Μελανίππη

«ΜΕΛΑΝίΠΠΗ»

Εκδόσεις Σμίλη, 2012

… για πόσο αντέχεις

το βάρος του μυστικού σου; 

by M. 

Η Μελανίππη είναι ένα πρόσωπο δισυπόστατο. Αιχμάλωτη του εαυτού της, κρύβεται από τους ανθρώπους. Το ιδιόμορφο σώμα της ισορροπεί μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας, μετέωρο πάνω από μπαζωμένες θάλασσες, δέσμιο του μυαλού της.

O αναγνώστης, διασχίζοντας μια πυκνή υπαρξιακή βλάστηση, φτάνει μέχρι το παράθυρο της Μελανίππης για να δει όσα θαυμάσια ή φριχτά βλέπει κι εκείνη˙ την ενδότερη ζωή και την εξωτερική δράση ενός πλάσματος που κατάγεται από το μύθο. Κι όμως ζει εδώ, σε μια μετα-σύγχρονη πραγματικότητα, με την οποία τη συνδέουν: πολλές σαΐτες, ένας πιτσαδόρος, το Ίντερνετ, η μητέρα της, μια λεμονιά κι ένα παράθυρο.

Το μυθιστόρημα Μελανίππη, ένα πρωτότυπο υπαρξιακό θρίλερ, σκιαγραφεί τα όρια του ορατού και διερευνά το πώς αντιμετωπίζει κανείς την ανυπόφορη και συγχρόνως λατρευτή του μοναδικότητα.

 by M.

… αρκεί ένα πόμολο για ν’ ανοίξεις

την πόρτα του σπιτιού σου;

.

.

.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΑΝίΠΠΗ:

by A.A.

Αποστόλης Αρτινός (Blog Λεξήματα)

«Τερατομορφίες της μοναξιάς»

  Α.Α.
   Η Μελανίππη*, ήδη από τις πρώτες πτυχώσεις της, μας διανοίγει σ’ αυτό που είναι το έργο για εμάς αλλά και για τον εαυτό του. Μια καθαρή και απόλυτη δηλαδή «κατάφαση μοναξιάς» (Blanchot). «Αυτή η πρώτη φορά είναι μια φορά τόσο πρώτη, που μου δίνει την αίσθηση ότι ταυτίζεται με το τέλος των πάντων», η αρχική πρόταση του βιβλίου, μια καθηλωτική στιγμή χρόνου. Η Μελανίππη, ένα διάφανο κειμενικό ίχνος, ένα ευτελές πράγμα – λέξεις μόνο – που μας εκθέτει όμως στη βιαιότητα μιας αλήθειας: ότι η Μελανίππη είναι μόνη της. Είναι μόνη της όχι μόνο μέσα στον κόσμο, αυτό λίγη σημασία θα είχε, αλλά και μέσα στο Είναι της. Είναι μια άρνηση του Είναι της, εξού και ο διχασμός της, το πάνω και το κάτω μέρος του σώματός της, και η υπαρκτική της καθήλωση σ’ αυτό το διχασμό. Σ’ αυτή τη μοναξιά, και από ένα σημείο και μετά, η Μελανίππη παύει να αναγνωρίζει τον εαυτό της στην ανθρώπινή του διάσταση και αρχίζει να υπάρχει στην ανωνυμία της μυθικής του εκφοράς. Ένα Κάτι είναι αυτό που θα χαρακτηρίζει εφ εξής το Είναι της, μια εξωκοσμική διάσταση ζωής, μια τερατική μορφή σκότους, ενθυλακωμένη στην μοναδική και απόκοσμη θέση της. Στο καθρέπτη του διαμερίσματος αντικατοπτρίζεται πλέον όχι μια νεαρή γυναίκα αλλά μια γυναίκα Κένταυρος, δυο μέτρα ύψος και δυόμιση πλάτος. Μια τερατομορφία δηλαδή της μοναξιάς. «Ιπποτίθεται ότι ανήκω σ’ ένα είδος που έχει εκλείψει, όχι από την ιστορία αλλά από τη μυθολογία. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον Κένταυροι. Το φοβερό είναι ότι δεν υπήρξαν ποτέ. Γι’ αυτό θέλησα να τελειώνω, κι αφού δεν είμαι ούτε Ένα ούτε Κάτι, να διχαστώ για τα καλά και να γίνω Τίποτα. Το τραύμα στη μέση της ράχης μου είναι η αιματηρή απόδειξη. Τώρα οι τύψεις μου με βασανίζουν. Κι ας μην υπάρχω πουθενά, υποφέρω. Υποφέρω πολύ αληθινά. Θέλω ν’ ανοίξω το παράθυρο και να φωνάξω. ‘Είμαι Κένταυρος και ζητήστε μου συγνώμη! Ζητήστε μου συγνώμη όλοι’». Η Μελανίππη από-καλύπτεται έτσι ως αυτό το ρήγμα του κόσμου, η απόκοσμη και ανώνυμη προοπτική του. Μια φασματική ύπαρξη, αυτό το μισοκρυμμένο πρόσωπο πίσω απ’ τις περσίδες, ένα κυριολεκτικά εντοιχιζόμενο Είναι, και γι’ αυτό μια εικόνα σαγήνης και απορίας για τους άλλους. Μια μορφική δυνατότητα αδυναμίας που αποκαλύπτει τον κόσμο στο μη πραγματικό του ονόματός του. Όταν ο άλλος θα δώσει τις λέξεις του στην Μελανίππη κάτω απ’ το παράθυρό της τότε αυτή θα αποσυρθεί στο πιο βαθύ της σκοτάδι. Το ομιλιακό συμβάν του άλλου θα είναι και ο διαβρωτικός ιός στο συμπάν της κατάδικής της μοναξιάς. Αυτή η μετάβαση στη μυθική, μορφική, δια-στροφή της, δεν διασώζει την Μελανίππη μόνο από το βλέμμα του άλλου, (η μεγαλύτερη κόλαση, για την Ανιές της Αθανασίας του Κούντερα), αλλά και από τις λέξεις του άλλου. Η ίδια, σ’ αυτό το μορφικό της α-τόπημα, αποκαλύπτεται έτσι ως μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα, μια γλωσσική κρύπτη που διαθέτει το αδιάθετο ίχνος της απόκρυψής της. Η αποστέρηση του κόσμου μετατρέπεται εδώ σε μια μυστική εμπειρία ανάκτησής του, στη χωρική δυνατότητα της ίδιας της αναχώρησης, μιας διαρκούς και ακατάβλητης μετοικεσίας, που μεταμορφώνει την απώλεια σε ένα κέρδος ελευθερίας. Η Μελανίππη ως ένα αποσυρόμενο ον, εγκαταβιώνει στη κρύπτη του μυστικού της ονόματος, αλλά και στη σαγήνη όμως αυτού του μυστικού. Είναι εκεί, σ’ αυτή τη μυθολογική εκφορά της, που θ’ αναγνωρίζει και το επινοημένο της Είναι: «Δεν υπάρχω. Είμαι επινοημένη. Και, πιο συγκεκριμένα, έχω επινοήσει τον εαυτό μου. Έχω επινοήσει τον εαυτό μου και δεν υπάρχω. Είμαι ένα δημιούργημα της φαντασίας μου. Απορροφήθηκα σε τέτοιο βαθμό στις σκέψεις μου τόσα χρόνια, που δεν κατάλαβα ότι δεν υπάρχω». Είναι οι ώρες όπου η μέρα θα κλείνει προς τη δύση της και η Μελανίππη θα παραδοθεί για άλλη μια φορά στα σκοτάδια της. Είναι οι στιγμές όπου το διαμέρισμα του εγκλεισμού της θα παραδοθεί στη φωτοχυσία της μοναξιάς του. Ένα εμπνευσμένο απόσπασμα από τη σελίδα 35 του βιβλίου όπου η ηρωίδα του εγκαταλείπεται σ’ αυτή τη χειρονομία του διακόπτη, όπως θα έλεγε ο Flusser. Η Μελανίππη ανάβει όλα τα φώτα του διαμερίσματος, ακόμη κι αυτό το μικρό φωτάκι του αποροφητήρα ή του υπολογιστή. Θέλει να φωταγωγήσει και την παραμικρή γωνιά του σπιτιού, να μην επιτρέψει την παραμικρή περιοχή σκότους όπου το κακό θα μπορούσε ν’ ανθίσει. Μάταια όμως. Ο εξηλεκτρισμός της μοναξιάς είναι ένα φθηνό τέχνασμα.
   Ο τρόπος που εφευρίσκει η Μελανίππη για να επικοινωνεί μυστικά με τον έξω κόσμο είναι με τις σαΐτες που πετά απ’ το παράθυρο της. Σκισμένες σελίδες βιβλίων που πάνω τους, εν είδη παλίμψηστου, γράφει τα δικά της μηνύματα, τα δικά της μοναδικά ίχνη. Οι λέξεις αυτών των σελίδων, αλλά και οι δικές της γραμμένες λέξεις πάνω σ’ αυτές, γίνονται εδώ ακοινώνητα ίχνη, ασύλληπτα, ανυπόστατα, προϋπάρχοντα πάντα. Η εγκαταλελειμμένη και ακοινώνητη παθητικότητά της, δεν είναι άλλη από την ακοινώνητη παθητικότητα των ίδιων των λέξεων. Η Μελανίππη, έχασε την όποια επαφή της με τον έξω κόσμο όχι όταν πρωτοκοίταξε το τερατικό της σώμα στο καθρέπτη, αλλά από την στιγμή που πέταξε την πρώτη της σαΐτα. Οι δεσμοί μας με τον κόσμο κόβονται οριστικά με την πρώτη μας γραμμένη λέξη. Το γλωσσικό μας συμβάν δεν είναι πλέον μια απεύθυνση στον άλλον αλλά αυτή η απόσυρση του απ’ τον μοναδικό μας ορίζοντα. Η γραμμένη λέξη αποδίδει τον κόσμο στη σιωπή των λέξεων του, είναι η λέξη μιας γλώσσας που «δεν μιλάει κάνεις», και για αυτό μια γλώσσα θανάτου, μια επικοινωνία μεταξύ νεκρών, αλλά όχι όμως και μια νεκρή επικοινωνία. Σ’ αυτή τη σκηνή οι λέξεις γίνονται ο αντίλαλος του εαυτού τους και το υποκείμενο τους ένας αντίλαλος του κόσμου. Η Μελανίππη έτσι διέρχεται το αφηγούμενο εικοσιτετράωρό της  μέσα στη νύχτα της λέξης, στη σκοτεινή απουσία του άλλου. Σ’ ένα πυκνό και ακίνητο χρόνο όπου ο πειρασμός του θανάτου συναγωνίζεται τον πειρασμό του άλλου, όταν και οι δύο μπορούν βέβαια να ταυτιστούν πολύ εύκολα και ανά πάσα στιγμή.
   Ο άλλος είναι για την Μελανίππη το «χείλος του γκρεμού», αυτό το χείλος της αβύσσου. Από την μια αγωνίζεται να αφεθεί στη δύναμη της έλξης που της ασκεί, να επικοινωνήσει με τις λέξεις του, να αφήσει, όπως χαρακτηριστικά λέει, τις λέξεις της να σβήσουν σ’ αυτό το ποτάμι λέξεων που κυλά κάτω απ’ το παράθυρο της, περιμένει το τυχαίο βλέμμα του, και από την άλλη, προδιαγράφει με μελετημένες κινήσεις την μυθολογική εξάντληση του χώρου της. Εγκαταλείπεται σ’ αυτή την άλλη όχθη του κόσμου, όπου όλες οι γέφυρες του έχουν γίνει ήδη συντρίμμια. Ηδονίζεται όταν εντοπίζει τον εαυτό της εκτοπισμένο σ’ αυτό το μεθοριακό σύνορο της πραγματικότητας και όπου μόνο η ίδια μπορεί και να το αγναντέψει. Σ’ αυτή τη μελαγχολική-καταθλιπτική της απόσυρση η μόνη της ελπίδα, κι αυτό φανερώνει και τον αμετάκλητο όμως εγκλωβισμό της, δεν είναι ο άλλος, αλλά η αντοχή της στην απουσία του, η διάρκεια της μελαγχολίας της, η προοπτική που διανοίγει καθημερινά στο μη είναι της-μέσα-στον-κόσμο. Μια αρνητική εδώ χαϊντεγγεριανή λάμψη σ’ αυτό το ζόφο. Όταν η Μελανίππη εξέλθει στον κόσμο θα βιώσει μια ακραία και ακαριαία εμπειρία. Την κοσμική της αφάνεια, το φαντασματικό της κοσμοείδωλο. Στο εσωτερικό αυτού του μηδενός θα συνειδητοποιήσει ότι δεν Είναι, ότι είναι μόνο η Απόσταση που την χωρίζει απ’ όλους τους άλλους.
   Τα σημεία στα οποία επέμεινα πάνω στο κειμενικό σώμα της Μελανίππης είναι και τα σημεία που με αφιερώνουν στις αναφορές μου. Μια τελευταία: η ερωτική επιθυμία της Μελανίππης είναι μια επιθυμία για την νύχτα του άλλου, για το Πραγματικό ίχνος της απουσίας του. Η αναφορά της μάλιστα στο ιπποτισμό θα καταδείξει την επιθυμία της ως μια αδύνατη εν τέλει επιθυμία. Στον τόπο αυτής της καθήλωσης ο άλλος αναγνωρίζεται ως ένα αδύνατο σύμπτωμα. Το σύμπτωμα ενός Πραγματικού που δεν αποκαλύπτεται πλήρως αλλά διαθέτει απλώς τα ανησυχαστικά του σημεία. Οι σαΐτες της γίνονται σινιάλα μιας απόκοσμης λάμψης και γι αυτό αδιάγνωστα στο πληθυντικό σώμα του άλλου. Αυτό το σώμα που εγγράφεται στον ορίζοντα της Μελανίππης ως μια κοσμική ετερότητα, ως αυτή η όχληση του Πραγματικού που θα διαταράξει και την εύθραυστη ισορροπία του εγκλεισμού της. Η νύχτα του άλλου γίνεται έτσι και το περιβάλλον των μορφολογικών και μυθοπλαστικών διαφυγών της, η απαραίτητη δηλαδή συνθήκη της υπάρξεως της. Προσεγγίζοντας τους άλλους η Μελανίππη αναγνωρίζει το επινοημένο της είδωλο, τον κατοπτρικό εαυτό της, την κοσμική ασυμβατότητα του φαντασιακού της, την ίδια την ετεροτοπική του διάσταση. Η έξοδός της στον κόσμο, που θα στεφθεί βεβαίως κι από μια πλήρη αποτυχία, αγγίζει τα όρια της ύβρεως. Η μέρα των άλλων δεν ανήκει στη νύχτα της Μελανίππης. Οι άλλοι την προσπερνούν αόρατη και ανέγγιχτη. Μια φαντασματική ύπαρξη αφιερωμένη στο φασματικό της περιβάλλον. Ένας ίσκιος μόνο, μια αποτυχία της στιγμής, ένα παραστράτημα, για να εξέλθει στο φως το αδιάγνωστο ίχνος της, και στον τόπο τώρα αυτής της αναγνωστικής του διαστροφής.
   Η αναχώρηση της Μελανίππης καθιερώνει και το πλαίσιο της λογοτεχνικής μεταγραφής της, ένα άλλο εδώ μη είναι-μέσα-στον-κόσμο. Το λογοτεχνικό ίχνος, ένα κατ’ εξοχήν αποκαλυψιακό ίχνος, διαγράφεται ως το μεταιχμιακό εκείνο σημείο της διαφυγής των μορφών. Οι μορφές εξερχόμενες από την κοσμική τους κυκλοφορία ανακτούν τη μοναδική τους διάσταση. Μια μορφική μετά-στροφή που εμψυχώνει τις λέξεις στη νύχτα του άλλου. Εκεί ακριβώς όπου εμψυχώνεται και η τερατομορφία της Μελανίππης, και η διαταραχή του λόγου της, και η ξ-ενικότητα της ετερότητάς της. Ένα γλωσσικό αίνιγμα που επιστρέφει τις λέξεις του άλλου στην καταγωγική τους απορία. Το λογοτεχνικό αποτύπωμα των μορφών αν έχει κάποια αξία μέσα στον κόσμο, συμβαίνει, γιατί εγκαταλείπεται, στις μεγάλες στιγμές του, σ’ αυτή την αποκαλυψιακή του διάσταση, στο εύρος δηλαδή των μορφικών του διαρρήξεων, στην προαισθητική, μυθολογική, και μυθοπλαστική, καταγωγή του.
   Η Μελανίππη της Μαρίας Γιαγιάννου εγγράφεται σ’ αυτή τη διακεκαυμένη ζώνη της λογοτεχνίας που διεγείρει το υπαρξιακό πεδίο του ανθρώπου. Μια γραφή που φιλοδοξεί να αναμετρηθεί με τη νύχτα του ψυχισμού. Σ’ αυτό το ακρότατο όμως σημείο όπου το κείμενο οφείλει διαρκώς να ελέγχεται εξονυχιστικά και σε όλα τα στάδια της κατασκευής του, να αποψιλώνεται, να υποβάλλεται, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, στη δοκιμασία της αφαίρεσης του. Στον πυρήνα αυτού του ολέθρου οποιοσδήποτε γλωσσικός, πληροφοριακός, ή αισθητικός εξιμπισιονισμός καταρρέει και ακυρώνει τον ίλιγγο αυτού του ίχνους. Ένα κείμενο δεν είναι υποχρεωμένο να τα πει και όλα. Η μόνη του οφειλή είναι στο ανείπωτο. Σ’ αυτό και μόνο.
26 Ιουνίου 2012
.
.
.

Κώστας Στοφόρος (Εφημερίδα: Δρόμος της Αριστεράς)

«Μελανίππη: Μια γυναίκα-κένταυρος

στην Ελλάδα του σήμερα«

.
.
Ένα μικρό βιβλίο που από την πρώτη του σελίδα σε καλεί να γνωρίσεις έναν κόσμο διαφορετικό. Μια παράξενη ηρωίδα που κάποιος -στην αρχή άγνωστος- λόγος την κρατά κλεισμένη σε ένα διαμέρισμα για όλη της τη ζωή. Το μυαλό μου πήγε στην αρχή σε κάποιο είδος «Κασπάρ Χάουζερ», όμως το ταξίδι που ακολούθησε στις σελίδες της Μελανίππης της Μαρίας Γιαγιάννου ήταν τελείως διαφορετικό. Κάθε τόσο τσάκιζα τις σελίδες, μέχρι που έκανα το βιβλίο δύσχρηστο. Μετά καθόμουνα με το μολύβι και σημείωνα στα βράχια πάνω στη θάλασσα. Ήθελα να αντιγράψω λέξεις, φράσεις και να τις μοιραστώ…
«Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που κοιμάται κι όταν ξυπνάει το θυμάται».
«Άσπρισα σαν σελίδα που της έπεσαν ξαφνικά όλες οι λέξεις».
Αντί να γίνω λογοκλόπος προτίμησα τελικά να συνομιλήσω με την ίδια τη συγγραφέα…

 .

Πώς προέκυψε η Μελανίππη; Ήταν απλώς μια έμπνευση ή κάτι άλλο συμβολίζει η παράξενη ηρωίδα σας, μισή άνθρωπος-μισή άλογο που ζει όλη της τη ζωή σε ένα διαμέρισμα. 
Η σχέση του ανθρώπου με το ζώο -ιδίως όταν το ζώο εγκατοικεί στα μύχια του ανθρώπου- με ενδιέφερε πάντα. Καθώς εμπνεύστηκα το πλάσμα Μελανίππη με διαπέρασε ρίγος. «Είδα» κάποιον να περνάει κάτω απ’ το παράθυρό της, να βλέπει το πάνω μέρος του σώματός της και να της χαμογελάει, πλέοντας σε απόλυτη άγνοια ως προς το γεγονός ότι το κάτω μέρος της, το κρυμμένο, ήταν αλογίσιο. Τρόμαξα με την νοερή εικόνα τόσο, ώστε αποφάσισα να τη δω να μεγαλώνει στο χαρτί, αρχικά από περιέργεια κι ίσως από κάποιο ένστικτο αντιμετώπισης ενός αρχέγονου φόβου. Έπειτα, οι συμβολισμοί ξεπηδούσαν από το σώμα της ανεξέλεγκτα. Πρόκειται για ένα πολλαπλό σύμβολο, συγκροτημένο από διπολικούς άξονες. Ο προφανέστερος είναι ο άξονας «Λογικό-Άλογο» (που εξυπηρέτησε και λογοπαιγνιωδώς το κείμενο), πάνω στον οποίο προσπαθεί ο καθένας μας να ισορροπήσει το μίγμα πολιτισμικού και ενστικτικού φορτίου που του αναλογεί. Ταυτόχρονα η Μελανίππη συμβολίζει το αίσθημα μιας υπερτιμημένης μοναδικότητας που μας κάνει να νιώθουμε άλλοτε θεοί κι άλλοτε τέρατα. Οι υπόλοιποι συμβολισμοί ας παραμείνουν εδώ γρίφοι…

Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την αξιοποίηση του μύθου των Κενταύρων. Πώς «διαβάζετε» εσείς αυτό το μύθο σήμερα;
Ένας Κένταυρος σ’ ένα σύγχρονο διαμέρισμα είναι ένας τραγικός αυτοεξόριστος στον χώρο και τον χρόνο. Ένας περιθωριακός, ένας μετανάστης, μια ευνουχισμένη γυναίκα, μια γυναίκα σε αντρικό σώμα (και το αντίστροφο), ένα παιδί σ’ έναν ενήλικο κόσμο, ένας πανέμορφος, ένας τερατόμορφος. Θεωρώ συγκλονιστική την μορφή του Κενταύρου και βαθύτατα συγκινητικό κάθε δισυπόστατο πλάσμα (φανταστικό ή μη), διότι αποτελεί δείγμα της πολύπλοκης ευαισθησίας του ανθρώπου και της τραγικής τυχαιότητας της φύσης. Στη χαμένη τραγωδία του Ευριπίδη Μελανίππη Σοφή, από την οποία η ημίαιμη ηρωίδα μου δανείζεται το όνομά της, ο τραγωδός βάζει τη δική του Μελανίππη να κηρύσσει την αλήθεια του ενωμένου κόσμου των φυτών, των ζώων, των ανθρώπων. Η δική μου «ανάγνωση» του μύθου δεν εξαιρεί αυτό το κάλεσμα ένωσης με τη φύση, καλεί όμως ταυτόχρονα και στην ένωση με τον ίδιο το μύθο.

«Ο μύθος έχει σάρκα και οστά και τον γέννησαν οι άνθρωποι. Απλώς, έκτοτε δεν μπορούν να τον αναγνωρίσουν»… Θα μπορούσατε να επεκταθείτε λίγο περισσότερο σ’ αυτό;
Κάθε Μύθος είναι παιδί της Φαντασίας. Στην ουσία αναφέρομαι σ’ εκείνο το θεϊκό κομμάτι της πραγματικότητας, τη φαντασία, που καθορίζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε/αναγνωρίζουμε τη ζωή. Ο μύθος ζωντανεύει κατά καιρούς ποικιλοτρόπως στις ανθρώπινες συνειδήσεις, συνήθως ως συνήγορος της εθελοτυφλίας. Πολλοί πιστεύουν στην ενσάρκωση κάποιου θεού (δηλαδή μύθου), είτε αυτή η ενσάρκωση λέγεται Χριστός είτε Έρωτας είτε ακόμα Ντόκτορ Χάουζ. Ωστόσο, η ένσαρκη φαντασία, η τέχνη (όχι να εθελοτυφλείς, αλλά) να απλώνεις την ύπαρξή σου στο πλάτος της φύσης, δυστυχώς δεν καλλιεργείται εύκολα από τον άνθρωπο, που είναι και ο δικαιωματικός της κάτοχος. Κι όμως, η φαντασία είναι το μόνο δημιουργικό ματογυάλι.

Η ηρωίδα σας λέει πικρόχολα: «αν σνομπάρεις τους σύγχρονους λογοτέχνες ενώ επιπλέον έχεις κάποιο μόνιμο προσωπικό πρόβλημα, ίσως αξίζει να γίνεις ο ίδιος συγγραφέας». Γιατί να γίνει κάποιος συγγραφέας στις μέρες μας;
Πράγματι, εδώ η ηρωίδα μιλάει πικρόχολα. Η ίδια γράφει σε σαΐτες κάτι που το ονομάζει «μυθιστόρημα» και νομίζω ότι δεν χάνει την ευκαιρία να μειώσει τα αληθινά της κίνητρα σε αυτοσαρκαστικές διαπιστώσεις, παράλληλα όμως δίνει στην συγγραφέα της(!) την ευκαιρία να αναφερθεί σε όσους Έλληνες λογοτέχνες λένε με θράσος ότι δεν διαβάζουν άλλους Έλληνες ή ότι δεν έχουν καν χρόνο να διαβάσουν γιατί γράφουν. Πολλοί sui generis μαζευτήκαμε. Νομίζω ότι δεν μπορείς να είσαι τίμιος συγγραφέας αν δεν αγαπάς το διάβασμα. Το «γιατί να γίνεις» είναι άλλη υπόθεση.
Ο καθένας έχει κίνητρα ανάλογα με «το μόνιμο προσωπικό του πρόβλημα», δηλαδή με τις αγαπημένες του εμμονές. Νομίζω ότι πιάνει κανείς τη γραφίδα και σκάβει εφόσον πιστεύει (ακόμα κι αν κάνει λάθος) ότι έχει πέσει στα χέρια του ένα κουκουτσάκι από κάποιο ιαματικό οπωροφόρο που βραδέως θα βλαστήσει.

«Θα ήθελα να αποτινάξω τις δικές μου λέξεις και να ψαρέψω από το περβάζι μου τις λέξεις των ανθρώπων», λέει και πάλι η Μελανίππη. Για σας τι είναι οι λέξεις;
Σε κλίμα χαϊκού, θα απαντήσω ότι η σκέψη είναι ο γυρίνος και η λέξη ο βάτραχος. Οι λέξεις δίνουν σχήμα στο μυαλό. Καμιά φορά πιστεύω πως μου αρέσουν πιο πολύ απ’ όσο πρέπει. Γι’ αυτό συχνά αντί να τις χρησιμοποιώ ως μέσα επικοινωνίας τις χρησιμοποιώ ως μέσα μεταφοράς…

Η σημερινή πραγματικότητα περνά υπαινικτικά από τις σελίδες σας… Άραγε η Μελανίππη θέλει να μας πει κάτι για την κρίση που βιώνουμε σήμερα;
Στη Μελανίππη χρησιμοποιώ ως όχημα ένα μυθολογικό πρόσωπο, για να μιλήσω, χωρίς να μιλώ, και για τον τόπο όπου αυτός ο μύθος γεννήθηκε. Η αναγέννηση μιας Κενταυρίδος, σε μια χώρα που είναι η δυστοπική εκδοχή (ελαφρώς μετατοπισμένη προς το μέλλον) της Ελλάδας, ίσως να επισημαίνει την μοναξιά των υπέροχων στοιχείων που επιβιώνουν μέσα στο σύγχρονο Έλληνα, τον υπερκαθορισμένο από το μύθο του αλλά πνιγμένο μέσα σε μια στεγνή πραγματικότητα. Από τη μία, η Μελανίππη είναι «το άτομο σε κρίση». Από την άλλη αυτό το άτομο θέτει, θέλοντας και μη, το εξής ερώτημα: Το ελληνικό υβρίδιο, ασυμβίβαστο με τους άλλους και με τον εαυτό του, ανήκει στο χθες ή στο αύριο;

1η Σεπτεμβρίου 2012

.

.

.

Μαίρη Κλιγκάτση (Περιοδικό Ντουέντε)

«Μαρία Γιαγιάννου: Μελανίππη»

«Art Bar Ποιήματα και Εγκλήματα» και το ημερολόγιο δείχνει 25 Ιουνίου 2012. Αναρωτιέμαι τι ώρα και τι μέρα δείχνει το ημερολόγιο της Μελανίππης.

«Καλημέρα. Καλησπέρα. Καληνύχτα.

Καλημέρακαλησπέρακαληνύχτα.

Καλημέρα-σπέρα-νύχτα.

Μερασπερανύχτα».

Η Μαρία Γιαγιάννου δίνει το σύνθημα για την έναρξη μιας υπέροχης παρουσίασης, διαβάζοντας απόσπασμα από τη «Μελανίππη» της. Αυτή μοιάζει να είναι η αρχή της βραδιάς. Της επίσημης πρώτης της «Μελανίππης»· της έκθεσής της στα μάτια φίλων και βιβλιόφιλων που πλημμύρισαν εκείνη την βραδιά το πατάρι του Γαβριηλίδη.

«Αυτή η πρώτη φορά είμαι μια φορά τόσο πρώτη, τόσο ανάρμοστα ανεπανάληπτη, τόσο τελεσίδικα πρωταρχική, που μου δίνει την αίσθηση ότι ταυτίζεται με το τέλος των πάντων».

Συναντήσαμε τη Μαρία Γιαγιάννου, λίγες μέρες μετά, επιχειρώντας να μάθουμε πώς αποτυπώνεται λεκτικά ένα μοναχικό σύμπαν όπως αυτό της Μελανίππης, πώς το υπαρξιακό θρίλερ συναντά τον μαγικό ρεαλισμό, πώς οι λέξεις μοιάζουν γιατρικό στους καιρούς μας. Αυτά. Όχι όμως μόνο αυτά.

Η εύθραυστη ισορροπίας ενός κόσμου σπαρμένου με μυθολογικά και φανταστικά στοιχεία· οι γενναίες δόσεις επίκαιρων αναπαραστάσεων που αναδεικνύουν εντέχνως σημαντικές προβληματικές της καθημερινότητάς μας· οι υπαρξιακές αγωνίες μιας οντότητας σε καταστολή· ισορροπούν στο λογοτεχνικό σύμπαν της «Μελανίππης». Μα πάνω και πριν από όλα, η Μελανίππη αφήνει ανοιχτό ένα μεγάλο πεδίο διερεύνησης του επινοημένου· του άλεκτου μα και του εξωλεκτικού· του αδιοχέτευτου και του αυτοπεριοριστικού.

Τελικά, ακόμα και αν η πόρτα των σπιτιών μας είναι ξεκλείδωτη, δεν είναι νομοτελειακό ότι θα τρέξουμε να την ανοίξουμε…

«Αυτή η πρώτη φορά είναι μια φορά τόσο πρώτη, που μου δίνει την αίσθηση ότι ταυτίζεται με το τέλος των πάντων», αναφέρει η Μελανίππη στην αρχή της καθηλωτικής όσο και ιδιότυπης εξομολόγησής της. Θα μπορούσες να προβάλεις τα παραπάνω λόγια στη λογοτεχνία; Κάθε έργο μια πρώτη φορά∙ τόσο πρώτη και τόσο έσχατη ταυτόχρονα;

Ξεκινάμε λοιπόν με αυτή την υπέροχη πρώτη ερώτηση. Αυτό το ξεκίνημα συμβαίνει για πρώτη και τελευταία φορά. Ποτέ δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην αρχή, η πρώτη φορά είναι ήδη τετελεσμένη. Μπορεί μάλιστα αν είναι κάτι το πολυπόθητο, μόλις το κερδίσεις αυτομάτως να ξαναγυρίσεις στο μηδέν. Στον κύκλο της αιώνιας επανάληψης η αρχή και το τέλος συναντιούνται – «θεϊκό φαύλο κύκλο» τον λέει ο Νίτσε – κι εδώ η αιτία (αρχή) μπορεί να ακολουθεί το αποτέλεσμα (τέλος) της. «Αυτό το έργο έχει τελειώσει, σίγουρα όμως δεν έχει αρχίσει!» αναφωνεί ο Ντεγκά μπροστά σε έναν πίνακα ήσσονος αξίας. Με διασκεδάζει αυτή τη φράση. Περιέχει όλη την παραδοξότητα της δημιουργικής διαδικασίας καθώς μάταια επιθυμεί να ολοκληρωθεί σε κάτι τέλειο. Ναι, κάθε έργο είναι μια τελευταία πρώτη φορά, μια επιστροφή στην πρώτη φορά κάποιου άλλου, επιστροφή από κάποιον καινούργιο, που είναι ωστόσο εσύ. Λατρευτές οι πρώτες φορές που μας εξασφαλίζουν την θέα του εαυτού μας καθώς αλλάζει.

Στο βιβλίο, υπάρχουν στιγμές βαθιάς και επώδυνης αλήθειας. «Δεν κλαίει, δεν προσεύχεται, δεν ονειρεύεται. Αναγνωρίζω τον τύπο του. Έχει σταθερό ωράριο, δεν εκπλήσσεται, δεν ερωτεύεται παρά μόνο ένα Plasma, τη μεγάλη του τηλεόραση… νομίζει ότι η λογοτεχνία είναι ασθένεια του ήπατος, δεν πίνει, δεν τεμπελιάζει, δεν ιδρώνει, όλα πλυμένα, όλα λυμένα». Πόσο δύσκολο ήταν για σένα να μεταφέρεις -σε ένα κείμενο με πολλά στοιχεία φανταστικού και σε μια ηρωίδα αποκλεισμένη από την κοινωνικότητα- ένα πρότυπο συμπεριφοράς απολύτως σημερινό και σύνηθες;

Μπορεί η ηρωίδα να μην βλέπεται… η ίδια όμως βλέπει. Το μεγάλο της παράθυρο, τα μέσα ενημέρωσης, αναλογικά και ψηφιακά, συνθέτουν το Πανοπτικόν της. Η υπερέκθεση των πραγμάτων, την οποία όλοι οι δικτυωμένοι κάτοικοι της μετανεωτερικότητας απολαμβάνουμε, μας επιτρέπει, αν μη τι άλλο, να κοιτάζουμε τις επιφάνειες της πραγματικότητας. Από εκεί και πέρα απαιτείται διορατικότητα ώστε να περάσει κανείς από το διαφανές περίβλημα στο αδιαφανές εσωτερικό. Η Μελανίππη παρατηρεί μεταξύ άλλων και αυτόν τον άνδρα, ο οποίος είναι ακριβώς ανεπίγνωστα εγκλωβισμένος στην επιφάνεια της ζωής του. Δεν θυμάμαι αν μου ήταν δύσκολο, θυμάμαι πάντως ότι ήμουν υπόχρεη απέναντι στην Μελανίππη να τυποποιήσω αυτόν τον περαστικό, ώστε να την διευκολύνω να τον χλευάσει. Στην πραγματικότητα, αυτό που επιθυμεί όσο τίποτα είναι η κοινωνικοποίησή της και καθόλου δεν θα την ενοχλούσε να είναι το plasma του…

Τελικά τι είναι η «Μελανίππη»; Ένα υπαρξιακό θρίλερ ή ένα μυθιστόρημα μαγικού ρεαλισμού; Πού εντοπίζεις ως συγγραφέας τη σημασία των «σχολών» και των ειδολογικών προσδιορισμών;

Ομολογώ ότι δεν έχω παγιωμένη άποψη περί της καθαρότητας των ειδών. Άλλοτε αντιπαθώ τα υβριδικά πειράματα (συνήθως όταν εκπροσωπούν την αισθητική του ό,τι νά ‘ναι και των ατάκτως ερριμμένων – κυρίως στο θέατρο και τα εικαστικά) και νοσταλγώ την κλασική φόρμα, ενώ άλλοτε διαπιστώνω ότι πολύ συχνά τα θραυσματικά τοπία του μεταμοντέρνου πνεύματος προσφέρουν μια άκρως ποιητική θέα στα βάθη του ανθρώπου. Πάντως, τείνω να πιστέψω ότι μπροστά σε μια ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση καταρρέουν οι ειδολογικοί διαχωρισμοί. Επίσης, κατά την δημιουργική διαδικασία επικρατεί, ας πούμε, η σχολή του Ασυνειδήτου και του Προσωπικού Ταλέντου, που μπορεί να σε οδηγήσει αλλού από εκεί που σκόπευες να πας. Κατά τα άλλα, η ένταξη ενός έργου σε ένα είδος βοηθά να εντοπίσει κανείς τις συγγένειες του με παλαιότερους και σύγχρονους δημιουργούς, πράγμα γόνιμο, και να προσδιορίσει την ταυτότητά του.

Σε αυτό το πλαίσιο, θα έλεγα ότι η «Μελανίππη» διατηρεί εκλεκτική συγγένεια με τα «θρίλερ» μυστηρίου που χτίζονται γύρω από το (συναρπαστικό) στοιχείο του Ανοίκειου, αλλά και με τον υπαρξισμό, όπως τον βρίσκει κανείς στον Σαρτρ ή τον Μπλανσώ και φυσικά με τον μαγικό ρεαλισμό, ο οποίος με αιχμαλώτισε από παιδί και ταίριαξε με τους τρόπους της φαντασίας μου. Μιας που το στοιχείο του μύθου στην «Μελανίππη» είναι κεντρικό, ας ονομάσω το βιβλίο σήμερα «παγανιστικό ρεαλισμό» (!) Και αύριο βλέπουμε.

Είναι τολμηρό να πει κανείς ότι η «Μελανίππη» πάσχει από ένα σύνδρομο παρόμοιο με το σύνδρομο που ασφαλώς τακτοποιεί την ανασφάλεια μας εντός των ψηφιακών κόσμων που μας περιβάλλουν;

«Δημιουργώντας τον εαυτό μου εκ νέου στο Διαδίκτυο εκτελώ μια χειρουργική επέμβαση, η οποία μάλιστα είναι αναίμακτη και αναστρέψιμη, ενώ μπορώ υπερήφανα να δηλώνω πως είμαι αυτοδημιούργητη» λέει η ίδια. Δεν πρόκειται για σύνδρομο. Πρόκειται για μια εγγενή (ενίοτε και ευγενή) τάση του ανθρώπου να χτίζει το προσωπείο του, να ράβει το κοστουμάκι του και να βγαίνει στον κόσμο. Το ψηφιακό κοστούμι απλώς προεκτείνει το αναλογικό. Ντύνομαι άρα υπάρχω, αν μου επιτρέπεις λίγη καρτεσιανή ενδυματολογία! Ο μόνος τρόπος να «τακτοποιήσουμε την ανασφάλειά μας», όπως πολύ ωραία το έθεσες, είναι να την στήσουμε μέσα στα όρια της προσωπικότητας. Η ίδια η προσωπικότητα είναι ένας ρόλος˙ ο ρόλος της ζωής σου. Η Μελανίππη λοιπόν, που δεν έχει άλλους να την αναγνωρίσουν και άρα να της προσδώσουν κάποια προσωπικότητα, καταφεύγει σε υποκατάστατα ψηφιακά ενδύματα.

Τελικά τι είναι πιο δύσκολο; Η ηθελημένη απόσυρση από έναν ήδη διαστρεβλωμένο κόσμο ή μια εκ γενετής αδυναμία ένταξης σ’ αυτόν; 

Οτιδήποτε ηθελημένο είναι προφανώς ευκολότερο από οτιδήποτε καταναγκαστικό. Βέβαια, όταν μια συνθήκη σε εξαναγκάζει, θέλοντας να διασώσεις τον εγωισμό σου, συχνά θα ισχυριστείς ότι την έχεις ηθελημένα επιλέξει. Αυτή είναι μια υγιής άμυνα που επιπλέον περιέχει και το σπάνιο συστατικό «ανάληψη ευθύνης». Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος που έχει μάθει να λειτουργεί με την εκ γενετής αδυναμία του, δηλαδή έχει στον εφικτό βαθμό συμφιλιωθεί με το άλυτο πρόβλημά του, μπορεί να ενταχθεί στην κοινωνία. Οι θυσίες όμως θα είναι όλες δικές του. Ο κόσμος «των ανθρώπων» δεν έχει προβλέψει για τους αδύναμους. Ιδίως στην αγαπημένη μας πατρίδα. Το κανονιστικό πνεύμα που διακατέχει τις κοινωνικές δομές δεν μετατρέπεται σε όραμα, αλλά αποβάλλει τις μειονότητες και φυσικά κρατάει τα μάτια της κοινωνίας κλειστά μπροστά στα προβλήματα των «αθλίων». Άραγε στην Μαδρίτη ή στο Λονδίνο υπάρχουν περισσότεροι τυφλοί και ανάπηροι απ’ όσοι στην Ελλάδα; Αμφιβάλλω. Μάλλον οι δικοί μας έχουν μάθει να κρύβονται. Αν βγουν, ποιος θα τους κοιτάξει πραγματικά (με την έννοια του “look”, αλλά κυρίως του “look after”); Σε σχέση τώρα με τον εκούσιο αναχωρητή, νομίζω ότι ο αναχωρητισμός του είναι ένα μίγμα προθέσεων παραίτησης και επανεκκίνησης. Φεύγει απ’ τους ανθρώπους για να αγαπήσει ξανά τους ανθρώπους.

«Δεν υπάρχω. Είμαι επινοημένη. Και, πιο συγκεκριμένα, έχω επινοήσει τον εαυτό μου. Έχω επινοήσει τον εαυτό μου και δεν υπάρχω». Τελικά η φαντασία ή η πραγματικότητα είναι η πιο επώδυνη αυταπάτη;

Η φαντασία λειτουργεί ως αυταπάτη στα σημεία που συνδέεται με την εθελοτυφλία ή με την ψυχασθένεια, δηλαδή όταν απορρίπτει την επίγνωση της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα, χωρίς την ανθρώπινη φαντασία, είναι αυτό που είναι˙ ένα πράγμα σκέτο, επίπεδο, σκληρό, ανούσιο. “It don’t mean a thing if it ain’t that swing”… όπως είπε και ο Ντιούκ Έλιγκτον. Όταν όμως η φαντασία βουτάει στο εσωτερικό της πραγματικότητας, τότε της αποσπά την ομορφιά της ζωής. Η ζωή είναι δώρο μόνο όταν η φαντασία είναι ταυτόχρονα αναλυτική και διορθωτική.

Οι λέξεις -όταν αποτυπώνονται- αποτελούν προσομοίωση μοναξιάς ή δρόμο απέκδυσής της;

Ακόμα και στα πιο ερμητικά κείμενα, ακόμα κι όταν την επαληθεύουν, πιστεύω ότι οι λέξεις είναι το αντίδοτο της μοναξιάς. Γι’ αυτόν που τις γράφει, για εκείνον που τις διαβάζει, γι’ αυτόν που τις προφέρει, για εκείνον που τις ακούει. Η μόνη περίπτωση όπου οι λέξεις ενισχύουν τη μοναξιά είναι στην περίπτωση του ξενόγλωσσου μετανάστη. (Ή όταν τα status σου δεν παίρνουν πολλά like).

«Κι ας μην υπάρχω πουθενά, υποφέρω. Υποφέρω πολύ αληθινά». Ο πόνος της Μελανίππης, προκύπτει από ένα «είναι» φυλακισμένο εκ των συνθηκών ή από ένα γλωσσικό σύμπαν που δεν επικοινωνείται με τον έξω κόσμο, παρά γίνεται σαΐτες και τσαλακωμένα χαρτιά; 

Ο πόνος της Μελανίππης προκύπτει από έναν κυριολεκτικό σωματικό διχασμό, ο οποίος είναι μια αναγωγή του ταλαιπωρημένου μυαλού της. Το λεγόμενο Πρόβλημα Νου – Σώματος που μας θέτει η φιλοσοφία είναι η Μελανίππη. Ο πόνος που προκύπτει από αυτό το φυλακισμένο «είναι» (και κυρίως από την καταστολή ενός αδιάλλακτου ένστικτου) μετουσιώνεται σε λέξεις προκειμένου να εκλογικευτεί κι έτσι να γίνει υποφερτός. Οι λέξεις μπαίνουν σε σαΐτες και αυτές με τη σειρά τους φεύγουν για να συναντήσουν τον έξω κόσμο. Ένας φίλος (γεια σου, Διαμαντή) εύστοχα μου επεσήμανε ότι οι σαΐτες λειτουργούν σαν άγκυρες που και πάλι την καθηλώνουν στον εαυτό της.

Ανείπωτο – ειπωμένο | Βιωμένο – αβίωτο | Ρεαλιστικό -φανταστικό: ποιος είναι ο ρόλος που η λογοτεχνία αναλαμβάνει να διαδραματίσει στην παραπάνω τριπλέτα αντιθέσεων;

Αυτό είναι θέμα για κοτζάμ διατριβή. Εντάξει, εντάξει… θα απαντήσω όσο πιο σύντομα μπορώ. Η πρώτη σκέψη που μου ήρθε ήταν να διαλέξω από τα προτεινόμενα δίπολα τον αγαπημένο μου πόλο. Αυθόρμητα διάλεξα: το Ανείπωτο, το Βιωμένο και το Φανταστικό. Εκ των υστέρων ας ερμηνεύσω την επιλογή μου: το Ανείπωτο στην ύψιστη μορφή αφήγησης το έχω συνδέσει με τον υπαινικτικό Χένρι Τζέημς˙ θέλει μεγάλη τέχνη για να μην πεις αυτό για το οποίο μιλάς κι ωστόσο να κρατήσεις αμείωτο το ενδιαφέρον. Ύστερα, το Αβίωτο (με την έννοια αυτού που δεν μπορεί να βιωθεί) δεν μ’ ενδιαφέρει. Δεν ανήκει ούτε στη σφαίρα της νόησης ούτε του σώματος. Άρα επιλέγω το Βιωμένο με τα μπούνια (ό,τι κι αν είναι τα μπούνια). Τέλος, το Φανταστικό είναι η τέλεια δίοδος… είσοδος και έξοδος από την πραγματικότητα, κατά βούληση.

Προφανώς, όπως σε κάθε τραμπάλα, κάθε πόλος θα κατέρρεε χωρίς τον αντίθετό του. Ίσως το κοινό που έχουν τα στοιχεία της τριπλέτας που έθεσες να είναι το εξής: Μέσω της λογοτεχνίας, ο ένας πόλος βοηθάει τον άλλο να ορθωθεί. Η λογοτεχνία λέει το ανείπωτο, μετατρέπει σε βίωμα το αβίωτο και κάνει πραγματικότητα το φανταστικό. Ή μήπως «ξελέει» το ειπωμένο, αναιρεί το βιωμένο και διαλύει την πραγματικότητα μέσα στη φαντασία; Οπ! Το Άλυτο μόλις ξεπρόβαλλε από τη γωνία…

Αρκεί τελικά ένα πόμολο για να ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού σου;

Η Μελανίππη προσπαθεί να δώσει την απάντησή της σε αυτό το ερώτημα. Σε κάποιους ανθρώπους χρειάζεται αληθινό κουράγιο για να χρησιμοποιήσουν το πόμολο. Η πόρτα ανοίγει μόνο με προσωπικό σθένος και κόστος. Υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις…  όπως τούτη εδώ η πόρτα του ΝΤΟΥέΝΤΕ, που κάποιος την ανοίγει ευγενικά για κάποιον άλλο, εν προκειμένω εσύ για μένα, αγαπητή μου Μαίρη Κλιγκάτση. Σ’ ευχαριστώ για τις γοητευτικές σου ερωτήσεις. Για ακόμα μια φορά φοβάμαι πως ξεπέρασα το όριο των λέξεων (αν το όριο αυτό μπορεί ποτέ να ξεπεραστεί).

Σεπτέμβριος  2012

 

.

.

Λάμπρος Σκουζάκης (Blog Πανδοχείο)

«Στο αίθριο του πανδοχείου, 100. Μαρία Γιαγιάννου»

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα των δυο βιβλίων σας;

Η θύρα του «Ταξιδιώτη του Άλλοτε» (εκδ. Κάκτος, 2006) είναι ελαφριά σαν σεντόνι. Εύκολα κανείς την παραμερίζει, εισέρχεται και εξέρχεται. Πρόκειται για μια συλλογή έμμετρων διηγημάτων, όπου ανασυνθέτω τρεις λαϊκούς θρύλους της ελληνικής προφορικής παράδοσης. Κατάλληλο για τους λυρικούς βουκόλους και τους λάτρεις της δημοτικής στιχοπλοκίας.

Η θύρα της «Μελανίππης» (εκδ. Σμίλη, 2012) είναι μάλλον από ξύλο μαύρης πεύκης, ήτοι πρόκειται για πόρτα στιλπνή και βαριά, την οποία επιπλέον πρέπει να κρούσεις από μέσα προς τα έξω για να ανοίξει. Στο μικρό αυτό μυθιστόρημα, η ηρωίδα ζει έγκλειστη εξαιτίας μιας καταλυτικής σωματικής δυσμορφίας, η οποία δεν της επιτρέπει να ρισκάρει την πλήρη ορατότητα. Διακυβεύεται η ανθρωπινότητά της. Το βιβλίο είναι κατάλληλο για γλωσσολάγνους και για όσους αποφεύγουν το φτηνό φως όσο και τη μόδα του σκοταδισμού.

Γράφετε πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δυο; Πότε επιλέγετε το ένα αντί του άλλου;

Είμαι και στα δύο άπειρη (μακάρι και με τις δύο έννοιες). Ναι, θα ήθελα να πετύχω μια καλή ισορροπία, που να μου επιτρέπει να χρησιμοποιώ το ένα προς όφελος του άλλου (π.χ. με μια οικονομημένη ένθεση προφορικότητας στην πεζογραφία και ποίησης στον θεατρικό λόγο) και προς όφελος ενός απαιτητικού κοινού. Ίσως το θέατρο να είναι μια δυσκολότερη υπόθεση, όχι απαραιτήτως από συνθετικής άποψης, αλλά από πρακτικής, όπως κάθε ομαδική δουλειά. Επίσης μια (γοητευτική) δυσκολία είναι ότι η συγγραφή θεάτρου σε τοποθετεί ένα βήμα μπροστά μέσα στον Χρόνο. Το θεατρικό Παρόν δεν είναι η στιγμή που γράφεις, αλλά η στιγμή της παράστασης. Τώρα, τα κίνητρα της επιλογής μεταξύ των ειδών είναι διαφορετικά. Θέατρο γράφω όταν θέλω να «παίξω»˙ με τοποθετεί νοερά στη σκηνή, μου ανοίγει δρόμους επισφαλούς μα σπαρταριστής επικοινωνίας με τον φανταστικό ακροατή, και (να πω την αμαρτία μου) μου δίνει την ευκαιρία να γράφω ατακαριστούς διαλόγους. Μια καλή ατάκα είναι τρομερό πράγμα όταν ειπωθεί σωστά. Η πεζογραφία πάλι είναι άλλο πράγμα˙ στον παράλληλο κόσμο όπου είμαι σαλιγκάρι, είναι το σπίτι μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μολονότι μάλλον έχω μόλις απαντήσει, πρέπει να παραδεχτώ ότι ο πιο πηγαίος μου τρόπος συγγραφής είναι ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Όχι όμως και ο αγαπημένος μου. Κάποιες ιδέες χρειάζονται μεγαλύτερη ελευθερία, χώρο και χρόνο. Στην πραγματικότητα, πάντως, κάτω από κάθε πεζή μου φράση διαισθάνομαι μια καταπιεσμένη ρίμα.

Παγιδεύω τις ιδέες σε όποιο μέρος είναι εύκαιρο. Συνήθως στο σημειωματάριό μου, σε ποστ-ιτ, καμιά φορά τις ηχογραφώ στο κινητό. Όσες ιδέες αποσπαστούν αλώβητες απ’ την παγίδα, μπορεί να γίνουν οτιδήποτε: διήγημα, ποίημα, μονόπρακτο, δοκίμιο, φιλί. Μπορεί και να μείνουν ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμιά σπουδαία τελετουργία. Γράφω κι επιστρέφω διαρκώς σε όσα έγραψα από τον πρωϊνό καφέ μέχρι το απογευματινό τσάι. Δεν δουλεύω βράδυ. Όχι, δεν μπορώ να ακούσω μουσική όσο γράφω ή διαβάζω. Το προσπάθησα, αλλά παλεύω διπλά να μείνω συγκεντρωμένη και καταλήγω να την αντιπαθώ. Δεν έχω καλλιεργημένη μουσική παιδεία, όμως η ιδιοσυγκρασία μου και οι περιστάσεις με έχουν κάνει να αγαπήσω το φλαμένκο, τα blues και την Μαρία Κάλλας. Απολαμβάνω επίσης τον Χατζιδάκι και τα ρεμπέτικα. Με χαλαρώνει η κλασική τζαζ και η σόουλ. Συγκινούμαι εξίσου με τις χρωματιστές ταραντέλες και με τον γκρίζο κύριο Μέρτενς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Μελανίππη. Κάποιο βράδυ ένιωσα μια μικρή αγωνία, μια σταλιά από εκείνο που φαντάζομαι ότι ένιωθε ο Ουίλλιαμ Μπλέικ όταν επισκέπτονταν άγγελοι το περβάζι του παραθύρου του και τον ενέπλεκαν σε οραματικές συγκινήσεις. Η Μελανίππη ήρθε στο τότε μικρό μου πατάρι και φάνταζε πολύ μεγάλη και τρομερή. Νομίζω ότι πάντα θα με ακολουθεί.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μια εποχή πήγαινα κάθε Παρασκευή στις 14:30 σε ένα συγκεκριμένο καφέ στο Γκάζι (μετά την τότε βασική δουλειά μου), έτρωγα τη σούπα της ημέρας και έγραφα ένα μονόπρακτο. Ανεξαρτήτως καλλιτεχνικού αποτελέσματος ήμουν πολύ ικανοποιημένη με αυτή τη μικρή ρουτίνα.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μμμμ… σε ανάκατη σειρά: Χένρι Τζέημς, “the Master”. Ο Ντοστογιέφσκι. Ανέκαθεν και ες αεί. Ο Σαίξπηρ. Για την απλότητα και το βάθος του. Η Άντζελα Κάρτερ. Αισθησιακή, στοχευμένη, με χιούμορ. Ο Τσέχοφ. Τα είπε όλα, αυτός ο βαρύ-γλυκός. Ο Πίντερ, λιτός και παιχνιδιάρης. Ο Ζενέ. Σκοτώνει. Ο Σκαρίμπας. «Μείνε ημιόχις/ημιναινές/- κράτα ημιπόζα/ Έσω ημίβλεπτος/ ημιαν-φάς/ και -τότε- τέλεια/ η φήμη θάρτει σου/ σαν μια Κυρία/ ημιμιμόζα/ λίγον τι κρύα/ και λίγον μπλάβη/ από τα γέλια…». Μην ξεχάσω τον Καρούζο μας.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ουδείς μπορεί να αναμετρηθεί με τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Ωστόσο, πρώτη μου αγάπη είναι τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες. «Το στρίψιμο της βίδας» του Τζέημς είναι ένα υπαινικτικό αριστούργημα. «Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν είναι ένα σιχαμένο αριστούργημα. Το «Moderato Cantabile» της Ντυράς, μια μελαγχολική σονάτα. Αγαπώ πολύ το «Duende» του Λόρκα, γιατί μου έδωσε αυτή την υπέροχη λέξη.  Ο «Θωμάς ο Σκοτεινός» του Μπλανσό, ένας αγώνας ελεύθερης κολύμβησης στον Υπαρξισμό. «Ο ρινόκερος» συμπυκνώνει τη σοφία και το χιούμορ του Ιονέσκο. «Το σόλο του Φίγκαρο» του Σκαρίμπα κάποτε με μάγεψε. Ο «Πλους αεροστάτου» του Εμπειρίκου, μια πάλη ψυχανάλυσης και αισθησιασμού. Με την «Κασσάνδρα και το λύκο» της Καραπάνου ζήλεψα˙ πρόκειται για ένα χαριτωμένο φονικό και δεν διαπράττει εύκολα κανείς κάτι τέτοιο. Θα αναφέρω και το βιβλίο φιλοσοφίας των μέσων «Το σύμπαν των τεχνικών εικόνων» του Βίλεμ Φλούσερ που θεώρησα αποκαλυπτικό όσον αφορά στο πέρασμά μας σε μια ψηφιακή μορφή συνείδησης. Αγαπώ φετιχιστικά και διάφορα βιβλιαράκια τσέπης με συλλογές έργων τέχνης. Επίσης, το πορτοκαλί βιβλίο «Παραμύθια του Λαού μας» απ’ όπου μου διάβαζε ιστορίες ο πατέρας μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Τα κυκλικά ερείπια» του Μπόρχες. Το «Ουίλιαμ Ουίλσον» του Πόε. «Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ» του Τσβάιχ. Η «Grande Malade» της Τζούνα Μπαρνς. «Η νύφη του τίγρη» της Άντζελα Κάρτερ. «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο» του Όσκαρ Ουάιλντ. «Η καταδυομένη Αφροδίτη» του Νάσου Θεοφίλου. Οπωσδήποτε και άλλα που τώρα μου διαφεύγουν.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Φυσικά. Ευτυχώς είναι πολλοί. Θα αναφέρω το βιβλίο που διάβασα πιο πρόσφατα. Ο «Αέρας Αύγουστος» του Κώστα Κουτσουρέλη (των εκδόσεων Περισπωμένη) είναι μια θεσπέσια ποιητική συλλογή˙ κάθε στίχος είναι μια διαπεραστική ριπή κομψότητας και χαρμολύπης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν. Ο Ντοστογιέφσκι γέννησε έναν ήρωα που αντιπροσωπεύει το απόλυτο καλό. Το κακό (ακριβώς λόγω της προφανέστερης γοητείας του) είναι τρομερά κοινό. Βέβαια, πιθανότερο είναι να βρούμε τον Άνθρωπο (όταν διερευνά τα όριά του) εκεί που ο Μίσκιν συναντάει τον Μαλντορόρ. Βέβαια εκείνο το πεδίο θα ήταν τόσο αιματηρό, ώστε συνήθως οι άνθρωποι προτιμούμε να πλατσουρίζουμε σε έλη κοινοτοπίας. Επίσης, η Νόρα του Ίψεν κατάφερε να βγει απ’ το κουκλόσπιτο της συνήθειας, γι’ αυτό την θαυμάζω απεριόριστα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τα βιβλία μου. [Γέλια] Λοιπόν, όχι, δεν έχω καμία τέτοια προσδοκία. Είμαι υπεύθυνη για την οργάνωση και την επιμέλεια πολιτιστικών εκδηλώσεων σε ένα χαριτωμένο καφεθέατρο και όπου αλλού με εμπιστεύονται και με εμπνέουν.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας;

Σπούδασα επικοινωνία και ΜΜΕ, πολιτιστική διαχείριση και στο ενδιάμεσο φιλοσοφία τέχνης (για ένα διδακτορικό που εγκαταλείφθηκε). Κάποιες νύξεις θεωρίας των μέσων και της αισθητικής που βρίσκει κανείς στη «Μελανίππη» (μα είναι πολύ νωρίς ακόμα για να προβλέψω την τροπή που θα πάρει το παιχνίδι των επιδράσεων στο μέλλον), νομίζω προέρχεται από τις σπουδές. Από την άλλη, όποιο ενδιαφέρον μου σχετίζεται με την τέχνη, την αισθητική και τα ζητήματα του οπτικού πολιτισμού, μάλλον έχει τις ρίζες του στο οικογενειακό περιβάλλον.

Ασχολείστε και με την επιμέλεια εκθέσεων. Περί τίνος πρόκειται;

Η πείρα μου στο να παρακολουθώ στησίματα και επιμέλειες εκθέσεων είναι πολύ μεγαλύτερη από το να τις οργανώνω η ίδια. Είναι μια απαιτητική δουλειά που αποσκοπεί στην γοητευτική προβολή του εικαστικού έργου και το άνοιγμα εκείνου του δρόμου που προσφέρεται στον θεατή, ώστε να περάσει σε ένα νέο σύμπαν. Αδρά, επιμέλεια σημαίνει: επιλογή των καλλιτεχνών και του θέματος (σε κάποιες περιπτώσεις), θεωρητικός ιστός, γενικός τίτλος, κείμενα και τον άθλο του στησίματος. Για ορισμένους υπερμοντέρνους επιμελητές σημαίνει να επιλέγουν εκθέματα εκ των οποίων το κάθε ένα λειτουργεί ως ένα λειψό γράμμα της αμφαβήτου, σύμφωνο ή φωνήεν, που μόνο του δεν λέει τίποτα αλλά μαζί με τα άλλα φτιάχνει τη φράση που έχει ο επιμελητής στο μυαλό του. Κλασική περίπτωση βλάβης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Κουκούτσι, για την συνολικά ποιοτική του παρουσία και ο Μανδραγόρας, διότι είναι ίσως το μόνο λογοτεχνικό περιοδικό που ενδιαφέρεται τόσο για τα εικαστικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μια αναπάντεχη δυσλεξία με έκανε εκεί που λέτε «να γράψετε μια μονογραφία» να διαβάσω «να πράξετε μια μονομαχία». Υποθέτω όμως ότι πάνω-κάτω είναι το ίδιο. Αυτή η ερώτηση παραμένει δύσκολη [λέει και πάει να βάλει καφέ, επιστρέφει, ανάβει τσιγάρο, σκέφτεται να πει τη Μαρία Κάλλας, αλλάζει γνώμη… έχει ήδη συν-γράψει ένα θεατρικό με την Αλεξάνδρα Κ*]. Ίσως να έγραφα για την αισθητική θεωρία του Χένρι Τζέημς ή για τον ανθρωπιστή Αντόν Τσέχοφ. Ίσως πάλι μια μονογραφία για το Νάσο Θεοφίλου, που λείπει από τα ελληνικά γράμματα. Ωστόσο, αν δεν είχαν όλα πολλαπλώς γραφτεί, μάλλον θα προτιμούσα κάποιον μεγάλο ζωγράφο του μοντερνισμού. Προτιμώ να αναλύω την εικόνα απ’ ότι τον λόγο. Σκέφτομαι ότι πριν πολλά χρόνια σ’ αυτή την ερώτηση θα απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη τη Μέριλιν Μονρόε. Εξακολουθεί να με δελεάζει. Τα ευάλωτα idols έχουν πολύπλευρο ενδιαφέρον. Ίσως πάλι να έγραφα για τον Μάικλ Τζάκσον. Με ενδιαφέρει η ψυχοπαθολογία του, η σχέση του με τα μίντια, το σύνδρομο του Πήτερ Παν και το γεγονός ότι ήταν ένας ανατριχιαστικά καλός χορευτής. [Θεέ μου, πόσο μεταμοντέρνα απάντηση]

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η τελευταία ταινία που μου άρεσε ήταν «Το λιμάνι της Χάβρης» του Καουρισμάκι. Το κίτρινο φουστάνι με τα λουλουδάκια, η τρυφερότητα του ήρωα, ο βαρύς λιμανίσιος αέρας. Πριν από τη Χάβρη, ενθουσιάστηκα με «Το δέρμα που κατοικώ» του Αλμοδόβαρ. Έγραψα και κάτι σχετικό. Τι τέλειο σοκ, τι ανελέητη κιτς πληθώρα. Τρελαίνομαι με τα αλμοδοβαρικά κόλπα. Θέατρο; Ναι, φυσικά παρακολουθώ. Και τα πειραματικά και τα σίγουρα. Ο Βογιατζής είναι δάσκαλος και τον παρακολουθώ πάντα. Το «Ύστατο Σήμερα» του Μπάρκερ που ανέβασε πρόπερσι μου άρεσε περισσότερο από το περσινό «Θερμοκήπιο» του Πίντερ. Επίσης το «Αλάρμ» του Τερζόπουλου ήταν συγκλονιστικό. Στην παράσταση εκείνη ενσωμάτωσε ήχο, εικαστικά ευρήματα και θεατρικό λόγο σε ένα ερέθισμα υψηλής αισθητικής. Πιο πολύ όμως με εμπνέει ο σύγχρονος χορός. Πέρσι στο φεστιβάλ Αθηνών ήρθε ξανά η Μαγκί Μαρέν… σύνθετες μετα-χορογραφίες και τρελά ταμπλώ βιβάν. Δεν σταματάς να επεξεργάζεσαι.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Την «Άντα» του Ναμπόκοφ και κυριολεκτικά διαβάζω σταγονομετρικά τις τελευταίες εβδομήντα σελίδες, μη μου τελειώσει. Ο συναισθητικός μάγος της λογοτεχνίας έγραψε. Ο έρωτας νικά.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω ένα ποίημα με πρόσκαιρο τίτλο «Μελέτη χωροχρόνου και πλάγιου ίππου» και ξανακοιτάζω το θεατρικό μου «Εκτός Εαυτού» μήπως το ανεβάσω το χειμώνα.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

Η «Γραπτομηχανή» περιλαμβάνει κυρίως αναλύσεις πολιτισμικών φαινομένων και ζητημάτων του οπτικού πολιτισμού (αναδημοσιευμένα δοκίμια), με αφορμή εικαστικές εκθέσεις, κινηματογραφικές ταινίες και βιβλία, κάποια χρονογραφήματα, καθώς επίσης και πληροφορίες για το μικρό έργο μου.

Το Διαδίκτυο είναι μια διαβολεμένα χρήσιμη μηχανή. Φοβάμαι ότι η τεχνητή εξασφάλιση του παρελθόντος και η εύκολη άντληση πληροφοριών (από αυτή τη δεξαμενή μνήμης που επεκτείνεται και καταλαμβάνει σταδιακά το υπέδαφος της αναλογικής επικράτειας του κόσμου, την οποία τροφοδοτεί ακατάπαυστα) είναι αντιστρόφως ανάλογη με την δίψα για βαθιά γνώση.

Το φέισμπουκ είναι η νέα Εκκλησία του Δήμου (και του δήμιου, αν λάβεις υπόψιν σου τις εικονικές κατραπακιές που αλληλοκαταφέρνουν οι άσπονδοι «friends»). Μεγάλη εξάρτηση οι μηχανές. Έχει πλάκα να παρακολουθείς τον εαυτό σου να διαφθείρεται. Είναι ανάμικτο είδος τα σόσιαλ μίντια. Καλό και κακό όπως και ο χρήστης τους. Μας έχει βάλει όλους να παράγουμε σκέψεις μόνο και μόνο για να τις μοιραστούμε, μας οδηγεί να στενεύουμε (αλλά και ορίζουμε) την ταυτότητά μας. Συγκεκριμένα το φέισμπουκ, κατά τη γνώμη μου, είναι το πιο ενδιαφέρον μέσο ενημέρωσης. Σου λένε τα νέα οι άνθρωποι που έχεις επιλέξει. Δεν πιστεύω ωστόσο πως το Διαδίκτυο είναι τόσο δημοκρατικό όσο πολλοί ισχυρίζονται.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Όχι συστηματικά. Όταν το κάνω, κάθε μέσο με εξυπηρετεί.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

ΚΤΕΛ Αθήνα-Τρίπολη/ Βιβλίο «Λολίτα»/ Εγώ δεκαεφτά ετών, ένας σαραντάρης με την κόρη του (;), περίπου δέκα ετών, με πλευρίζουν και προσπαθούν να με δελεάσουν να πάω μαζί τους στην Αυστραλία. Ευτυχώς ο Ναμπόκοφ ήταν αρκετά ισχυρό αντικίνητρο. Και η ορεινή Αρκαδία επίσης.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ανυπερθέτως [λέει ματαιόδοξα. Σύντομα μετανιώνει με αίσθημα πανικού.] Δηλαδή δεν θα μπορούσα να διαβάσω ή να γράψω τίποτα κατά τη διάρκεια της αιώνιας νιότης μου; Δηλαδή το αιωνίως αρυτίδωτο μέτωπό μου δεν θα ταρασσόταν ποτέ από «έναν έρωτα του Σουάν»; Ό,τι θα κατέβαινε στο μυαλό μου θα έμενε για πάντα εκεί ή θα εξανεμιζόταν προφορικά; [Το ενδεχόμενο τώρα τής φαίνεται φριχτό] Λοιπόν, ας πούμε ότι δέχομαι τη συναλλαγή αφού περάσω τα εξήντα, αφού γράψω ένα παγκόσμιο αριστούργημα και αφού διαβάσω και τους εφτά τόμους του Προυστ. Γίνεται;

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Η αυθεντική χαρά.

.

Στις εικόνες (επιλογές του Λάμπρου Σκουζάκη, όπως και το υπέροχο στήσιμο της συνέντευξης), εμπνευστές και συνοδοιπόροι: Fiodor Dostoevsky, Henry James, Γιάννης Σκαρίμπας, Harold Pinter, Angela Carter, Jean Genet, Anton Chekhov, Κάτοικος Δέρματος, Vladimir Nabokov, Νίκος Καρούζος, Ξύλινο Αλογάκι.

3 Σεπτεμβρίου 2012

.

.

Πέπη Ρηγοπούλου (Εφημερίδα «Αυγή»)

Μισή γυναίκα, μισή μύθος

.

Ένα βιβλίο για την εξορία μιας γυναίκας στο ίδιο της το σώμα. Μιας γυναίκας που έχει γεννηθεί μισή γυναίκα και μισή άλογο και που περνά την ζωή της ανάμεσα στους τοίχους ενός διαμερίσματος διαμορφωμένου έτσι που να την χωράει. Η μητέρα της την φροντίζει ως προς τα απαραίτητα μια φορά την εβδομάδα. Και εκείνη οργανώνει σχέδια απόδρασης, που όταν φτάσουν να πραγματωθούν αποδεικνύουν ότι οι άλλοι, ο έξω κόσμος, δεν έχει ούτε την διάθεση ούτε την δύναμη να την αντιληφθεί ως κάτι το ξένο, το παράξενο, το ανοίκειο.

Ο μύθος, από τη στιγμή που θα υποπτευθούμε πως δεν είναι παραμύθι, δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτος. Μήπως διότι είναι, όπως λένε, παράλογος ή ανήθικος ή αδιάκριτος, αν δεχτούμε ότι «ο μύθος λέγεται για μας», μας αφορά, πράγμα που σημαίνει πως ο αφηγητής χρεώνει ύπουλα με κάτι από την τρέλα και την ανηθικότητά του; Αυτό είναι και το πρόβλημα ενός ολόκληρου Δυτικού πολιτισμού, που μαζί με τον Λόγο παρέλαβε από τους Έλληνες και τον μύθο. Αλλά είναι και το πρόβλημα του αναγνώστη, του υποκριτή αναγνώστη τού βιβλίου που έχει τίτλο Μελανίππη.

Πώς μας αφηγούνται τον μύθο; Εννιά φορές στις δέκα μας γεμίζουν το κεφάλι με γνώσεις, τόσο πιο πομπώδεις όσο πιο ανακριβείς. Τις λιγότερες και τις καλύτερες φορές, οι γνώσεις γίνονται γνώση, γνώση από απόγνωση που γράφεται με το σώμα, που εγγράφεται στο σώμα. Η γραφή αναδύεται ως εν-σωμάτωση, ως ενσάρκωση. Όμως αυτό είναι και το πρόβλημα. Κάθε γραφή που, τυλίγοντάς μας με το πουκάμισο του κενταύρου κολλάει στο κορμί μας, μας τρομάζει. Κάθε φιλόδοξη γραφή, σαν τη γραφή της Μαρίας Γιαγιάννου, είναι ανοίκεια.

Ποιος μας αφηγείται αυτό τον μύθο που έχει για πρόσωπο ή προσωπείο την Μελανίππη; -Η γυναίκα. Αυτή, η μονίμως παράλογη, ανήθικη, εξόριστη, καταδικασμένη από τον παράλογο λόγο των λογικών. Γυναίκα/ μύθος. Γυναίκα/ μαύρο άλογο. Μέλαινα ίππος. Γυναίκα/ Κένταυρος, κενταυρίς, κενταυρογυναίκα που αρνείται να καταντήσει αντρογυναίκα ή να γίνει μια ακόμα γυναίκα κούκλα. Η γυναίκα/ γραφή.

Μια γραφή ατίθαση, σαν το άτι που εγκιβωτίζει το σώμα της ηρωίδας της, που δεν τιθασεύεται. Γιατί σαν την ηρωίδα του βιβλίου, την Κενταυρίνα, μπορεί να μπουσουλάει στα πατώματα και να ανοίγει θεόρατη την πόρτα, του ύψους και του βάθους μαζί, με μια σωτήρια απόφαση να βγει, να χαθεί μέσα στο μοναχικό πλήθος, για να μετρήσει και να μετρηθεί με τα μεγέθη και εκτός του δωματίου/ σπηλαίου μέσα στο οποίο έχει γεννηθεί.

Ο Ευριπίδης που τον έλεγαν μισογύνη αφιέρωσε στην Μελανίππη, την κενταυρίδα, δύο τραγωδίες, σήμερα χαμένες. Στη μία από αυτές, η μάνα της Μελανίπης, η Ιππώ (η φοράδα) φανερώνεται σαν από μηχανής θεά και διδάσκει στους άντρες να αντέχουν το θαυμαστό και το ανοίκειο. Είναι, γράφει όμορφα ο μυθολόγος Κερένυι,η ενσαρκωμένη επί σκηνής γυναικεία σοφία. Ο λόγος του Ευριπίδη, είναι ίσως η κρυφή αφετηρία της γραφής που κρατάμε στα χέρια μας.

Η Μελανίππη στο βιβλίο της Γιαγιάννου έχει μητέρα την Νεφέλη. Μια νεφέλη πώς να κρατήσει μυστικά; Με την αβρότητα που τη χαρακτηρίζει, τον ασυνάρτητο χαρακτήρα της, βρίσκει τη λύση να τη φυλακίσει μόνη με τροφές σε ένα δωμάτιο/ στάβλο και αντί για Μελανίππη να την φωνάζει Μέλανι. Με την σύντμηση του ονόματος ωστόσο δίνει στην κόρη της την πίκρα του μαύρου, το μοντέρνο προσωπείο αλλά και το μελάνι της γραφής.

Μελάνι/ μέλαν. Το μαύρο μιλά με τον Άδη. Το μαύρο δίνει βάθος στην παλέτα του ζωγράφου. Το μαύρο είναι σεμνό σαν το σκοτάδι. Το μαύρο είναι η άλλη όψη του φωτός. Μας παγιδεύει στο σκοτάδι. Το μαύρο μας θυμίζει τα λόγια του Σεφέρη, την άλλη όψη του ήλιου τη σκοτεινή. Αν όμως ο ήλιος έχει το σκοτεινό του μισό, το διπλό του, τι να πούμε για το διπλό όταν τύχει να είναι και γυναίκα; Η γυναίκα που την λένε Πανδώρα ή Ελένη είναι διπλή: Καλή και κακή. Πολύ καλά ως εδώ. Φτάνει να μιλάμε για μύθους. Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν μια γυναίκα μιλά για τον εαυτό της, επιχειρώντας αυτό που καταλήγει να είναι (χωρίς να δηλώνει, να ποζάρει ότι είναι) γυναικεία γραφή. Ανυπάκουη στις σταθερές τής γραφής που παριστάνει τη γυναικεία για να αρέσει.

Μέσα στο σώμα της Μελανίππης, όπως και μέσα στη γραφή της Γιαγιάννου, ενεδρεύει η Κενταυρίς, ο θηλυκός Κένταυρος: Η βασίλισσα του διπλού. Το διπλό του διπλού. Ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, την σοφία και τη μανία, τον υπεράνθρωπο και το κτηνώδες. Σαν τη γυναίκα, ο Κένταυρος, θηλυκός ή αρσενικός, είναι η διασπαραγμένη μαριονέτα του μισού/ μισού: Πάνω άνθρωπος/ κάτω ίππος, άλογο. Μαριονέτα, ή φιγούρα θεάτρου σκιών, που μπορούμε να της αλλάζουμε το πάνω και το κάτω μέρος, να φέρουμε το επάνω κάτω, να την μεταμορφώσουμε, φτάνει να την αναποδογυρίσουμε ή να της βγάλουμε την κλωστή ή την κόπιτσα που συνδέει τα δύο μέρη. Αλλάξτε το κάτω μέρος ενός κενταύρου με τραγοπόδαρα κρατώντας ουρά και φαλλό. Εμφανίζεται ένας Σάτυρος. Αλλάξτε το κάτω μέρος της γυναίκας κενταύρου με μια ουρά ψαριού: Να μια Γοργόνα. Παιχνίδι συνεχών μεταμορφώσεων. Το παιχνίδι της γραφής που ξετυλίγεται στο βιβλίο που μελετάμε.

Κένταυρος: Πάνω η συνείδηση/ Κάτω το άλογον. Για το οποίο ο Λερουά Γκουράν λέει πως το χλιμίντρισμά του είναι ο παγιδευμένος μέσα του ήχος. Το Ασυνείδητο; Ναι, υπό τον όρο να δεχτούμε ότι υπάρχει γλώσσα και λόγος του αλόγουΣχολιάζοντας τον πλατωνικό Φαίδρο ο Dodds, στο κεφάλαιό του «Τhe blessing of madness», μας θυμίζει πως ανάμεσα στις άλλες ευλογίες της θεϊκής μανίας είναι και αυτή που οι Μούσες χαρίζουν στους ποιητές. Πιστεύω ότι η συγγραφέας βυθίζεται στον μύθο, για να αγγίξει κάτι που παίζει με ένα ύφος που θα το αποκαλούσα μετα-υπερρεαλιστικό, παρ’ όλες τις επιφυλάξεις που έχω για την εύκολη χρήση του προσθέματος μετά-… Μιλώ για έναν διάλογο με το ασυνείδητο πέραν του αυτοματισμού. Μιλώ για τον ρόλο που παίζουν στη γραφή της η πρόκληση που ποτέ δεν γίνεται πόζα,το λογοπαίγνιο που θεμελιώνεται στον συνειρμό, η έκπληξη, η αμφισημία. Το δίκτυο των πολλαπλών επιπέδων των σημαινόντων, αλληλέγγυο με το δίκτυο των αινιγματικών σημασιών που σπέρνει ο μύθος μέσα στη γραφή. Ο υπερρεαλισμός που εν τέλει παράγεται από τον ρεαλισμό όταν αυτός διακινδυνεύει στα όριά του.

Μελανίππη: Μια γυναίκα/ Κένταυρος που έχει μητέρα μια Νεφέλη/ μια απάτη και μια Ελένηρίχνει σαΐτες της γραφής και του έρωτα. Τι σχέση να έχουν άραγε με τις σαΐτες του Βελλεροφόντη; Σε ένα από τα κομμάτια του βιβλίου παρακολουθούμε το γκρέμισμα του Βελλεροφόντη, του αστραφτερού καβαλάρη του Πήγασου, προγόνου των ποιητών και των επαναστατών. Του Βελλεροφόντη που τσακίζεται, όχι πέφτοντας από ψηλά στους βράχους αλλά στο κιτς, μιας και καταντά να γίνει εδώ και τώρα, στην ιοβόλο γραφή που έχουμε μπροστά μας, ο ιντερνετάκιας γκόμενος Βελλερο-Φώντας.

Αυτός που άλλοτε πολιορκούσε τον Όλυμπο, λιμνάζει τώρα αραχτός. Αυτός που κάποτε σκότωνε τα τέρατα και δάμαζε τον Πήγασο, το αδάμαστο φτερωτό άλογο της ποίησης, σκοτώνει τώρα την ώρα του, το θέατρο και την γλώσσα. Σκοτώνει τον διάλογο. Και η Μελανίππη; Πώς θα λύσει το πρόβλημα του διαλόγου με τον άλλο βγαίνοντας έξω από την σπηλιά της; Με τον άλλο που χρειαζόμαστε για να καθρεφτιστεί στα μάτια του το τέρας του έρωτα και να αναδυθεί η γραφή ως κόρη οφθαλμών; Ίσως η επόμενη μεταμόρφωση της Μελανίππης να είναι ακόμη πιο τρομερή: Μια «απλή», δίποδη νέα γυναίκα που ξεπορτίζει από το σπήλαιο για να μας μιλήσει για το τέρας του έρωτα.

 23 Σεπτεμβρίου 2012

.

Athens Interview Site

Νίκος Ζάππας: ρεπορτάζ

Αλέξανδρος Κορομηλάς: φωτογραφίες

.

Παρουσίαση στο Λεμόνι

Σεπτέμβριος 2012

.

.

Πωλίνα Γουρδέα (Bookbar)

«Η Μελανίππη στη χώρα των Κενταύρων»

.

«Το Άλογο μέσα μας παραμένει απροσπέλαστο»

“Οι γυναίκες είναι πρωτίστως σεξουαλικά όντα όπως και οι άντρες”

Ένα πρωτότυπο υπαρξιακό θρίλερ – μυθιστόρημα για την αποδοχή της προσωπικής μας ιδιαιτερότητας και την ανεπανάληπτη μοναδικότητα της κάθε ύπαρξης που παλεύει να ενώσει τα κομμάτια εκείνα που ενώ φαίνονται διαφορετικά μεταξύ τους, συνθέτουν την ολότητά μας.

Η Μαρία Γιαγιάννου με το νέο της μυθιστόρημα Μελανίππη (εκδόσεις Σμίλη 2012) κλείνει πονηρά το μάτι απέναντι σ’ ένα θέμα κομβικό: τη γυναίκα και το μύθο. Η Μελανίππη είναι ένα δισυπόστατο πλάσμα, μισή γυναίκα και μισή άλογο, αιχμάλωτη του εαυτού της προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ του ανθρώπινου και του ζωώδους στοιχείου. Το άλογο μέρος της φύσης της είναι εκείνο που την κάνει να ντρέπεται και να κρύβει τον εαυτό της από τους ανθρώπους, ένα σώμα φτιαγμένο από ρεαλισμό και φαντασία ανεπανάληπτα μοναδικό και άκρως επικίνδυνο μιας και που η αναγνώριση της ζωικής της ορμής είναι αδιαμφισβήτητη.

 Η Μαρία Γιαγιάννου μιλά στο Book Bar για τη γυναίκα και τη μυθολογία, τη διπλή φύση των ανθρώπων, την έλλογη και την άλογη πλευρά καθώς και για το ιδιοφυές “τέρας” που υπάρχει μέσα μας.

 Συνέντευξη στην Πωλίνα Γουρδέα

Μελανίππη: Μελάνι και Ιππος: Το δισυπόστατο στοιχείο της ύπαρξης πόσο έχει επηρεάσει τη γραφή σου  ως γυναίκα – συγγραφέα;

 Η κατεύθυνση της επιρροής είναι μάλλον αντίστροφη, δηλαδή η «δυναμική της γραφής μου ως (γυναίκας) συγγραφέα», όπως το έθεσες, μια δυναμική που καλπάζει μέσω του μύθου προς την έρευνα της ανθρώπινης ψυχολογίας, με οδήγησε σε ένα θέμα, το οποίο θίγει το δισυπόστατο της ύπαρξης. Θεωρώ τον ανθρώπινο ψυχισμό πρόσφορο έδαφος για την εμφάνιση διχασμών˙ ίσως τα δίπολα να είναι ένας τρόπος να σχηματοποιούμε την πολυσύνθετη φύση μας. Το ενδιαφέρον μου για τις μπερδεμένες υπάρξεις, που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως φορέα πολλών εαυτών – είτε αυτό είναι δείγμα παθογένειας είτε είναι απλώς αναποφασιστικότητας («ο ένας μου εαυτός θέλει αυτό και ο άλλος εκείνο») – είναι έντονο και ίσως αυτό να με οδήγησε, μεταξύ άλλων, στην Μελανίππη. Σ’ αυτόν τον μελανό ίππο, που είναι εκ των πραγμάτων και εκ των γραμμάτων ένας ίππος από μελάνι.

 Το θέμα του μυθιστορήματος κατάγεται από τον μύθο για τους Κενταύρους. Ήταν η τερατομορφία εκείνο που σε απασχόλησε κατά τη συγγραφή της Μελανίππης;

 Είναι παράξενο ίσως, όμως ποτέ δεν σκέφτομαι την Μελανίππη ως τέρας με την τρέχουσα έννοια. Η ίδια φυσικά αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως τέτοιο (… να είσαι Κένταυρος στην πόλη των ανθρώπων, όσο νά’ ναι, σε αναστατώνει κάπως), αλλά εκπλήσσει το γεγονός ότι η ανθρωπομορφία της την τρομάζει ενίοτε περισσότερο από το αλογίσιο μέρος της. Έπειτα, η έκφραση «τέρατα και σημεία» αναφέρεται σε συμβάντα και έργα που προκαλούν κατάπληξη (νέο λεξικό Δημητράκου), όχι αποστροφή και όντως η ηρωίδα εμφανίστηκε αρχικά ως ένα τέτοιο φαινόμενο, όχι απαίσιο αλλά εντελώς αναπάντεχο. Μέσω του πλάσματος «Μελανίππη» εκφράζω ίσως τον ευσεβή πόθο η κοινωνία να μπορούσε να αποδεχτεί εκείνο το «τέρας» που είναι ο ιδιοφυής, ο χαρισματικός, ο ξεχωριστός, όσο και το άλλο «τέρας» που είναι ο πληγωμένος, ο ανάπηρος, ο δύσμορφος, ο ξένος.

Θεωρείς ότι υπάρχει τρόπος να αναγνωρίσουμε το Άλογο κομμάτι μέσα μας μέσω της γραφής; Έχει έρθει η στιγμή να ξετυλίξεις τον εαυτό σου στη γραφή και αν ναι, με τι κόστος;

 Όσο κι αν ο μέγας γητευτής του Αλόγου, κύριος Φρόιντ(που αγαπάμε να τον απωθούμε), έπιασε το Άλογο απ’ το χαλινάρι, παραμένει για τον καθένα μας απροσπέλαστο και κανείς δεν μπορεί να το καβαλήσει. Αφήνει τα ίχνη του στη γραφή, αλλά νομίζω ότι πρέπει να απομακρυνθείς πολύ από αυτό που έγραψες, για να δεις τι έγραψε το ασυνείδητό σου όσο εσύ κοιμόσουν το ύπνο του «δικαίου» Εγώ. Πιο πιθανό είναι να γνωρίσουμε ένα είδος ελευθερίας γράφοντας. Και διαβάζοντας. Ναι, σίγουρα αισθάνομαι έτοιμη να ανακαλύψω εαυτούς (δικούς μου και άλλους) μέσω της γραφής. Το μόνο κόστος είναι η έκθεση. Κατά τα άλλα, όλα στη συγγραφή και την σχέση με τον αναγνώστη, είναι κέρδος για μένα, με την προϋπόθεση ότι είναι για έναν ακόμα. Εκείνον που επιβραβεύει το θράσος μου με την αναγνωστική του απόλαυση.

Οι γυναίκες ως κοινωνικό φύλο στη σύγχρονη εποχή πόσο έχουν αλλάξει  οικειοθελώς το βιολογικό τους φύλο και κατά συνέπεια τη σεξουαλικότητα τους; Πιστεύεις ότι η σεξουαλικότητα είναι μία κοινωνική κατασκευή, και αν ναι τι χώρο δίνει η γυναίκα του σήμερα στην επιθυμία της για ένα ερωτικό σώμα;

 Το βιολογικό φύλο, ακόμα κι αν αλλάξει κατόπιν εγχείρισης, καθορίζει δια παντός την ταυτότητά μας. Περνάμε τη ζωή μας υπεραμυνόμενοι/ες ή αντιμαχόμενοι/ες το βιολογικό μας φύλο με κοινωνικά όπλα (π.χ. το σέξι φόρεμα ή τα δυνατά μπράτσα είναι κοινωνικά όπλα, άλλοτε υπέρ άλλοτε εναντίον – δεν είναι εύκολο να πει κανείς – μιας υγιούς σεξουαλικότητας). Μετά χαρακτηρίζουμε το υποταγμένο φύλο μας ως κοινωνικό, αυτό μας καθορίζει εκ νέου και το αντιμαχόμαστε ξανά με θεωρητικά όπλα (π.χ. τα όπλα του φεμινισμού για τις γυναίκες ή διάφορες μεταδαρβινικές θεωρίες για τους άνδρες). Οι γυναίκες είναι πρωτίστως σεξουαλικά όντα, όπως και οι άνδρες, αλλά η κοινωνία έχει κακομεταχειριστεί ανελέητα κυρίως τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Είναι πολύ δύσκολο να συμφιλιωθεί μια γυναίκα με το σώμα της, ακόμα κι αν αυτό είναι καλλίγραμμο, διότι αυτή παραμένει μια ιδιότητα του καθρέφτη (όπου καθρέφτης σημαίνει πρώτα το βλέμμα ενός άλλου κι έπειτα το δικό μου), ενώ η σχέση με το σώμα είναι καταρχήν πνευματική. Πιστεύω ότι, στις δυτικές κοινωνίες, η γυναίκα διεκδικεί ένα ερωτικό σώμα πολύ περισσότερο απ’ όσο διεκδικεί τον ίδιο τον ερωτισμό. Η μάχη με το άλλο φύλο είναι συνήθως λιγότερο σφοδρή από τη μάχη με το ίδιο σου το φύλο… Ελπίζω να έδωσα μια σχετικά διαυγή απάντηση στην τόσο ενδιαφέρουσα ερώτησή σου! Ζήτω ο έρωτας!

10 Οκτωβρίου 2012

.

.

Δημήτρης Αθηνάκης (Εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»)

«Οι μύθοι μοιάζουν με αλήθεια, αλλά ποτέ με βεβαιότητα»

.

Ποιο παραμένει το μεγάλο πρόβλημα στη σημερινή εποχή των διαρκών αλλαγών, της συνεχούς βύθισης; (Και λέμε «πρόβλημα» ακριβώς γιατί αυτή η εποχή στα καθ’ ημάς απαιτεί πια ένα συνεχές, αγχωμένο, απόλυτο δίλημμα: άσπρο ή μαύρο; Ναι ή όχι;) Η δυσκολία προσαρμογής στον μεταμοντέρνο κόσμο που οδηγεί σε μια προμοντέρνα -ας μην πούμε αντιμοντέρνα- αντιμετώπιση αυτού που λέμε «καθημερινότητα». Θα ήταν, φαντάζομαι, πιο βολικό αυτοί οι διαχωρισμοί να θεωρούνταν δυϊσμός. Δεν είναι όμως.

Η δύναμη της λογοτεχνίας να λυτρώσει όταν αναταράζονται τα θεμέλια του κόσμου, όταν βρίσκεται σε real time καταστροφή, τίθεται εν αμφιβόλω. Ας διατηρήσουμε ενδοιασμούς καταχρηστικά, απλώς για να της δώσουμε το περιθώριο να ανασάνει, να απεκδυθεί οποιαδήποτε νομοτέλεια. Μοιάζει, ωστόσο, σίγουρο ότι είναι αδύνατον να μείνει ανεπηρέαστη από το οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο όπου γράφεται. Και καλά κάνει.

Η σχεδόν αναγκαστική διάσπαση του ατόμου σήμερα συμβαίνει σε όσους αδυνατούν να αποφασίσουν με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν. Αυτοί είναι που παρουσιάζουν άλλωστε και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Εφόσον οι βεβαιότητες και οι αιώνιες παραδοχές καταρρέουν, η μία μετά την άλλη, το γυαλισμένο μάτι του σίγουρου μοιάζει με καρικατούρα. Ενδεχομένως τρομακτική.

Η ισορροπία, συνεπώς, ανάμεσα στο ευρέως διαδεδομένο γιν και γιανγκ των πραγμάτων δείχνει ότι η αδιάκοπη αμφιβολία και η αντίσταση στην παραδοχή χαρίζουν ανάσες και ξεκουράζουν από τον εσωτερικό ή τον εξωτερικό πόλεμο μεταξύ δύο στρατοπέδων που πιάνονται από βιαστικές αποφάσεις και δήθεν ιδεολογική καθαρότητα. Μ’ αυτά υπό μάλης προχωρά η ανάγνωση της Μελανίππης της Μαρίας Γιαγιάννου. Μισή άνθρωπος, δηλαδή ένα τέταρτο λογική, ένα τέταρτο παράλογο. Μισή άλογο, δηλαδή… μισή άλογο. Ο πόλεμος που μαίνεται γύρω της είναι έξω απ’ αυτήν, αλλά τον εσωτερικεύει δίχως απολυτότητες. Τον παρατηρεί από το παράθυρό της με μάτια έτοιμα να ρουφήξουν αυτό που ώς τώρα δεν έχει βιωθεί, αυτό που ώς τώρα δεν έχει αποκτήσει λεκτικό ισοδύναμο.

Η Μελανίππη είναι το ενδιάμεσο στάδιο σ’ έναν κόσμο γεμάτο κοπιαστικά διλήμματα, σ’ έναν κόσμο γεμάτο εξαντλητικά ερωτήματα υπό το φως των ιδεολογικώς τάχα καθαρών. Σ’ αυτά, η Μελανίππη μένει στο «ή». Ανυποχώρητα, διαλέγει να επαναφέρει μία διάζευξη που αναστατώνει συνεχώς τον ίδιο της τον εαυτό. Ο εαυτός της, καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου, είναι ο αναγνώστης. Πιστή και η Μαρία Γιαγιάννου, απ’ ό,τι φαίνεται, στην εξάλειψη του άσπρο-μαύρο, αδυνατεί να μας αναγκάσει να διαλέξουμε, υπό την επιταγή του συγγραφέα που τα κάνει όλα και συμφέρει. Η συγγραφέας περιμένει στη γωνία για να φωτίσει ό,τι απ’ τον σημερινό κόσμο μάς έχει ξεφύγει· μετά, είναι θέμα δικό μας η αξιολόγησή του. Η Μελανίππη είναι έργο του απόλυτου σήμερα, γραμμένο με μια οξεία παρατηρητικότητα, με μια γλώσσα που πηγάζει από το κάθε τώρα, χρησιμοποιώντας υλικά από το γενικό πολιτισμικό οπλοστάσιο, ρέοντας όπως τα νέα στα social media μιας αντι-social επιθυμίας. Κρατά ως φυλαχτό ένα μυστικό: Οι μύθοι μπορεί να μοιάζουν με αλήθεια, αλλά ποτέ με βεβαιότητα. Και φωνάζει: Ο σίγουρος πρώτος τον λίθον βαλέτω. #akouei_kaneis?

* Ο κ. Δημήτρης Αθηνάκης είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας

13 Οκτωβρίου 2012

.

.

Βασίλης Κ. Καλαμαράς (περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ)

Βασίλης Κ. Καλαμαράς για "Μελανίππη"


Η ζωή είναι μια φάλαινα

που τραγουδάει

μπροστά στους φονιάδες της»

Β.Κ.Καλαμαράς για "Μελανίππη"

11-17 Οκτωβρίου 2012

.

Κώστας Κατσουλάρης (Bookpress)

Ζιγκ ζαγκ στη βιβλιοθήκη (Ι)

Βιβλία μυθοπλασίας

Αυτή την εποχή διαβάζω μη συστηματικά, ατάκτως εριμμένος, ανάμεσα σε τρεχάματα, γραψίματα, εκκρεμότητες, μέριμνες, απεργίες, αυτοκτονίες, μικρές ή μεγάλες τραγωδίες, φαρσοκωμωδίες∙ το παράξενο είναι ότι, κατά μία έννοια, διαβάζω περισσότερο από ποτέ.

Διαβάζω μη συστηματικά σημαίνει ότι ξαναγίνομαι παιδί. Αφήνομαι να περνάω από το ένα βιβλίο στο άλλο, σαν να ακροπατώ στα βότσαλα μιας λίμνης. Δεν διαβάζω για να μάθω, δεν διαβάζω για να «γράψω κάτι» στη συνέχεια, δεν διαβάζω με απώτερο σκοπό να αξιολογήσω. Ο λόγος που διαβάζω είναι ότι κάθε βιβλίο είναι κι ένας μικρός πλανήτης που περιμένει να κατοικηθεί. Και δεν μιλώ μόνο για τα βιβλία μυθοπλασίας, αλλά για κάθε βιβλίο. Άλλα είναι σαν τον Δία, υπερμεγέθη, με θερμοκρασίες που εξαερώνουν μέταλλα∙ κι άλλα σαν τον Πλούτωνα, μικροσκοπικά και παγωμένα. Υπάρχουν βέβαια και οι δορυφόροι, που όταν αποκτούν κάποια ιδιαίτερη σημασία για εμάς τους αποκαλούμε «φεγγάρια». Οι συνδυασμοί δεν έχουν τέλος.

[…]

Από τη νεότερη αυτή γενιά συγγραφέων, η Μαρία Γιαγιάννου ξανοίχτηκε στα βαθιά με τη «Μελανίππη» της (εκδ. Σμίλη), με κίνδυνο το όλο εγχείρημα να πάσχει από έλλειψη συνοχής και κατεύθυνσης. Η αναγωγή στο μυθολογικό κόσμο, όπως στην περίπτωση αυτόν του θηλυκού Κενταύρου (η Μελανίππη είναι μια από τις χαμένες τραγωδίες του Ευριπίδη), δίνει μεν λαβές για λυσιτελείς αναλύσεις (αν τέτοια ανάγκη υπάρχει), μα δεν παρέχει υποκατάστατο αφηγηματικής συγκρότησης, καλοδουλεμένης δομής. Μια προσεκτικότερη ανάγνωση, πάντως, φανερώνει πίσω από τις ποιητικές εξάρσεις ορισμένες σημαντικές ποιότητες: δουλεμένη κι ακριβής γλώσσα, συγγραφικό νου,φαντασμαγορική εικονοποιεία που πυροδοτεί εκρήξεις συγκίνησης κι αισθητικής απόλαυσης, μαρτυρώντας ένα εκρηκτικό ταλέντο. Σε ένα πιο οργανωμένο αφηγηματικό πλαίσιο, με περισσότερη εμπιστοσύνη στην πεζότητα του πεζού λόγου, όλα αυτά ίσως λειτουργούσαν εντελέστερα, αφήνοντας χώρο στον αναγνώστη, που ασφυκτιά μες στην υπερβολική δόση «νοήματος».

12 Δεκεμβρίου 2012

.

.

Πωλίνα Γουρδέα (Bookbar)

«Καλπάζοντας ανάμεσα στο έλλογο και το άλογο»

 .

Η Μαρία Γιαγιάννου με το νέο της μυθιστόρημα Μελανίππη εκδόσεις Σμίλη, κλείνει πονηρά το μάτι  σ’ ένα θέμα κομβικό: Τη γυναίκα και τον μύθο. Η Μελανίππη είναι ένα δισυπόστατο πλάσμα, μισή γυναίκα και μισή άλογο, αιχμάλωτη του εαυτού της, που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ του ανθρώπινου και του ζωώδους στοιχείου. Το άλογο μέρος της φύσης της είναι εκείνο που την κάνει να ντρέπεται και να κρύβει τον εαυτό της από τους ανθρώπους. Ένα σώμα φτιαγμένο από ρεαλισμό και φαντασία ανεπανάληπτα μοναδικό και άκρως επικίνδυνο, μιας και η αναγνώριση της ζωικής της ορμής είναι αδιαμφισβήτητη.«Είμαι χωρισμένη σε δύο θυμωμένα μέρη, που μονίμως καβγαδίζουν. Τις νύχτες ο θυμός τους φτάνει στα πρόθυρα της οργής. Συχνά τα διαβαίνει. Η σκληρή αντίθεση που ενσαρκώνω προκαλεί έναν μεγάλο πόνο, χωρίς σχήμα και τόπο. Πονάω σταθερά. Μόνιμα» (Μελανίππη, σελ. 14).

Της Πωλίνας Γουρδέα

Ο αναγνώστης μέσα στις σελίδες του συγκεκριμένου μυθιστορήματος θα συνειδητοποιήσει ότι ο λόγος της Μελανίππης γεννιέται από την ανάγκη της να εκφράσει το δισυπόστατο της φύσης της και δεν είναι άλλο, θα λέγαμε, από μία εξωτερικευμένη ανάγκη που φτάνει στα αυτιά μας σαν ουρλιαχτό. Μια ανάγκη ενός πλάσματος που κατάγεται από τον μύθο και που μας επισημαίνει ότι όσο πιο τρελή ή τερατώδης είναι μία γυναίκα τόσο πιο εντελώς γυναίκα είναι. Κι όμως, η Μελανίππη φέρει το φορτίο μιας ύπαρξης μυθικής μέσα στον κόσμο του σήμερα, έναν κόσμο που λαχταρά να γνωρίσει μέσα στην ανυπόφορη και συγχρόνως λατρευτή της μοναδικότητα. Άραγε η μετα-σύγχρονη πραγματικότητα θα μπορέσει να αντέξει τη μυθική της φύση και τις λέξεις που η ίδια έχει διαλέξει για να μας μιλήσει; «Θα ήθελα να αποτινάξω τις δικές μου λέξεις και να ψαρέψω από το περβάζι μου τις λέξεις των ανθρώπων. Αυτές που λένε και αυτές που είναι. Στήνω αυτί κι ακούω τους περαστικούς. Παριστάνω ότι ο πεζόδρομος είναι ποταμός κι εγώ μια ψιχάλα»(Μελανίππη, σελ. 19).

Η Μελανίππη είναι μια διερεύνηση για τη δομική δυαδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και πιο συγκεκριμένα της γυναικείας φύσης. Προσπαθεί να ρίξει φως στο πραγματικό τους νόημα. Μέσω λοιπόν, αυτής της δυαδικότητας η Μαρία Γιαγιάννου, ξεκινά να ξεδιπλώνει το κουβάρι της σκοτεινιάς της γυναικείας σεξουαλικότητας, χρησιμοποιώντας μια απολύτως επιτυχημένη μεταφορά ώστε να τονίσει το έλλογο και το άλογο μέρος: το σώμα ενός θηλυκού Κενταύρου. Η Μελανίππη είναι ο φορέας του μύθου και γι’ αυτό είναι ανόθευτη και αδυσώπητη, δηλαδή από την κορυφή έως τα πέταλά της αγνή. Αυτή την απαραμείωτη αγνότητα την εκδηλώνει στη σχέση της με τον κόσμο και στα σημεία που ξεφεύγει καθ’ οιονδήποτε τρόπο από τα χαλινάρια της συγγραφέως της. «Είναι δελεαστική η ελευθερία, ορίστε, το παραδέχομαι. Ο απελεύθερος της δυστυχίας όμως δεν είναι ευτυχισμένος. Όπως κάποιος που χώρισε· δεν είναι ελεύθερος. Είναι χωρισμένος, που σημαίνει διασπασμένος. Το ολόκληρο βρίσκεται στη χαρά, όχι στη μη λύπη» (Μελανίππη, σελ. 27).

Ένα πρωτότυπο υπαρξιακό θρίλερ – μυθιστόρημα για την αποδοχή της προσωπικής μας ιδιαιτερότητας και την ανεπανάληπτη μοναδικότητα της κάθε ύπαρξης που παλεύει να ενώσει τα κομμάτια εκείνα που ενώ φαίνονται διαφορετικά μεταξύ τους, συνθέτουν την ολότητά μας. «Έφτασε η ώρα ν’ ανοίξω την ύπαρξή μου, σαν μεγάλο κυκλώπειο μάτι που έμεινε χρόνια σφαλισμένο στη σπηλιά του, κι ας κλείσουν τα μάτια τους οι υπόλοιποι» (Μελανίππη, σελ.71).

Καιρός να αναρωτηθούμε, με αφορμή το νέο μυθιστόρημα της Μαρίας Γιαγιάννου, μήπως κρύβουμε όλοι μας λίγο – πολύ ένα δισυπόστατο ον μέσα μας και τότε ίσως έρθει η ώρα να ελευθερωθούμε από τον μανδύα, ενός άλλου Κενταύρου, του Νέσσου, που μας καίει τη σάρκα.

Δεκέμβριος 2012

..

..

 Τζούλια Γκανάσου (περιοδικό Vakxikon)

.

«Μελανίππη – Ανάγνωση της Μαρίας Γιαγιάννου»

.

Το δεύτερο βιβλίο της Μαρίας Γιαγιάννου, «Μελανίππη», αποτολμά να προσεγγίσει ένα πρόσωπο απολύτως δισυπόστατο: μια γυναίκα η οποία ζώντας από τη μέση και πάνω με ανθρώπινη μορφή και από τη μέση και κάτω με μορφή αλόγου, αντιμετωπίζει τον αποκλεισμό, την απομόνωση, την αιχμαλωσία μες στο ίδιο της το είναι.


«Ζυγίζω τετρακόσια κιλά, έχω ύψος δύο μέτρα και μήκος δυόμιση. Όταν ο ήλιος πέσει πάνω μου, ρίχνει στον τοίχο τη σκιά μου διογκωμένη, φαρδιά και μακριά, μια σκιά ύψους τεσσάρων μέτρων, που διπλώνει στο ταβάνι. Την κοιτάζω με δέος πάνω απ’ το κεφάλι μου. Ό,τι κάνω το κάνω υπό τη σκιά μου. Είναι μια σκιά αυταρχική και θα ήθελα κάποτε να την εκδικηθώ. Να πάρω ατσάλινες πρόκες κι ένα τρυπάνι και να την ακινητοποιήσω. Θα είναι πιο συμπαθητική ως διακοσμητική ταπετσαρία. Θα τη χάζευα τότε ως λάφυρο, σαν το τομάρι ενός ζώου που κάποτε σκότωσα σ’ ένα επικίνδυνο σαφάρι, ή θα τη λυπόμουν σαν το κρανίο δύστυχου αλόγου που βρέθηκε στις εγκαταστάσεις κάποιου ρημαγμένου τσίρκου.»

Η μελέτη της ετερότητας, της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας του «άλλου» στο εν λόγω μυθιστόρημα γίνεται με διαπεραστική ματιά και μεγάλη ευαισθησία. Και έτσι η συγγραφέας επιτυγχάνει όχι μόνο να απευθυνθεί στις αισθήσεις και μέσω αυτών στο συναίσθημα αλλά να ξεπεράσει το πεδίο της φόρτισης και να οδηγήσει σε καίριο και ατόφιο προβληματισμό. Η σημασία που αποκτούν ζητήματα όπως η ανάγκη για επικοινωνία, η επιθυμία εξωτερίκευσης της ιδιαιτερότητας με απώτερο στόχο την αποκατάσταση της αίσθησης του ανήκειν, η διχοτόμηση του σώματος σαν κοινός τόπος μιας συντηρητικής προσέγγισης του κόσμου, η εσωτερική πάλη με τα ανεκπλήρωτα – τους πόθους – τις πιο κρυφές ανησυχίες είναι τεράστια, μιας και η Μελανίππη ενσαρκώνει μια ηρωίδα ισάξια του «Νάνου» του Λάγκερκβιστ ή του άντρα – κατσαρίδα στην «Μεταμόρφωση» του Κάφκα. Η γυναίκα Κένταυρος δεν είναι πλάσμα μυθικό αλλά κατοικεί ανάμεσα μας. Κι η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος μας καθιστά ικανούς να υποψιαστούμε πως κάποια πράγματα δεν είναι όπως πιστεύαμε, μας αφυπνίζει και μας προτρέπει να κοιτάμε τους γύρω μας αλλιώς.

«Μια από τις πιο βιώσιμες εκτροπές της απελπισίας είναι η στωική υπομονή. Προσπαθώ να επιλύσω την ψυχή με το μυαλό. Κατανοώ κι έπειτα κατονομάζω τα συναισθήματά μου, για να τα σκοτώσω με τ’ όνομά τους και αμέσως να τα θάψω στη βαθιά μου κατανόηση.»
 

Οι σκηνές όπου η ηρωίδα αποπειράται να βγει «έξω» όπως η βόλτα στην ταράτσα, το σκόπιμο πέταγμα μιας σαΐτας σε έναν περαστικό, ο έρωτας πίσω από το παράθυρο προκαλούν και συγκινούν. Εξίσου εξαιρετικές είναι και οι σκηνές στις οποίες η Μελανίππη έρχεται σε επαφή με τους ανθρώπους: τη μητέρα, τον πιτσαδόρο, τη γυναίκα που της προσφέρει απελευθέρωση. Με γλώσσα λεπτεπίλεπτων αποχρώσεων, γραφή μαστόρικη και προνοητική και με ματιά που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του, η Γιαγιάννου δανείζεται το πιο ενδιαφέρον απόσπασμα του μύθου και στήνει έναν κόσμο απολύτως πειστικό. Ιχνηλατώντας προορισμούς ανάμεσα στη φαντασία και τον ρεαλισμό, στην τρέλα και τη λογική, στην παρόρμηση και την στωικότητα, στο μεταίχμιο ονείρου και πραγματικότητας, η Μελανίππη ξεπερνά τα όρια του «άλλου» – του «εκτός από εμάς» και γίνεται διαχρονικό σύμβολο της αγωνίας της ετερότητας, γίνεται τόπος ορισμού.

Δεκέμβριος 2012

.

Ευάγγελος  Κ. Βαλσαμίδης (Bookstand)

.

«Μελανίππη ή Περί Διπλού»

.

Μυθιστόρημα το χαρακτηρίζει η ίδια η συγγραφέας του, Μαρία Γιαγιάννου, και το οποίο κατά την κρίση μου είναι μια αυτοαναφορική μυθιστορία. Η Μελανίππη, στάθηκε για εμένα σαν μια έκπληξη για δυο λόγους: κατά πρώτον λόγο, γιατί η τόλμη της γραφής του, με την αυτοαναιρετική μορφή της διήγησης του ψυχοδράματος της ηρωίδας, έδειξε ότι ο πεζός λόγος μπορεί ακόμη να προσφέρει νέες φόρμες αφήγησης πέρα από τις γνωστές και εν πολλοίς καθιερωμένες, και κατά δεύτερον λόγο δικαίωσε τις απόψεις μου περί αυτόμυθου (Γραμματική του Μύθου). Τι είναι επομένως, και προαναφορικά, η Μελανίππη; Η συγγραφέας σπεύδει να μας προϊδεάσει για το τι η ηρωίδα της είναι, τις δύο πραγματικότητες που βιώνει σε ενεστώτα πάντοτε χρόνο, τη φαντασιακή και την πραγματική, μέσα από την παράθεση των συμβάντων, τα οποία τη συνέχουν, γιατί η Μελανίππη, όπως λέει η ίδια η συγγραφέας, μπορεί να είναι «μετέωρη πάνω από μπαζωμένες θάλασσες, δέσμια του μυαλού της», αλλά ταυτόχρονα μια εναλλαγή προσώπων και ιδιοτήτων, εκκρεμοτήτων και παλινδρομούντων αισθημάτων που αφήνουν περιθώρια να τη βλέπουμε και πέρα από το πώς βλέπει τον εαυτό της η ίδια, με τον τρόπο που θα την οικειώσει ο καθένας, ως τέρας ή ανθρώπινο πλάσμα, ως ά-λογο ή ως έλλογο όν, ως πιθανότητα ή βεβαιότητα, ως σύνδρομο για κλινική μελέτη ή ως ένα λογοτεχνικό κατασκεύασμα-θρίλερ που εξελίσσεται στα όρια του ορατού-πραγματικού ή του φαντασιακού-πραγματικού.

Η Μελανίππη είναι ένα δισυπόστατο ον, ένας Κένταυρος που έχει εν πολλοίς συμβιβαστεί με τη φύση της. Το διπλό εδώ έχει τον πρώτιστο ρόλο, σε κάθε φράση, σε κάθε λέξη, είναι και το Ένα και το Άλλο. Όπως λέει η ίδια, αφηγούμενη το δισυπόστατο της φύσης της, την «πληγώνει η τέλεια ενότητα». Βλέπει τον εαυτό της όπως στην πραγματικότητα δεν είναι, αλλά και οι άλλοι δεν τη βλέπουν όπως θα ήθελε να τη βλέπουν και όπως αισθάνεται και βιώνει ό,τι είναι, ένα αυτοπαρεξηγήσιμο Άλλο, ένα διπλό το οποίο δεν εκπέμπεται προς τα έξω, δυσεξήγητο, αυταπάτη ή παρέκταση ενός δισυπόστατου εγώ, το οποίο θα μπορούσε να εννοηθεί ως κλασική κλινική περίπτωση διπολισμού, αν η επινόηση του ιππάνθρωπου δεν ήταν απαύγασμα μιας δημιουργικής φαντασίας. Η Μελανίππη αισθάνεται ότι είναι ένα κενταυρόμορφο όν, μισό άλογο, άλλοτε κατά το μισό του ως ίππος και άλλοτε ως άλογο όν με στερητικό άλφα, και ταυτόχρονα έλλογο όν, αφού η γνώση της αυταπάτης του, δείχνει να είναι έστω κρυπτικά παρούσα αν όχι παραδεδεγμένη.

Η Μελανίππη είναι μια υπαρξιακή μυθιστορία αφηγούμενη από την ίδια την ηρωίδα ως πάσχον υποκείμενο, του οποίου οι οικειώσεις των μεταμορφώσεών του εναλλάσσονται στον καθρέφτη, στη στίλβη του κουταλιού, στη γυαλάδα του βάζου, όπου κι αν στρέψει το πρόσωπό της και αντικατοπτριστεί σε οποιαδήποτε στίλβουσα επιφάνεια. Το είδωλο της Μελανίππης, όπως και ο κόσμος, μοιάζει, δεν είναι. Προσομοιώσεις πολλές, η τέλεια ενότητα την πληγώνει, ο εαυτός περιεκτικά εκπέμπεται προς τα έξω τού μέσα, με σαΐτες-μικροαφηγήματα, συμβάντα αναπόκριτα από υποτιθέμενους αποδέκτες. Αυτό το οποίο βιώνει δεν υπάρχει ή υφίσταται σε σχεδόν μηδενισμένο βαθμό και με ελάχιστο συντελεστή βεβαιότητας. Από το μη Ένα ούτε στο Κάτι ο διχασμός μπορεί να οδηγεί στο Τίποτα.

Το πού και πώς και πότε λειτουργεί η αυταπάτη είναι δύσκολο να το διακρίνει κανείς, καθόσον ο συντελεστής αβεβαιότητας πάντα υπεισέρχεται στην αυτοκριτική τού πώς βλέπει η Μελανίππη κάθε φορά τον εαυτό της. Η αυταπάτη είναι αυτό το οποίο εκφράζεται ως η συνήθης απώθηση του πραγματικού, και το οποίο δεν αμφισβητείται, αλλά μετατίθεται και μορφοποιείται ως παράδοξη αλήθεια. Η αντίληψη, ως μορφή αυταπάτης, διχοστατεί μεταξύ αυτού που φαίνεται ότι είναι και αυτού που συμβαίνει. Η ψυχανάλυση διακρίνει στο σημείο αυτό την απώθηση (Φρόιντ) και τηνδιάκλειση (Lakan). Το πραγματικό, αν και απωθείται, εξακολουθεί να είναι παρόν. Η άρνηση του πραγματικού είναι συχνή στην λογοτεχνία και ειδικά στο θέατρο. Το συναντούμε στον Ζώρζ Κουρτελίν (Boubouroche), στον Σαίξπηρ (Hamlet), στον Μολιέρο (Μisanthrope) και άλλους πολλούς. Η αντίληψη στην αυταπάτη λειτουργεί  κανονικά, με την διαφορά ότι ο αυταπατώμενος λειτουργεί και βλέπει την πραγματικότητα με ένα διαφορετικό τρόπο. Από το πραγματικό ένα που βλέπει ο αυταπατώμενος, ξεπέφτει σε δύο πραγματικά, τα οποία και δεν εκφράζουν το αληθέςένα. Η μία πραγματικότητα γίνεται δύο αυτονομημένες μεταξύ τους όψεις του πραγματικού. Έτσι η δομή της αυταπάτης προσομοιάζει με τη δομή του διπλού. Τα όρια του ενός και του άλλου σε πολλές φάσεις είναι δυσδιάκριτα, και ο ρομαντισμός, όπως και ο μοντερνισμός έχουν συγχύσει ακόμη περισσότερο τα όριά τους.

Η Μελανίππη από το Ένα και το Άλλο μεταπίπτει αναπόδραστα στο ενικό, συμφύροντας και τα δύο. Το αίσθημα του διχασμού παραμένει ως εντύπωση και μόνο, η οποία εντύπωση από τον άλλον, το έτερον βλέπον, όχι του ειδώλου της το οποίο βλέπει η Μελανίππη στον καθρέφτη, αλλά αυτό που βλέπουν οι άλλοι σε σχέση με εκείνη, με την πειθώ του άλλου βλέμματος, το οποίο βλέπει ό,τι είναι και όχι ψευδαισθητικά (διπλό), επανέρχεται στην πραγματικότητα του εαυτού της αποδεχόμενη τελικά την αληθινή φύση της μέσα από το βλέμμα του άλλου. Έτσι, όπως η ίδια περαιώνει την υπαρξιακή της περιπέτεια, δέχεται ότι: «Βουτάω μεμιάς μέσα στο υπερκόσμιο φουστάνι και ενώνομαι με τον Κόσμο», ξυπνάει και στις περσίδες του παραθύρου της βλέπει ότι έχει σκαλώσει μια σαΐτα, από αυτές που δεν έχει εξαπολύσει στον έξω κόσμο, προφανώς ο άλλοτε εαυτός της, αλλά ο άλλος ή η άλλη, πρώην δισυπόστατη Μελανίππη, και διαβάζει ότι: «Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που κοιμάται κι όταν ξυπνάει το θυμάται». Η ζωή μπορεί να είναι ένα όνειρο ή ένας μύθος ή ένας επινοημένος μύθος, μια αυταπάτη (αυτόμυθος), το ανάποδο του πραγματικού, μπορεί να προσλάβει πολλές συναισθησιακές εμπειρίες, διπλό ή αυταπάτη,ανάμνηση ή αίσθηση, δεν παύει όμως να είναι μια αμεσότητα αδιαμεσολάβητη ακόμη και στηναυταπάτη ή τη βίωση του διπλού. Η ιδιάζουσα εκδοχή του ενός ή του άλλου δεν αναιρεί σε τελική ανάλυση την επιστροφή στο ενικό, στην πραγματική φύση του όντος.

Συμπερασματικά η Μελανίππη ως αυτοαναφορική μυθιστορία επιτρέπει να λειτουργεί ο χρονικά στατικός αυτόμυθος. Οι επιθετικές αυτοαναφορές επαναλαμβάνονται σε ένα «τι είμαι», με καταφάσεις και αρνήσεις για το τι «η τέλεια ενότητά της» δεν είναι, όπως αυτή βλέπει τον εαυτό της και όπως θα ήθελε να τη βλέπουν πως είναι και δεν τη βλέπουν οι άλλοι. Η πόρτα της μένει ερμητικά κλειστή με μόνο ένα, πότε πότε, ανοιγόμενο παράθυρο του καταλύματός της, και που μόνο οι περσίδες του αφήνουν έναν ελάχιστο χώρο επικοινωνίας με το έξω. Είναι δύσκολη η επικοινωνία με τους έξω. Αναρωτιέται αν «Αρκεί ένα πόμολο ν’ ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού σου;» και δοκιμάζοντας το «για πόσο αντέχεις το βάρος του μυστικού σου», αποτολμά να βγει στον έξω κόσμο. Βρίσκεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη με μια πραγματικότητα η οποία την αναιρεί. Ο Κένταυρος εαυτός της δεν είναι αναγνωρίσιμος, δεν εντυπωσιάζει κανένα, είναι όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, κανένας δεν βλέπει Κένταυρο, αλλά μία νέα γυναίκα. Ό,τι της έχει συμβεί είναι αποκύημα της φαντασίας της. Ο αυτόμυθός της δέχεται πλήγματα. Οι οπλές της δεν θορυβούν. Το άλογο μισό της παραμένει για τους άλλους αόρατο.

Η Μελανίππη που προβληματίζει και εντυπωσιάζει, διαβάζεται απνευστί, είναι πεζό δομημένο με μαστοριά, χωρίς παρένθετες αναφορές, αυτές που ονομάζουμε κοιλιές, και δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητο, για τον τρόπο γραφής του και για τη μοναδικότητά του ως σύλληψη και ως φόρμα στα λογοτεχνικά μας δρώμενα. 

                                                                  Ιανουάριος 2013

.

Λάμπρος Σκουζάκης (Πανδοχείο)

.

Η μελανή της λύπη και ο δικός μας διχασμός

.

Αν ξέρανε τι είμαι εγώ που κόβω ένα λεμόνι από τη λεμονιά, θα τους κόβονταν τα ήπατα. Με ταυτίζουν με αυτό το στιγμιότυπο, πράγμα απείρως διασκεδαστικό. Ζουν στην απόλυτη άγνοια. Μια τέτοια γνώση θα ξεφτίλιζε την κοσμοθεωρία τους. Όμως, έτσι είναι. Βλέπουν το πάνω μέρος μου και μπορούν να συνεχίσουν με ηρεμία τη ζωή τους. Η πεντάμορφη δίχως το τέρας έχει ένα εντελώς ακίνδυνο, όσο και εφήμερο, ενδιαφέρον. [σ. 23]

Από τις πρώτες γραμμές η ηρωίδα αγωνίζεται να σταματήσει για μια στιγμή ο φόβος της· είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει σε ταράτσα. Κοιτάζει άπληστα ολόγυρα, καταπίνει μία μία τις τριακόσιες εξήντα μοίρες που την περιβάλλουν, χωρίς τους τοίχους τους σπιτιού. Υπέρβαρη, πανύψηλη, υπερφυσική, αισθάνεται τη σκιά της κατάλληλη μόνο για ταπετσαρία, το τομάρι της στις εγκαταστάσεις κάποιου ρημαγμένου τσίρκου. Αλλά αυτό που δεν μπορεί να αποφύγει είναι η θέα του δικού της εαυτού. Μέσα στο σπίτι της η απελπισία την καταναλώνει, οι ελπίδες της «σκουπίδια, τσίχλες λιωμένες από το άσκοπο χιλιομάσημα που πέφτουν σαλιωμένες πάνω στα χαρτιά», οι εξισώσεις δεν της βγαίνουν.

Αιχμάλωτη του εαυτού της, θυμωμένη με βούλα, η Μελανίππη επιθυμεί να δει και να ζήσει με τους «άλλους», κι ας αντιλαμβάνεται πως οι άλλοι δεν ξέρουν περισσότερα· όλοι τους έμαθαν να διακρίνουν τις διαφορές αλλά κανείς δεν έμαθε να τις συμφιλιώνει. Η διαφορά τους από τους άλλους τους κολάκευσε, η διαφορά όμως από τον ίδιο τους τον εαυτό παραμένει ανέγγιχτη. Ενώ ο δικός της άλλοςείναι σύντροφος, με σάρκα και οστά, συν/υπάρχει μαζί της.

Η κενταυρίδα Μελανίππη, τιμώμενη από τον Ευριπίδη με τραγωδίες χαμένες σήμερα, εξακολουθεί, όπως κάθε μύθος, να ζει δίπλα μας, ανάμεσά μας, κάπου κρυμμένη σε άβλεπτο διαμέρισμα, κάπου καταχωνιασμένη πίσω από τοίχους και σελίδες. Εκείνη δεν αισθάνεται κανονική, όπως εμείς, δεν είναι άνθρωπος, δεν είναι καθαρά έλλογο ον. Για εκείνη η είμαστε εύκολοι ως άνθρωποι, επαναλαμβανόμαστε ο ένας μετά τον άλλον, έχουμε διαλέξει τις λέξεις μας και τις αναπαράγουμε για πάντα· μας στιγμάτισαν προτού προλάβουμε να αμυνθούμε. Αυτή διατηρεί ακόμα το άλεκτο.

Βαρέθηκα την τηλεόραση, βαρέθηκα το διάβασμα. Τα βιβλία μου σταδιακά σβήνονται. Διαβάζω τις σελίδες και μου φαίνονται κενές. Κατάλαβα το ψέμα τους. Δεν θέλω άλλο να μεταφέρομαι με τις μεταφορές. Θέλω να βγω. Αυτός είναι ο λόγος που αποφάσισα να σκίσω τα βιβλία μου. Συμβαίνει μεθοδικά, όχι με ανία. Εξάλλου, δεν θέλω να εκδικηθώ τα λογοτεχνία, που τόσα χρόνια τώρα είναι η βασική μου μηχανή απόδρασης. Απλώς έφτασε η ώρα να τη χρησιμοποιήσω. Σκίζω τις σελίδες και γράφω πάνω σμε χοντρό μαρκαδόρο τις δικές μου αρλούμπες, τις κάνω σαΐτες και τις στέλνω έξω στο δρόμο. Οι άνθρωποι τις ανοίγουν, διαβάζουν και, προς μεγάλη μου έκπληξη, συχνά τις κρατάνε. Αυτό θα πει μεταμοντερνισμός. Γράφω πάνω στα γραμμένα και οι άλλοι ενθουσιάζονται. [σ. 58 – 59]

Οι άλλοι παραμένουν επιθυμητοί, το ίδιο και οι λέξεις τους · και περισσότερο από την ισοτιμία η Μελανίππη ποθεί την ορατότητα. Έστω και νεκρή, να ταφεί με λυτά καθαρά μαλλιά, γυμνή· να μη μείνει τίποτα κρυφό. Θυμάται τον έφιππο αυτόχειρα λογοτέχνη που επιχείρησε την έσχατη απόπειρα ζωής και δοκιμάσει να πληγώσει το αλογάκι της, να κοπεί στα δύο. Τα πόδια της θύμωσαν, οι οπλές της καταχτυπούσαν το πάτωμα, η ουρά της αναταράχτηκε, ένα ανθοφέρετρο που ονομάζουν βάζο έσπασε. Πώς να επικοινωνήσει με αυτούς τους άλλους; Αντιγράφει αποσπάσματα από τον Φαίδρο σε σαΐτες και τις ρίχνει στους περαστικούς. Παραγγέλνει πίτσα και για μια στιγμή σκέφτεται να αποκαλυφθεί· μα απομένει στην ταραχή της ανθρώπινης εγγύτητας, του παρ’ ολίγον, και μονολογεί…

Όλοι εσείς που πατάτε κάτω από το παράθυρό μου με τα ωραία σας πόδια έχετε την εντύπωση ότι, μοιράζοντας ηχηρές σφαλιάρες, θα κατατροπώσετε δήθεν τους δεσμοφύλακές σας και θα ελευθερωθείτε. [σ. 26]

Τα πρακτικά της επιβίωσης τής παρέχονται από την μητέρα της. Αλλά η Νεφέλη πρέπει να μείνει ανέφελη, οι υποχρέωσή της εξαντλείται σε σύντομες επισκέψεις. Το μαμά, μείνε απαντιέται με το Μέλανι, έχω κι άλλες δουλειές. Η δυνατότητα ερωτικής συνομιλίας, πάλι, προσφέρεται αφειδώς από το διαδίκτυο. Μόνο που ο δικός της «Βελλεροφόντης» δεν γράφει ποιήματα αλλά σκόρπιες λέξεις στο τσατ και τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του εξαντλούνται στην κατάκτηση της γυναίκας στην άλλη πλευρά της οθόνης. Δεν έχει χώρο να τρέξει, δεν έχει την τύχη να κουράζεται, μένει ξύπνια. Στις διαφυγές της, αφήνει τον Πάνα να την πλησιάσει, τον γνωρίζει από γκραβούρες και αφήνει τη σκιά του να αφήσει το σπέρμα της.

Δισυπόστατη και δυσιππόστατη, διχασμένη και ενωμένη, η Μελανίππη είναι η γυναίκα Κένταυρος του 21ου αιώνα, η γυναίκα όλων των αιώνων, το «πλάσμα» που έμαθε να συνθλίβει κάθε ερωτισμό και σεξουαλικότητά της. Το (άλογο) ζώο που ημι-είναι, ταυτίζεται με το άλογο (ζώο) που αποτελεί. Τι ειρωνεία, αυτή που είναι κυριολεκτικά ολόκληρη και ολοκληρωμένη δεν έχει καμία θέση στον κόσμο. Εκείνη είναι η φυλακισμένη ενώ οι μισοί είναι ελεύθεροι· αν κι εξαρχής η ελευθερία τους της φαινόταν ύποπτη. Πώς μπορεί κανείς να αισθανθεί ελεύθερος όταν είναι μισός, πώς μπορεί κανείς να ευτυχήσει ανολοκλήρωτος, ανολοκληρωμένος; Αν αρχίσουμε να ξεφλουδίζουμε τα σώματά μας από τα ενδύματα, αν αρχίσουμε να ξεγυμνώνουμε τους ψυχισμούς μας από τα αλλότρια, αν αρχίσουμε να αφαιρούμε εποχές και περιόδους, τι (περι)μένει; Πόσα αρχέτυπα και μύθους περικλείει ο πυρήνας εντός μας; Πόσοι διχασμοί ενυπάρχουν στον καθένα μας, μη ορατοί, ασφαλώς καλυμμένοι στην κανονική φυσιολογία; Δυνάμει Μελανίππες και Μελάνιπποι είμαστε όλοι μας.

Κάποτε η Μελανίππη θα αποφασίσει να βγει έξω. Θα μπορούσε ως άλλη, τερατώδης Έμιλυ Ντίκινσον να παραμένει φυλακισμένη γράφοντας ποιήματα και επιστολές. Θα μπορούσε ως θηλυκή Κάσπαρ Χάουζερ να ζήσει απόβλητη, κατακρυπτέα. Αλλά πραγματοποιεί την πολυπόθητη έξοδο. Ο μύθος δεν φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα, μπαζώθηκε μαζί με τα θαλάσσια ζώα, και κανείς δεν φαντάζεται ότι επιβιώνει. […] Ο μύθος έχει σάρκα και οστά και τον γέννησαν οι άνθρωποι. Απλώς, έκτοτε, δεν μπορούν να τον αναγνωρίσουν.[σ. 115]

Αυτή η πρόζα προσπελαύνεται με διαφορετικούς τρόπους και διαβάζεται με πλείστες αναγνώσεις. Αρχιτεκτονημένο κείμενο, θεατρικός μονόλογος, πεζή ποίηση, δοκίμιο πάνω στο  διάφορο και το άλλο, τελευταία επίκληση του μύθου, αυτοψυχαναλυτική έκθεση, καλλιγραφημένο πεζογράφημα και πάνω απ’ όλα: φωτογραφία και καθρέφτης μας.

Φεβρουάριος 2013

.

Librofilo Aficionado 

Μελανίππη

.

«Είμαι χωρισμένη σε δύο θυμωμένα μέρη, που μονίμως καβγαδίζουν. Τις νύχτες ο θυμός τους φτάνει στα πρόθυρα της οργής. Συχνά τα διαβαίνει. Η σκληρή αντίθεση που ενσαρκώνω προκαλεί έναν μεγάλο πόνο, χωρίς σχήμα και τόπο. Πονάω σταθερά. Μόνιμα. Ο πόνος διαχέεται παντού και αδελφώνει τις αντιθέσεις που τον προκαλούν, χωρίς όμως ποτέ να τις εξουδετερώνει. Σαν αέριο, είναι αόρατος και τίποτα ορατό δεν τον φανερώνει. Αλλά κόβει. Κανονικό πριόνι. Στην ερώτηση «ΠΩΣ ΛΥΝΕΤΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ;» απαντώ «ΜΕ ΚΑΘΑΡΗ ΣΚΕΨΗ ΑΣΦΑΛΩΣ». Λάθος. Δίνω λάθος λύση, κι όταν διαπιστώνω ότι κάνω λάθος, το επαναλαμβάνω πεισματικά, πιο δυνατά και με καλύτερη άρθρωση. Αποφεύγω τη σωστή απάντηση, αλλά προφέρω τη λανθασμένη όσο γίνεται καλύτερα.»
.
Η «επιτυχία» της νουβέλας«ΜΕΛΑΝΙΠΠΗ» (Εκδ. Σμίλη, σελ.118) της νέας συγγραφέως, Μαρίας Γιαγιάννου (Αθήνα, 1978) δεν έγκειται τόσο πολύ στην ωραία και (σχετικά) πρωτότυπη ιστορία που περιγράφει, ούτε στην πολύ ενδιαφέρουσα γραφή της αλλά περισσότερο στο ότι αυτό το μικρό βιβλιαράκι ακολουθεί τις σκέψεις σου αρκετό καιρό μετά την ανάγνωσή του, σε απασχολεί ως αναγνώστη η ηρωίδα, αυτό το δισυπόστατο πλάσμα που κινείται στα όρια μεταξύ λογικού και παραλόγου, προβληματίζεσαι με τα όρια του «Εγώ», στροβιλίζει το μυαλό σου η έκφραση «Εγώ είμαι ένας άλλος».
.
Η Μελανίππη είναι έγκλειστη σε ένα διαμέρισμα. Δεν έχει βγεί ποτέ, δεν έχει διασχίσει τη πόρτα της πολυκατοικίας. Είναι πανύψηλη, κοντά δύο μέτρα και πολύ όμορφη, σπάνια και μοναδική. Έρχεται κατευθείαν από τον Μυθικό κόσμο, διότι είναι μια γυναίκα-Κένταυρος, από την μέση κι επάνω γυναίκα, από την μέση και κάτω άλογο.
.
Η μοναδική της επαφή με τον κόσμο είναι το διαδίκτυο, όπου επικοινωνεί με ψεύτικα προφίλ και μπορεί να γράφει ότι της κατέβει στο κεφάλι. Εκτός όμως από τα «ηλεκτρονικά παράθυρα» ανοίγει και το παράθυρο του σπιτιού. Στέκεται εκεί (δεν μπορούν να την δουν από την μέση και κάτω) και παρατηρεί τους περαστικούς, σιγά-σιγά τους «γνωρίζει» όλους, τις ώρες που περνάνε για να πάνε στη δουλειά τους, τις συνήθειές τους.
.
«Η απόλυτη αδράνεια μου φέρνει ανακατωσούρα. Βαρέθηκα την τηλεόραση, βαρέθηκα το διάβασμα. Τα βιβλία μου σταδιακά σβήνονται. Διαβάζω τις σελίδες και μου φαίνονται κενές. Κατάλαβα το ψέμα τους. Δεν θέλω άλλο να μεταφέρομαι με τις μεταφορές. Θέλω να βγω. Αυτός είναι ο λόγος που αποφάσισα να σκίσω τα βιβλία μου. Συμβαίνει μεθοδικά, όχι με μανία. Εξάλλου δεν θέλω να εκδικηθώ τη λογοτεχνία, που τόσα χρόνια είναι η βασική μου μηχανή απόδρασης. Απλώς έφτασε η ώρα να τη χρησιμοποιήσω. Σκίζω τις σελίδες και γράφω πάνω με χοντρό μαρκαδόρο τις δικές μου αρλούμπες, τις κάνω σαίτες και τις στέλνω έξω στο δρόμο. Οι άνθρωποι τις ανοίγουν, διαβάζουν και, προς μεγάλη μου έκπληξη, συχνά τις κρατάνε. Αυτό θα πει μεταμοντερνισμός. Γράφω πάνω στα γραμμένα και οι άλλοι ενθουσιάζονται.»
.
Η Μελανίππη περνάει από διάφορα στάδια. Της αυτοκτονίας, της ανθρώπινης επαφής, με τον πιτσαδόρο, με τον άγνωστο νεαρό που της μιλάει καθώς την βλέπει κάθε μέρα να τον κοιτάει από το παράθυρο. Το επόμενο βήμα είναι να βγεί έξω. Να ανοίξει τη πόρτα. Θα το κάνει και αυτό που θα βρεί εκεί, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που περίμενε. Διότι τελικά τι είναι η Μελανίππη; Και τι μπορούν να δουν από αυτήν οι άνθρωποι; Ποια είναι τα όρια του μύθου και ποια της πραγματικότητας;
.
Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, η νουβέλα της Γιαγιάνου είναι μια δημιουργία με πολλούς συμβολισμούς, παραπομπές και έντονη ψυχογραφική-υπαρξιακή αναζήτηση. Η Μελανίππη της πατώντας πάνω στην βαριά παράδοση κολοσσιαίων (και σχεδόν αδύνατον να συγκριθεί κάτι μαζί τους) έργων όπως «Η Μεταμόρφωση» του Φ.Κάφκα, ή (ο λιγότερο γνωστός αλλά εξίσου σημαντικός) «Ο Νάνος» του Π.Λάγκερβιστ, είναι μια νουβέλα που έχει τη μορφή ενός υπαρξιακού αγωνιώδους βιβλιου (νομίζω ο όρος «θρίλερ» που της αποδίδεται είναι υπερβολικός…), αλλά δεν έχει τόση σημασία η εξέλιξη της ιστορίας όσο τα ερωτήματα που θέτει στον αναγνώστη.
.
Με ύφος κοφτό, άρτια δομή και αρχιτεκτονική, μικρές προτάσεις, μικρές παραγράφους, η συγγραφέας αποστασιοποιείται από το κείμενό της, αφήνει στην άκρη συναισθηματισμούς και αδιέξοδες λυρικότητες αλλά εστιάζει στις λεπτομέρειες, παίζει με τις αποχρώσεις της ιστορίας που περιγράφει και κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Το δισυπόστατο της ηρωίδας, η απομόνωσή της, το αίσθημα της ασφυξίας και του εγκλεισμού, της ταυτότητας και του διαφορετικού, η υπόγεια (και ιδιαίτερα έντονη) σεξουαλικότητα και ο διάχυτος ερωτισμός, το μυστήριο της γυναικείας φύσης και η ιστορική της συνέχεια μέσα από τους αιώνες, τους θρύλους και τους μύθους – όλα αυτά περιγράφονται με εξαιρετική οικονομία και χρησιμοποιώντας την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, περνάνε σ’εμάς από την ματιά της μετεωριζόμενης ανάμεσα στο όνειρο και την «πραγματικότητα» ηρωίδας του βιβλίου.
.
Η «Μελανίππη» είναι μια νουβέλα που μπορεί ν’αρέσει, μπορεί και όχι, μπορεί να συγκινήσει, μπορεί και να μπερδέψει. Αδιάφορη όμως δεν μπορεί να περάσει με τίποτα, ανοιχτή σε πολλές αναγνώσεις και συζητήσεις – διότι μπορεί να διαβαστεί και απολύτως γραμμικά ως μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, προκαλεί για σκέψεις και προβληματισμούς, βγάζει αγωνία και απόγνωση γύρω από την διπλή φύση των ανθρώπων, σεβασμό για την «διαφορετικότητα», για την αποδοχή του άλλου (του διπλανού μας, του «ξένου»),ως ισότιμο μέλος της κοινωνίας/της κοινότητας. Η Γιαγιάννου με αυτό της το έργο «βγάζει» πολύ ταλέντο, που η συνέχεια θα δείξει σε ποιους δρόμους θα την κατευθύνει.
Μάρτιος 2013
.
.
..
Παυλίνα Εξαδακτύλου (LiFO)
.

Συνέντευξη στη LiFO

Φεβρουάριος 2013

 .

Ευαγγελία Μουλά (Νησίδες)

ΝΗΣΙΔΕΣ Κριτική Μελανίππη

Ι.Ιούνιος 2014

.

.

Νίκος Σιδέρης (blog)

(ψυχαναλυτής-συγγραφέας)

 

Διάβασα ένα εκπληκτικό βιβλίο.

Το μυθιστόρημα (μάλλον, νουβέλα) της Μαρίας Γιαγιάννου, με τίτλο «Μελανίππη» (εκδόσεις Σμίλη 2012): Όταν τα πλάσματα του Κάφκα βγαίνουν περίπατο στην πόλη και στα βιβλία, με το βλέμμα ή με τα πόδια, τότε τι συμβαίνει;

Δύο αποσπάσματα:

– Τα τελευταία δέκα χρόνια δυσκολεύτηκα πολύ, αλλά με συγκρατεί το γεγονός ότι είμαι αιχμάλωτη του εαυτού μου. Κάθε μου ανταρσία στρέφεται πρώτα εναντίον μου. Τι φρίκη!

– Τον έδιωξα. Του έκλεισα το παράθυρο στη μούρη. Το πορτοκαλί μπλουζάκι που φορούσε άφησε στάμπα στο μάτι μου κι από τότε το προβάλλω παντού. Ο ίδιος έγινε μια σιωπηλή λέξη. Δεν ξέρω ποια. Δεν την άκουσα.

Σύλληψη βαθιά και δυνατή, γραφή προωθητική, λόγος ηδονικός –όπως στην τραγωδία.

Θερμότατα συνιστώ.

Μάιος 2013

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s