο-εαυτό τους ούτως ώστε να γίνει πιο κατανοητή η επικείμενη μεταξύ τους διάδραση.

Οι ανταλλαγές ρόλων των δύο δραματικών προσώπων, η αλλαγή φύλου, και η εγκλειστική ατμόσφαιρα που υπήρχε, ήταν κάποια από τα σημεία του κειμένου, τα οποία παραστάθηκαν με αυτοαναφορικές τεχνικές της θεατρικής δράσης. Τα δραματικά πρόσωπα, οι ρόλοι του κειμένου, εξελίσσονταν σταδιακά σε μια συνεχή απόρριψη και υιοθέτηση άλλων ρόλων, δημιουργώντας μια παράσταση μέσα στην ίδια την παράσταση. Η τεχνική αυτή του υποτυπώδους «θεάτρου εν θεάτρω», την δεδομένη ώρα της παρακολούθησης της παράστασης και σε συνδυασμό με την χιουμοριστική διάθεση του κειμένου, λειτούργησε αρκετά ευχάριστα, αλλά χωρίς ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες προοπτικές. Η δύναμη που δόθηκε στον λόγο, υπέτασσε όλα τα υπόλοιπα μέσα σε αυτόν, τόσο που η απαγγελία και η θεατροποίηση της σκηνικής δράσης ήταν σχεδόν ακατόρθωτη, παρόλο τα μικρά διαλείμματα σουρεαλιστικής τοποθέτησης των σωμάτων. Ο εγκλεισμός αποτέλεσε ένα σημαντικό κομμάτι της παράστασης, αφού από την αρχή έγινε ή σκηνική αναφορά στα κλειδιά που θα τους απάλλασσαν από την «φυλακή» των νεκρών ζώων, και θα τους δημιουργούσε την ανάγκη για διαφυγή. Ο εγκιβωτισμός της δράσης και του σκηνικού περιβάλλοντος λειτούργησε πολύ σωστά, στα περισσότερα σημεία του κάνοντας την διαδικασία του παιχνιδιού μεταξύ των προσώπων να φαίνεται αέναη. Βέβαια η εξωσκηνική δράση που υποδήλωσε την ερωτική πράξη θα μπορούσε να εκλείψει, όπως και οι υπόλοιπες εξωσκηνικές δραστηριότητες, αφού δημιούργησαν ένα ρήγμα στην τεταμένη ατμόσφαιρα του αδιεξόδου τους.

Το αδιέξοδο, και η επαναλαμβανόμενη ακολουθία των γεγονότων έγινε αντιληπτή σε μας στην τελευταία σκηνική πράξη, έχοντας πια καταλαγιάσει η κλιμακωτή ένταση, προσφέροντας μας έτσι μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση των καταστάσεων που λάμβαναν χώρα επί σκηνής. Η δήλωση ότι αυτή η κατάσταση, επανέρχεται σε μια συνεχή ακολουθία γεγονότων και δράσεων σε καθημερινή και επαναλαμβανόμενη βάση, έκανε την ουσία του εγκλεισμού να φαίνεται ξεκάθαρα. Το ίδιο το παιχνίδι ήταν η διαφυγή, μια διαφυγή επίπλαστη που δημιούργησε όμως την διάνοιξη με την ακούραστη επανάληψη της πραγματικότητας. Η παράσταση είχε αρκετά καλές σκηνοθετικές προθέσεις που όμως παραστασιοποιήθηκαν με μια παγειωμένη θεατρική μέθοδο, η εγκατάλειψη της σωματικής δουλειάς, ειδικά στην παρούσα κειμενική συνθήκη της έλξης των σωμάτων και της ερωτικής έντασης, ήταν μια επιλογή που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί.

Οι ηθοποιοί, Μαρβίνα Πιτυχούτη και Αποστόλης Κουτσιανικούλης, ανταποκρίθηκαν πολύ καλά στην δοσμένη σκηνοθετική πρόθεση, αποτέλεσαν μια ευχάριστη έκπληξη αφού παρά την απαγγελτική συνθήκη, η σωματική τους εκφραστικότητα υπήρχε, ίσως σε ένα πρωτογενές επίπεδο, ή στην αυθόρμητη μορφή του άλλα ήταν εκεί. Δεν είχαν μεγάλες αποκλείσεις από τον ορίζοντα αναμονής μας, αλλά ούτως ή άλλως το στοιχείο της έκπληξης είχε αφαιρεθεί από την ίδια την δράση του κειμένου. Η μουσική  του Κώστα Γ, ο οποίος έπαιζε  live επί σκηνής, ήταν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνοθετική τεχνική, αφού η εμφάνιση του πομπού, δηλαδή της πηγής του ήχου και της μουσικής ναι μεν ακολουθούσε όπου χρειαζόταν την σκηνική δράση, αλλά δεν δημιουργούσε κάποια υποβαλλόμενη ψευδαισθητική ατμόσφαιρα.  Ο σκηνικός διάκοσμος, λιτός και προσεγμένος σε όλη του την έκταση, έκανε τους ηθοποιούς να χρησιμοποιούν πολύ λειτουργικά τον χώρο κατακλύζοντας  τον με την παρουσία τους, ενώ όταν χρειάστηκε και σε συνεργασία με τον φωτισμό έκανε όντως μια σχεδόν άδεια σκηνή να παίρνει την μορφή μουσείου με ογκώδη εκθέματα.

Η ζωή στο μουσείο, θα μπορούσε να έχει πολλά αντικρίσματα τόσο σε καταστάσεις που έχουν να κάνουν με την δύναμη και την εξουσία στον έρωτα, άλλα κυρίως στην κοινωνική πραγματικότητα της αδιέξοδης κατάστασης, των απονεκρωμένων αξιών που επιβιώνουν σαν μνημεία του παρελθόντος, και των πλαστών διεξόδων που ο καθένας μας χρειάζεται. Η σκηνική του αναπαράσταση όμως στάθηκε ιδιαιτέρως στην μονόπλευρη οπτική ενός κειμένου που είχε την προοπτική διυλισμένο μέσα από την εμπνευσμένη σκηνοθετική ματιά, να υποδείξει καταστάσεις, να κινητοποιήσει την σκέψη και να δημιουργήσει έναν δραματικό κόσμο που δεν δίνει άλλοθι στις εξουσίες.

Σοφία Σιμελιτίδου

Δεκέμβριος 2013, Artic

.

Αλίκη Κοσυφολόγου (Αυγή/Εντός Φύλου)

Συνέντευξη

«Η περιοχή του Εαυτού είναι σιδερόφραχτο κελί

αλλά και τόπος άγριας ελευθερίας»

.

Η παράσταση Εκτός Εαυτού σε κείμενο Μαρίας Γιαγιάννου και σκηνοθεσία Γιώργου Γιανναράκου, που φιλοξενείται από τις 23 Οκτώβρη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, μας εισάγει στο ιδιαίτερο σύμπαν ενός μουσείου φυσικής ιστορίας, όπου παρακολουθούμε την προνομιακή συνομιλία μεταξύ των δύο πιο δραστήριων «εκθεμάτων» του: της διευθύντριας και του φύλακα. Το εγχείρημα της απόδρασης από τα στερεότυπα που απορρέουν από κυρίαρχο καθεστώς φύλου, η ανατροπή των αναμενόμενων ρόλων μέσα από την αγνόηση κοινωνικών, γεωγραφικών ή ακόμη και χρονικών περιορισμών έχουν κεντρικό ρόλο στην ιστορία που μας αφηγούνται οι δύο ήρωες. Η συγγραφέας του έργου, Μαρία Γιαγιάννου, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη, μας εξηγεί τους λόγους και τις αφορμές που την ώθησαν να γράψει αυτή την καθημερινή ιστορία διαπροσωπικών αποχωρήσεων και επιστροφών.

Επιμέλεια – συνέντευξη: Αλίκη Κοσυφολόγου

 .

* Μου έχεις αναφέρει το ενδιαφέρον σου για το «νέο ελληνικό έργο». Πώς θα περιέγραφες το εγχείρημα της συγγραφής ενός νέου θεατρικού έργου στη σημερινή συγκυρία που, αναμφίβολα, προσφέρει εκατοντάδες και μάλλον αντιφατικά ερεθίσματα;

Η συγκυρία, εκτός από δυσχερής και αντιφατική, είναι επιπλέον και καπελωτική. Σε κάθε ιδιοσυγκρασία, σε κάθε ιδιαίτερη προσωπικότητα, η εποχή φοράει το ίδιο καπέλο, χωρίς διαφοροποίηση στο μέγεθος και το στιλ. Πρόκειται για ένα βαρύ καπέλο-Λεβιάθαν, στο σχήμα της τερατώδους οικονομικοπολιτικής συγκυρίας, το οποίο εξαναγκάζει όσους το φορούν να δώσουν στο κεφάλι τους το αντίστοιχο σχήμα. Το «νέο ελληνικό έργο» και εν γένει η νέα ελληνική σκέψη απειλούνται από το καπέλωμα της έμπνευσης και από τον κίνδυνο το καλλιτεχνικό όραμα να αποτυπώνει μόνο την επικαιρότητα ή τη γενικευμένη κατάθλιψη. Η πολιτική ίσως να επιτάσσει και εν θερμώ αποφάσεις, όμως κάθε τέχνη, κατά τη γνώμη μου, θέλει ψυχραιμία. Ζητάει τον χρόνο σου (ως δημιουργού και ως αποδέκτη) όταν όλα γύρω σού φωνάζουν ότι βιάζεσαι.

Το εγχείρημα της συγγραφής ενός πρωτότυπου ελληνικού έργου (δηλαδή όχι διασκευής ή συρραφής άλλων κειμένων) είναι δύσκολο, στον βαθμό που πρέπει να αντιμετωπίσει κανείς χωρίς βοήθημα το περιβόητο λευκό της κενής σελίδας (έστω του word), αφού χωνέψει καλά τις επιρροές του, οι οποίες ούτως ή άλλως -και καλώς- θα υπάρχουν και δεν θα διστάσουν να κάνουν την εμφάνισή τους. Επιπλέον, από τη μικρή μου εμπειρία, για να γράψεις θέατρο, πρέπει να βγεις έξω από το κεφάλι σου (πολύ περισσότερο απ’ όσο στην πεζογραφία), να υπολογίσεις με διπλή μέριμνα τον αντίκτυπο, στους ηθοποιούς και στους θεατές. Πολλοί παράγοντες προς στάθμιση, για τη νέα θεατρική πιλοποιΐα!

* Τι σημαίνει «Εκτός εαυτού»; Αναφέρεσαι σε μία ψυχολογική κατάσταση ή πρόκειται για ένα σχήμα λόγου που σηματοδοτεί την αφετηρία μιας σειράς πολυεπίπεδων ρήξεων;

Και τα δύο, βεβαίως. Αντιλαμβάνομαι τον «εαυτό» ως μια άκρως αντιφατική έννοια και έτσι προσπαθώ να την προσεγγίσω στο έργο. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η περιοχή του Εαυτού είναι εναλλάξ (ή ακόμα χειρότερα: ταυτόχρονα) ένα σιδερόφραχτο κελί και ένας τόπος άγριας ελευθερίας. Στο συγκεκριμένο έργο οι χαρακτήρες, η διευθύντρια ενός μουσείου φυσικής ιστορίας και ο νυχτοφύλακάς του, ενσαρκώνουν κυριολεκτικά το μεταφορικό σχήμα λόγου «εκτός εαυτού». Μια κοινότοπη έκφραση, που δηλώνει την αγανάκτηση σε βαθμό απώλειας του αυτοελέγχου, γίνεται εδώ ένα σημείο αναφοράς για να αρχίσουν να διερευνούν τα όριά τους και το περίγραμμα της μουσειακής τους οικίας, ενώ παράλληλα κάνουν και τις πονηριές τους. Ξεφλουδίζοντας τους τοίχους, ανακαλύπτουν τον μπορχεσιανό εγκιβωτισμό τους, απόδραση μέσα στην απόδραση μέσα στην απόδραση και νάσου την η ανθρώπινη κωμωδία…

* Διαβάζω κάπου για το έργο ότι οι δύο ήρωες μπλέκονται σ’ ένα «παιχνίδι απόδρασης» που καταργεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα φύλα. Αν δεχτούμε αυτή τη διατύπωση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η «απόδραση» αναφέρεται στα στερεότυπα που απορρέουν από το κυρίαρχο καθεστώς φύλου;

Φυσικά και πρόκειται για μια ιστορία σύγκρουσης στερεοτύπων. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι η απόδραση από το στερεότυπο σε φέρνει αντιμέτωπο/η με ένα νέο στερεότυπο. Φαίνεται ότι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να στερεοποιήσουμε τον τύπο μας, για να μην καταρρεύσουμε εκτός περιγράμματος. Όταν οι ήρωες αποδρούν «εκτός φύλου», μπορεί κάλλιστα να βρεθούν «εντός εαυτού». Αλλά ένας εαυτός άφυλος ή πολύφυλος, γυμνός, ενστικτώδης, αταξινόμητος, μπερδεμένος, χωρίς τέλος και αρχή είναι τρομακτικός και μη διαχειρίσιμος. Ακόμη και το στερεότυπο δείχνει καλύτερο από την έλλειψη ταυτότητας. Παίζει και ο έρωτας τον ρόλο του στο έργο (ως προς τη διαμόρφωση του έμφυλου στερεοτύπου), αλλά έχει ρόλο κομπάρσου.

* Γιατί επέλεξες να μεταφέρεις τη δράση σε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας;

Όταν σε νεαρή ηλικία πρωτοείδα ταριχευμένο ζώο, παραξενεύτηκα πολύ, κυρίως με το άλλο, το ανθρώπινο ζώο. Η θέση των ζώων εν γένει σε βοηθάει να καταλάβεις τη φύση του ανθρώπου. Ένα μουσείο φυσικής ιστορίας θεώρησα πως είναι το τέλειο δραματουργικό σημείο για να μιλήσουμε για την τάση μας να τακτοποιούμε το χάος, να ταξινομούμε τα είδη και -γιατί όχι;- τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που έχουμε κατακτήσει: Λαδοπτέρυγας, Μακρόπους ρούφους, Γυναίκα, Άνδρας, Πτεριδόφυτο, Διευθυντής, Κολεόπτερο, Υπάλληλος. Το μουσείο φυσικής ιστορίας μού έδωσε την ευκαιρία να συμβολοποιήσω πολλαπλώς το περιβάλλον και ο σκηνοθέτης Γιώργος Γιανναράκος στήριξε τους (φαλλικούς ιδίως) συμβολισμούς με ιδιαίτερο χιούμορ.

Στο δικό μας μουσείο τα ζώα και τα πτηνά πάγωσαν σε μεταλλικές μορφές (έξοχες ευφάνταστες κατασκευές του Ιβάν Παπαδόπουλου) για να πλαισιώσουν τη διευθύντρια και τον νυχτοφύλακα. Πιστεύω ότι κάτι προσπαθούν να τους πουν, αλλά οι δυο τους παραείναι απορροφημένοι στο παιχνίδι για ν’ ακούσουν. Οι ίδιες οι ενέργειές τους είναι στην πραγματικότητα μουσειακές. Η Μαρβίνα Πιτυχούτη και ο Αποστόλης Κουτσιανικούλης υποδύονται δυο πολύ ζωηρά εκθέματα.

* Ένα στοιχείο κοινό των δύο πρωταγωνιστών του έργου είναι ότι είναι εργαζόμενοι στο μουσείο, όμως, ειδικά στην περίπτωση της γυναίκας, αυτό διαρκώς τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αυτή η ρευστή τρόπον τινά ταυτότητα είναι στοιχείο της νέας κατάστασης που διαμορφώνεται. Ποια είναι η γνώμη σου;

Η εργασιακή ταυτότητα στον τόπο μας είναι πιο ρευστή από ποτέ. Για τις γυναίκες ακόμα περισσότερο. Είναι ακατόρθωτο να αυτοπραγματωθεί κανείς μέσω της θέσης του σε κάποιο επάγγελμα, όταν το επάγγελμά του δεν έχει καν χώρο γι’ αυτόν. Η ανεργία τον πετάει εκτός (κι αν τον κρατήσει εντός, δεν του αφήνει περιθώριο για προσωπική ανάπτυξη), του στερεί, πέραν της οικονομικής, και την ψυχική ευστάθεια. Το συγκεκριμένο έργο βέβαια, που μου δίνετε τη χαρά να κουβεντιάσω, είναι κρυφομηδενιστικό κατά βάση. Ενώ θίγεται το ζήτημα της εκμετάλλευσης του υπαλλήλου από τον εργοδότη, θίγεται και το αντίστροφο κι έτσι το πράγμα δεν αργεί να μας αποκαλύψει τις αληθινές του παραμέτρους, που αξιώνουν να αγγίξουν ανθρωπολογικές σταθερές (τις οποίες τόσοι και τόσοι έχουν πραγματευθεί στην ιστορία της λογοτεχνίας), σταθερές που σχετίζονται με τη θέληση για δύναμη και με την πανίσχυρη λίμπιντο. Υπάρχει κάτι που συμπλέκεται με τις τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές αλήθειες κι αυτό είναι η ισόβια προσπάθεια του καθενός, καθώς αντιστέκεται στη φθορά, να μάθει ποιος είναι. Ή, με άλλα λόγια, όπως λέει η γυναίκα του έργου, «όταν έφτιαξα τον ρόλο μου, άφησα πολλά απέξω».

Δεκέμβριος 2013, Αυγή

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ (Ελευθεροτυπία)

Παράλληλα σύμπαντα στον Νέο Κόσμο

«Εκτός Εαυτού»

.

**Ενας φύλακας και μία διευθύντρια σε Μουσείο Φυσικής Ιστορίας όταν τα φώτα σβήνουν. Ή ένας φύλακας και μία γραμματέας. Ή δύο υπάλληλοι αναγκασμένοι να παίζουν ένα συνεχές παιχνίδι. Ενα θέατρο εν θεάτρω στο διηνεκές αλλάζοντας διαρκώς τους ρόλους των προσώπων, που παραπέμπει εν μέρει διακειμενικά στις «Δούλες» του Ζενέ αλλά και, πιθανότατα, παράλληλοι κόσμοι όπου τα πρόσωπα κατέχουν παρόμοιες αλλά διαφοροποιημένες θέσεις και ακολουθούν ανάλογες συμπεριφορές. Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας εγκλείει μέσα του το παρελθόν αλλά και το παρόν και το μέλλον. Τα δύο πρόσωπα μπορεί να είναι απλά δύο από τα εκθέματα που διανύουν τον ά-χρόνο χώρο του.

Το καλογραμμένο και ενδιαφέρον παραστασιακά έργο τής σχεδόν πρωτοεμφανιζόμενης Μαρίας Γιαγιάννου σκηνοθετεί ο Γ. Γιανναράκος με έξυπνες λύσεις στον περιοριστικό χώρο του Δώματος του θεάτρου. Ευφυής ο σκηνικός διάκοσμος παράξενων ζώων του Μουσείου, μια ουσιαστικά έκθεση-εγκατάσταση έργων τέχνης του Ιβάν Παπαδόπουλου, γεμίζει τον χώρο με ευφάνταστα αντικείμενα-ζώα φτιαγμένα από καθημερινά υλικά που φέρουν τα αποκαλυπτικά ονόματα όπως «Τσουγκράνουρους Τάκτικους», «Παγουρίνους», «Αυγό Κωδωνόσαυρου» κ.λπ. Το όλο εξω-λογικό σκηνικό συνάδει με την ανατρεπτική διάθεση του έργου.

Σε μια γωνιά της σκηνής, ο Κώστας γ’ παρεμβαίνει μουσικά με δυνατούς ήχους και την ίδια παιγνιώδη διάθεση, διανθίζοντας τη δράση. Λιτά και λειτουργικά τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού.

Οι δύο νεαροί ηθοποιοί περνούν από τη μία κατάσταση στην άλλη με πειστικότητα. Λαμπερή αλλά και ειρωνικά υποταγμένη με κατάλληλες φωνητικές διαβαθμίσεις η Μαρβίνα Πιτυχούτη, ευχάριστη σκηνική παρουσία αλλά έχοντας ανάγκη να δουλέψει περισσότερο εναλλαγές και ηχοχρώματα της φωνής του ο Αποστόλης Κουτσιανικούλης.

Ο Γιώργος Γιανναράκος ανέγνωσε με έμπνευση ένα πρωτότυπο έργο που απαιτούσε μεγάλη σκηνή και κατάφερε να το αναδείξει.

Δημήτρης Τσατσούλης,

Ιανουάριος 2014, Ελευθεροτυπία

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s