Μπαλαντέρ

Μπαλαντέρ

μια ερωτική εξτραβαγκάντσα

(Μελάνι, 2015)

Μπαλαντέρ Μαρία Γιαγιάννου

Οπισθόφυλλο:

Το Μπαλαντέρ της Μαρίας Γιαγιάννου διατρέχει, με τρόπο επίμονο και υπέροχα ακριβή, όλη την κλίμακα του έρωτα από το πρώτο αμετάκλητο βήμα. Στις σελίδες του η συγγραφέας θρυμματίζει μια ερωτική ιστορία για να εξετάσει τα σπασμένα γυαλιά, με παιδική περιέργεια και εις βάθος, πριν αρχίσει να τα επανενώνει με την κόλλα της ποίησης: τα πρώτα προβλήματα στη συνεννόηση, που οι εραστές καλούνται να επιλύσουν μαθαίνοντας ο ένας τη γλώσσα του άλλου («μεταφράζαμε ο ένας για τον άλλον το κείμενο που μας συνιστούσε»), η εξημέρωση του «Πρωτόπλαστου» Σώματος, που ορθώνεται σαν τρίτος ανάμεσά τους, η ανάγκη για απόδραση («Μισό λεπτό μονάχα. Να πάρω μια ανάσα έξω από το δέρμα σου»), ο χωρισμός, οι ανεπίδοτες επιστολές και η αγάπη, αυτή η «κατάσταση όπου το βάρος σου είναι τεράστιο, αλλά η βαρύτητα μηδενική», όλα τα στοιχεία βρίσκονται εδώ, σε αυτή την ερωτική εξτραβαγκάντσα που οδηγεί τους ήρωές της ολοταχώς προς την κατατονία της ευτυχίας.

*

Κριτικές για τον Μπαλαντέρ:

.

.

Κατερίνα Σχινά (Καθημερινή)

«Ευφρόσυνη Ερωτογραφία»

Ανάβαση στην κλίμακα του ερωτικού αισθήματος, όπως σε μια άλλη κλίμακα του Ιακώβ, βήμα το βήμα είναι η «ερωτική εξτραβαγκάντσα» της νεαρής συγγραφέως. Πρώτο βήμα, η απόφαση της δέσμευσης – ένας καθημερινός μόχθος, μια μεταφραστική τελετουργία εν ονόματι της συνεννόησης. Υστερα έρχεται η συγκέντρωση της δύναμης και η απελευθέρωσή της στο ενεργειακό κανάλι του έρωτα. Το ψυχανέμισμα της ενότητας είναι το τρίτο βήμα· όμως, ενώ το Εγώ αποφασίζει να βιώσει την ένωση με τον Αλλον, ακόμα παραπαίει, αμφιβάλλει, οπισθοδρομεί. Ωσπου πατάει το τελευταίο σκαλί – και τότε παραδίδει τα πάντα. Αφήνεται να διαχυθεί σε μια πραγματικότητα που δεν είναι παρά η ακτινοβολούσα επιδοκιμασία της ζωής. Ολη η ύπαρξη μεταμορφώνεται σ’ έναν διάφανο φορέα, μέσω του οποίου λάμπει η μοναδικότητα του έρωτα. Ο κόσμος χαμογελά. Η αιωνιότητα έχει κερδηθεί, συμπυκνωμένη σε μια στιγμή.

Η Μαρία Γιαγιάνου αντλεί από τη βασική ιδέα της ποίησης, της ένωσης δηλαδή της αντήχησης και της σημασίας η οποία επιτρέπει να «ειπωθεί ο κόσμος», για να δώσει φωνή στο σώμα, που στο βιβλίο της ασθμαίνει και κραυγάζει, τραγουδάει και τσιρίζει, χορεύει και χοροπηδά, γυμνώνεται, εκτίθεται, προσφέρεται, παίρνει, μεταμορφώνεται σε αντηχείο της δονούμενης, δισυπόστατης ύλης που είναι το ερωτικό ζευγάρι, ανοίγεται και πλαταίνει, διαστέλλεται, ενώνεται με το πνεύμα. Και τότε, το πανηγύρι των αισθήσεων συναντιέται με τη γιορτή της σκέψης, η ελευθερία με τον αισθησιασμό και οι ερωτευμένοι, παρόντες μέσα στον εαυτό τους και ταυτόχρονα έξω απ’ αυτόν, στραμμένοι προς τον άλλον, διψασμένοι για πληρότητα, επιτέλους, ξεδιψούν. Για να ξαναδιψάσουν, ασφαλώς, ύστερα από λίγο. Γιατί καθώς γράφει η συγγραφέας, «η επιθυμία γεννιέται από την εκπλήρωση και όχι από την αναβολή».

Εγκώμιο ή προσευχή προς το αγαπημένο πρόσωπο, ο Μπαλαντέρ είναι η ιστορία των ονομάτων του: ονόματα επινοημένα, ποιητικά ή κυριολεκτικά, ευφυή και κωμικά, αφελή και χαϊδευτικά· ένας ύμνος της αφηγήτριας στο Εσύ, που δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ιδεώδες, δεν είναι η απάντηση στις ευχές της, δεν είναι φάντασμα, αλλά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ένας εαυτός πλήρης που απολακτίζει κάθε περιττολογία και αποστέργει κάθε αναγωγή. Οιστρηλατημένη από έρωτα, η υμνωδός μας εγκωμιάζει τα μάτια του αγαπημένου εξυγιαίνοντας τον Μπατάιγ, βροντοφωνάζει την αγάπη της για όλες, ακόμη και τις πιο ιδιωτικές, λειτουργίες του σώματός του, μεταμορφώνει το φθαρτό σώμα σε τόπο ανταρσίας, διαρρηγνύοντας την υλικότητά του και ταυτόχρονα ποθώντας την, ακυρώνοντας την ιστορικότητά του και ταυτόχρονα μνημειώνοντάς την, μ’ άλλα λόγια γεύεται ώς το κουκούτσι την «ωραία οπώρα» του έρωτα ανακουφίζοντας την αμφίθυμη νεάνιδα του Εμπειρίκου. Η Γιαγιάννου ξεδιπλώνει μια γλώσσα μεθυσμένη από τους ίδιους τους χυμούς της. Ανοίγει την πόρτα σε μια φαντασία αχαλίνωτη, εγκαθιστά το πεζογράφημά της στον μυχό της ποίησης. Με μια τόλμη που αιφνιδιάζει, σαρώνει φιλοσόφους και πεζογράφους, ποιητές και ψυχαναλυτές. Αν της χρειάζονται, είναι για να λειτουργήσουν σαν αντίλογος, ή σαν συνοδευτικός ψίθυρος στα σημεία που η σωματικότητα της γραφής συναντιέται με την αφαιρετικότητα της σκέψης και η ποιητικοπεζογραφία της ερωτοτροπεί με το δοκίμιο. Τις περισσότερες, ωστόσο, φορές, τους χρησιμοποιεί σαν θαρραλέα αντίστιξη στη μονομανή ερωτογραφία της.

Επιθυμία υπέρβασης σαρκωμένη σε λέξεις, υπέρβασης του χώρου και του χρόνου, των αναστολών και των περιορισμών, της γλώσσας και των σημασιών της, υπέρβασης ακόμη και των φύλων που τη στιγμή του έρωτα συγχέονται και αλληλοπεριχωρούνται, «υπερπροσδιορισμένα και απροσδιόριστα», είναι αυτό το βιβλίο-ταξίδι – και ο υπερβατικός τόπος όπου φτάνουν στο τέλος οι εραστές, δεν είναι παρά μια πολιτεία, που τη χτίζει η συγγραφέας και την αναγορεύει βασιλεύουσα, γαληνή και μαζί πυριφλεγή. Είναι μια πόλη που δημιουργείται από τη συγχώνευση δύο γειτονικών επικρατειών, της Αγάπης και του Ερωτα –Αγέρωτα την ονομάζει– όπου κυβερνάει το σώμα των εραστών και το πολίτευμα είναι η Κατατονία της ευτυχίας, εκείνο το λιώσιμο, το αποκάρωμα των αισθήσεων, η ευτυχία της πλησμονής. Κι εδώ η συγγραφέας αποδεικνύει πως η λογοτεχνία και ο έρωτας μπορούν να πηγάσουν όχι μονάχα από το έλλειμμα, όπως προσπάθησε να πείσει, αιώνες τώρα, η πεσιμιστική, θανατολαγνική ερωτογραφία, αλλά και από το περίσσευμα.

Κατερίνα Σχινά

25.12.15

.

Ασημίνα Ξηρογιάννη (Fractal)

«Τα βαφτιστικά μας ονόματα καταργήθηκαν»

Ο Μπάρτ έγραψε ότι το σ” αγαπώ είναι, από κοινωνική άποψη, μια «λέξη- μπαλαντέρ (Σημειολογία)

Όταν μιλάς για τον έρωτα, είναι εύκολο να παρασυρθείς, είτε σε μια γλυκανάλατη τακτική προσέγγισής του, είτε σε μια άκρατη αισθηματολογία, είτε σε πράγματα βαρετά και τετριμμένα. Για τον έρωτα μιλάει η Μαρία Γιαγιάννου στο βιβλίο της που κυκλοφόρησε πρόσφατα και φέρει τον τίτλο «Μπαλαντέρ». Όμως, γεγονός είναι ότι δεν παρασύρεται. Αντίθετα, παρασύρει. Μας παρασύρει εμάς στους αναγνώστες σε ένα παιχνίδι με τη σημειολογία του ερωτικού φαινομένου. Μας προσφέρει το νέο βλέμμα, έναν διαφορετικό τρόπο  να σκεφτούμε.

Αφηγείται την ιστορία του έρωτα. Την ιστορία του έρωτα «μιας πορνοπαραμυθένιας» και ενός «μια σταλιά άντρακλα», δύο συνηθισμένων ανθρώπων δηλαδή.

Τον σπάει σε κομμάτια, τον εξετάζει με το μικροσκόπιο, τον κάνει παιχνίδι της, και για τον ανασυνθέσει με θάρρος. Η αρχή του, η μέση και το τέλος του. Τα πρώτα βήματα, το λεξιλόγιο του έρωτα, οι κώδικες (μυστικοί συνήθως) των ερωτευμένων, το Σώμα και οι παράλογες απαιτήσεις του, καθώς και η μόνιμη αντιπαλότητά του με το μυαλό. Οι ήρωες της, οι ερωτευμένοι, άγονται συχνά και φέρονται , και είναι αδύναμοι να ασκήσουν έλεγχο στα συναισθήματα και τις επιθυμίες τους. Το κουβάρι ξετυλίγεται σταδιακά. Φτάνουν άραγε ποτέ οι ερωτευμένοι στην πραγματική ευτυχία; “H απλώς διαταράσσεται το εσωτερικό τους σύμπαν ,τρελαίνεται η βούληση, απορρυθμίζεται κάθε μορφής έλεγχος, χωρίς όμως να κερδίζεται η χαρά και η γαλήνη εκείνη που θα φέρει την ουσιαστική ισορροπία στον άνθρωπο και την ψυχή του; Σαφώς και συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς να αρνηθείς την περιπέτεια του έρωτα, όταν σε βρει. Και δεν είναι μόνο περιπέτεια του σώματος, αλλά και της ψυχής.

Αρχικά, ο έρωτας είναι  μια διάχυτη και ακαθόριστη αίσθηση, αρχικά το σώμα δονείται ασταμάτητα, τρελαίνεται, ακαριαία ορμονικές αλλαγές επιτελούνται ερήμην μας, όμως έπειτα έρχεται μια κάποια ωρίμανση, η μετατροπή της αχαλίνωτης σωματικότητας σε συναίσθημα με πιο στέρεη μορφή.

Το βιβλίο χωρισμένο σε κεφάλαια, γεμάτο υπερβολή νοηματική και λεκτική, όπως άλλωστε και ο τίτλος εύστοχα προαναγγέλλει. Άλλωστε η υπερβολή είναι συνυφασμένη με τη φύση του έρωτα, αλλά και την πρακτική του. Ο έρωτας σε τρελαίνει, σε  κάνει να μοιάζεις με τον «γελαστό τρελό με τα κουδούνια». Τα όρια χαλαρώνουν, ο κόσμος διευρύνεται, το Εγώ γίνεται Εσύ και αντίστροφα, μπαίνεις σε ανοίκειους ρόλους, ζεις μια ζωή πασπαλισμένη με φαντασία, τα τρομερά πράγματα μοιάζουν φυσιολογικά, είσαι σε διαρκή διαδικασία παιχνιδιού. Σαν αναγνώστης πράγματι ένιωσα φοβερή «ξεξασπροτερέξαψη» να με καταλαμβάνει, βυθισμένη μέσα σε μεθυστικές, αλλά και αντιμεθυστικές λέξεις (λειτουργικές ωστόσο). Και, για να μιλήσω τη γλώσσα της Γιαγιάννου, η «μυθοπλασία», η  «φυλολογία» , η «σημειολογία» της δεν είναι απαλλαγμένες διόλου από την «οφθαλμολαγνεία», κάτι που ερεθίζει τις αναγνωστικές μου χορδές. Έχω την ανάγκη να ανιχνεύσω μέσα στην ιστορία του έρωτα που επινοεί η Γιαγιάννου την δική μου ερωτική ιστορία ή τις ιστορίες που έχω βιώσει. Άρα, η προσωπική αυτή επινόηση, ο έρωτας των δύο συγκεκριμένων «ερωτόψυχων» που βιώνουν «ερωταγάπη» ή «Εραγάπη» έχει λειτουργήσει μέσα μου ουσιαστικά από τη στιγμή που νιώθω ότι μου απευθύνεται και με αφορά. Η ιστορία που μου προσφέρεται δεν είναι αυτιστική. Και μου προσφέρεται ως δώρο πολύτιμο.

«Αν ο καβάλος σου ήταν το κρυφό συρτάρι στην ντουλάπα μου, τότε μέσα στο κρυφό συρτάρι υπήρχε ένα χειρόγραφο ποίημα» (Γλωσσολογία)

«Τα δικά τους γλίγλικα. Όπως συμβαίνει συνήθως. Τα βαφτιστικά μας ονόματα καταργήθηκαν». (Ονοματολογία)

«Από μακριά μοιάζουμε με βλάκες. Από κοντά είμαστε όντως βλάκες. Σαλεμένοι από τους μαγνήτες που κοπανάνε το μυαλό μας» (Παθοφυσιολογία)

«Σ’ αγαπώ σαν να μην υπάρχει αύριο και χθες, αλλά ούτε και σήμερα, με αστρονομική ταχύτητα και αστρολογικό φονταμενταλισμό». (Μουσικολογία)

Με δυνατό τόνο και ορμητική διάθεση η Γιαγιάννου σε ξεβολεύει, σε τσιγκλάει, σε φέρνει σε αμηχανία. Όμως, δεν αναβάλλει το νόημα του έρωτα  σε καμία περίπτωση. Είναι σε δημιουργική διαδικασία ενίσχυσής του. Η θεατρικότητα που διακατέχει το βιβλίο είναι απαραίτητη για να καταδείξει την παρουσία του έρωτα ως πηγή ζωοδόχο.. Κάθε μυθοπλασία με αφορμή τον έρωτα με οδηγεί στην πίστη ότι είναι καλύτερα στη ζωή μας να βιώνουμε συνέχεια καινούργιους έρωτες παρά να μπαίνουμε σε μια διαδικασία νοσταλγικής διάθεσης των παλαιών. Αλλά και η νοσταλγία, είτε πραγματική, είτε επινοημένη, μπορεί να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη για να γραφεί ένα βιβλίο που θα έχει ως στόχο να ξεκλειδώσει το κείμενο που ο έρωτας υποβάλλει. Ο έρωτας το Μέγα Μυστήριο, που σου προκαλεί  δέος και σε κάνει ανίσχυρο. Το βιβλίο αυτό σου αποδεικνύει πως ακριβώς αυτό το Μέγα Μυστήριο είναι πάντα Θέμα Ανοιχτό και ποτέ κλειστό. Και σαν Ανοιχτό που είναι μπορεί να ερμηνεύεται παντοιοτρόπως, να γίνεται ελαστικό και ευλύγιστο. Μια μαριονέτα, θα λέγαμε ίσως, στα χέρια του επιδέξιου συγγραφέα που επιχειρεί την εξήγησή του, ασκώντας του ταυτόχρονα κριτική ευθέως ή πλαγίως.

Ασημίνα Ξηρογιάννη

16/12/15

.

Δημήτρης Χριστόπουλος-Ελένη Πατσιατζή

(τράπεζα φιλολογικών θεμάτων)

«Καιρός να ξαναβαφτιστούμε»

Μπαλαντέρ; Εξτραβαγκάντσα; Τι στ’ αλήθεια «θέλει να πει ο ποιητής» -ή πιο σωστά- η νεαρή συγγραφέας με τον τίτλο;

Ο «Μπαλαντέρ», από το γαλλικό se balader (περιπλανιέμαι) είναι ο πλάνητας, αυτός που τριγυρνά, που περιφέρεται ως άλλος νομάδας. Η αναφορά στον «νομάδα» δεν μπορεί παρά να μας πάει συνειρμικά στo σύγχρονο νομαδικό υπο-κείμενο της μεταδομιστικής σκέψης, αυτό που  έχει αντίληψη του μη σταθερού των ορίων,  της ιστορικότητάς του ως υποκειμένου και της αφηγηματικότητας του σώματός του  (οι απηχήσεις από το έργο της φεμινίστριας Ρόσι Μπραϊντότι  είναι, νομίζω,  παραπάνω από εμφανείς). 

«Εξτραβαγκάντσα» σημαίνει φαντασμαγορία, υπερθέαμα. Όρος που παραπέμπει στο θέατρο, στη σκηνή, εκεί όπου  οι (και ερωτικοί) ρόλοι επιτελούνται. Στη διαρκή σκηνή («Όλος ο κόσμος, μια σκηνή», ισχυρίζεται ο Σαίξπηρ) ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου κόσμου γενικευμένης αμφιθυμίας, ποιο θέαμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπερβολικό (extravacant) και ποιοι οι ρόλοι που υπηρετούν τα γεννήματα μιας υπερβάλλουσας φαντασίας; Μήπως, μόνο ο Έρωτας και οι μπαλαντέρ του;

Το εξώφυλλο; Πυραμοειδές σύμπλεγμα τριών γυναικείων σωμάτων και πέντε κεφαλών (δύο αρσενικών α-σώματων κεφαλών, που φέρουν στα χέρια τους -εν είδει τροπαίου;- οι δύο από τις τρεις γυναίκες), σε μια άβολη στάση, που τονίζει την ευθραυστότητα και την ενσωματότητα των έμφυλων σχέσων αλλά και την προσπάθεια επίτευξης ισορροπίας και συμμετρίας. Το σώμα, η επιθυμία, η φαντασία, η σχεσιακότητα, μάς κλείνουν το μάτι πριν καν ανοίξουμε το βιβλίο.

Οι ιστορίες; Πεζοποιήματα; Ποιητική πρόζα; Μεταμοντέρνο αφήγημα; Νουβέλα; Πώς να τις χαρακτηρίσεις; Μα, είπαμε: Ένα μεταμοντέρνο υπο-κείμενο έχει επίγνωση του μη σταθερού των ορίων…

Ανοίγω το βιβλίο, διαβάζω τα περιεχόμενα: «Γλωσσολογία, Ονοματολογία, Παθοφυσιολογία…». Τομείς του επιστητού. Η πολλαπλότητα των ορθολογικοτήτων την οποία αντιπαραθέτει ο μεταμοντερνισμός στη μοναδική ορθολογικότητα της νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού.

Πλοκή δεν υπάρχει, κλασικοί χαρακτήρες επίσης. Ουσιαστικά το βιβλίο συντίθεται από 17 εξομολογήσεις ενός γυναικείου υποκειμένου, που χρησιμεύουν περισσότερο για να δημιουργηθεί μια ορισμένη ατμόσφαιρα στο βιβλίο, που σε τελική ανάλυση μοιάζει με μια γλωσσολογική αλληγορία.

Βασικό εργαλείο της γραφής της, η μέθοδος της αντικειμενικής συστοιχίας, μέθοδος η οποία τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται με επιτυχία. Απλά αντικείμενα της καθημερινότητας, όπως τα τάπερ, γίνονται εκφραστές του άρρητου:

«Δεν μπορώ να ξεχάσω ότι εκείνη την εποχή με πλήγωναν ακόμα και τα τάπερ. Θυμάμαι τον εαυτό μου να κοιτάζει ένα τάπερ, από εκείνα που δεν κουμπώνουν καλά, και ένα κύμα απελπισίας να με πνίγει για τον ατελή κόσμο, όπου κανείς δεν μπορεί να βρει το καπάκι που του ταιριάζει κι έτσι όλοι χάσκουν μισάνοιχτοι, ανίκανοι να κουβαλήσουν οτιδήποτε στο εσωτερικό τους. Ό,τι πασχίζουν να βάλουν μέσα τους ξεχύνεται στο πρώτο κούνημα. Έλειπες και ήμουν ένα κακοπλυμένο τάπερ δίχως καπάκι. Πόσο κρίμα, πόσο κρίμα, σκεφτόμουν, κι εκείνο το μίζερο τάπερ έγινε η μόνη συντροφιά μου.»

Η Γιαγιάννου γράφει ουσιαστικά έναν ύμνο στη ζωή και σε ό,τι την τροφοδοτεί, τον Έρωτα, σε μια εποχή ζόφου και δυσθυμίας.  Γράφει για τη «Χώρα» του Αγέρωτα στην οποία κυβερνά το Σώμα των δύο εραστών και το πολίτευμα είναι η Κατατονία της Ευτυχίας.

Το σπουδαιότερο είναι ότι δεν γράφει με τυπογραφικά γράμματα αλλά με έκτυπα δαχτυλικά αποτυπώματα (σημαίνοντα). Λέξεις με όγκο που τις αγγίζεις, λέξεις με μυρωδιές που τις μυρίζεις, λέξεις με γεύσεις που τις γλείφεις, λέξεις με ήχους που τους ακούς. Γράφει έχοντας στο αφτί της τη φωνή του Μπαρτ: 

Ως προφορά, το σ’ αγαπώ ανήκει στην περιοχή της δαπάνης. Όσοι αποζητούν την προφορά της λέξης (λυρικοί, ψεύτες, πλανήτες), είναι υποκείμενα της Δαπάνης: δαπανούν τη λέξη, σάμπως να ήταν ιταμό (ποταπό) πράγμα η επανάκτησή της σε οποιονδήποτε χώρο. Βρίσκονται στο ακραίο όριο της γλώσσας, εκεί όπου η ίδια η γλώσσα (και ποιος άλλος θα το ‘κανε στη θέση της;) αναγνωρίζει πως είναι ανέγγυος, πως δουλεύει χωρίς προστατευτικό δίχτυ.

Η Γιαγιάννου δεν δαπανά τον λόγο, τον αποσυνθέτει εις τα εξ ων συνετέθη, προκειμένου να συνθέσει τον δικό της ερωτικό λόγο, να κατασκευάσει την υπο-κειμενική της ανα-παράσταση του μη-αναπαραστάσιμου.

«Δεν γράφω για εσένα, γράφω εσένα. Γράφω εμένα που κυοφορώ εσένα, με έναν τρόπο που δεν είναι εγκυμοσύνη, με έναν τρόπο που προφανώς δεν είναι μητρότητα, με έναν τρόπο που είναι -πώς να το πω; -ψυχή. Καλύτερα ας το πω ψίχα

Τελειώνω το βιβλίο και το αφήνω μέσα μου να κατασταλάξει δυο τρεις μέρες, προτού γράψω δυο λόγια.

Θέλω να κλείσω κάπως πρωτότυπα και ασυνήθιστα, όπως το κείμενο που μόλις άφησα. Δεν ξέρω γιατί, το χέρι μου ανοίγει -από μόνο του (;)- μια σελίδα από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ:
Με τον έρωτα μαθαίνω / τι βάρος θα σηκώνεις εσύ για πάντα / -θεός ή επισκέπτης;- / μεταλαβαίνω το σώμα σου / το νερωμένο αίμα / γρατσουνισμένη απ’ τα τόσα αντίθετα / θρησκεύομαι τη γοητεία / το σχήμα των δοντιών σου / στο παλιό μας μήλο (…)

Δ.Χ. και Ε.Π.

15/01/16

.

Ζαφείρης Νικήτας (Bookpress)

«Η ηδονή του θραύσματος»

Στις 17 Μαρτίου 1973 ο Ζακ Ντεριντά έγειρε, κυρτός, πάνω από τα έγγραφά του. Έχει μόλις τελειώσει (αν ποτέ τελειώνει η γραφή) το βιβλίο του με τίτλο Λευκή μυθολογία, όπου διερευνά την λειτουργία της μεταφοράς στην φιλοσοφία. Ο γάλλος φιλόσοφος είναι σαράντα τριών ετών και ήδη έχει εισαγάγει, λίγα χρόνια πριν, το 1967, τον όρο «αποδομισμός».

Ακριβώς μια δόμηση αποδόμησης είναι το βιβλίο της Μαρίας Γιαγιάννου με τίτλο Μπαλαντέρ. Ένας αφηγητής, μια γυναίκα που μιλά, καταγράφει σε σύντομα διαδοχικά κεφάλαια την ερωτική εμπειρία, την αναπηρία της αισθηματικής αφήγησης, σε ένα βιβλίο καλειδοσκόπιο. Όπως η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, έτσι και η Μαρία Γιαγιάννου, ανοίγει την στενή πόρτα της γλώσσας και κατρακυλά σε μια κειμενική χώρα, γεμάτη ερεθίσματα και ερεθισμούς. Όσο χτίζει, βήμα βήμα, το σύμπαν ενός παθιασμένου μετα-έρωτα, άλλο τόσο αναδεικνύει τη διαρκή συνομιλία της γραφής με φιλοσόφους και συγγραφείς, από τον Μπαρτ μέχρι τον Ελύτη. Κι όμως, το πιο σημαντικό στοιχείο, μέσα στο βιβλίο αυτό της πανσπερμίας, είναι η ισχυρή δημιουργία ενός λανθάνοντος ιδιώματος, ενός ύφους, μιας στάσης απέναντι στο λογοτεχνικό κείμενο.

Όπως ο Ντεριντά αξιοποίησε την τεχνική της «απορίας», aporia με λατινικούς χαρακτήρες, δηλαδή της διαρκούς αποσύνθεσης και ανασύνθεσης του κειμένου, του ξηλώματος του γλωσσικού υφαντού μέσα από αφορμές λέξεων και εξοστρακισμούς σκέψης, έτσι και η Γιαγιάννου συντονίζει την αστάθεια του ερωτικού φαινομένου με την παιγνιώδη δυνατότητα της γραφής και καταθέτει τον Μπαλαντέρ, μια ερωτική μεταφιλοσοφία. Το εγώ του αφηγητή κυνηγά, σαν σκυλάκι, το εγώ του υποκειμένου του πόθου. Το βρίσκει, το χάνει. Το επιζητά, το αποφεύγει. Το αγγίζει, το ραπίζει, το ενστερνίζεται και το γλυκοκοιτά.

Η Γιαγιάννου γράφει με την έκσταση της απορίας, με τη βεβαιότητα του σώματος. Το βιβλίο της θυμίζει μια επιδερμίδα που αρνείται να κοντοσταθεί, αρνείται να παραμείνει η ίδια. Σε κάθε της κεφάλαιο αλλάζει τροπισμούς, λοξοδρομεί σε σοκάκκια γλώσσας, μας βγάζει τη γλώσσα, παιγνιοπαίζει και σοβαρολογεί. Έτσι και το δέρμα, με τις απαλοιφές και τις κυτταρικές ανανεώσεις του, αλλάζει μένοντας ίδιο. Γιατί το χάδι, όπως η λέξη, αφήνει πάντα αποτύπωμα.

Ο Μπαλαντέρ λοιπόν είναι πριν απ’ όλα μια γιορτή της θραύσης, ένας εκρηκτικός εορτασμός του ερωτικού φαινομένου. Ο έρωτας βιώνεται ολόκληρος και καταγράφεται, αντίστροφα, στα εξ ων συνετέθη. Αυτή είναι μια δραματική επιλογή χασμάτων, μια απόκρυφη ιστορία, ένα αφήγημα ερωτευμένων που σκεπάζονται με το σεντόνι των λέξεων και οργιάζουνε γυμνοί.

Το βιβλίο είναι μία σύνθεση από μικρές εξομολογήσεις, πυκνά δοκίμια σάρκας, λέξεις ακρωτηριασμένες σαν φιλί που έμεινε μισό και μια διαρκή γιορτή της τυπογραφίας. Κάποιες λέξεις διογκώνονται (κυριολεκτικά, αποκτούν άλλο μέγεθος πάνω στη σελίδα) σαν στιγμιαίοι γλωσσικοί πριαπισμοί. Η λέξη «Τίγρις», η φράση «Να νιώθεις» ή «μην ανήσυχες» και βέβαια η λέξη «Εσύ» γίνονται τέτοια μεγάλα σύμβολα, οδοδείκτες της επιθυμίας μέσα στην άσφαλτο του κειμένου.

Δεν γράφω για εσένα, γράφω εσένα, σημειώνει κάπου η Γιαγιάννου. Κανένας διαχωρισμός δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ της έγγραφης διαδικασίας και της σωματικής υπόστασης. Όλα τελετουργούν σώμα, όλα μειγνύονται, πυρ κι αφή κι αέρας συναντιούνται, σε μια επιτέλεση γραφής.

Στο βιβλίο του Aporias σημειώνει ο Ντεριντά το εξής παράθεμα: Πεθαίνοντας – περιμένοντας (ο ένας τον άλλο) στα όρια της αλήθειας. Σε αυτό ακριβώς το όριο στέκεται, οριακά, ο Μπαλαντέρ, αυτό το θραυσματικό μανιφέστο της ηδονής. Ο υποκειμενισμός προέχει, την ίδια στιγμή που ακόμη και η ίδια η επιστήμη της ιστοριογραφίας δέχεται την αδυναμία του αντικειμενισμού της, έτσι και η τέχνη της αφηγηματολογίας ευφραίνεται στην μετατοπιζόμενη ακρίβεια της πρωτοπρόσωπης οπτικής.

Η δραματική ένταση που διατρέχει τον Μπαλαντέρ, αυτό που θα ονόμαζα ψυχισμός του κειμένου, είναι η ανεκπλήρωτη επιθυμία, ένα παράπονο, σχεδόν οργή. Μια οργή πόθου βέβαια, μια λυσσαλέα διεκδίκηση του άλλου, μια αχαλίνωτη επιθυμία σπαραγμού, κατασπάραξης, ερωτικού κανιβαλισμού. Η συγγραφέας δαγκώνει τις λέξεις, σκίζει κομμάτια σάρκινα, διαρρηγνύει τα ιμάτια της γλώσσας.

Όλο το βιβλίο είναι ένας ύμνος στην ασυνέπεια της σημειολογίας, στην ελευθερία του αποδομισμού. Σημαίνον είναι το σώμα και σημαινόμενο το αίσθημα. Καμιά σωσσυρική αντιστοιχία όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί ανάμεσά τους. Η αρμόνια του έρωτα, υπονοεί η εμμέσως η Γιαγιάννου, είναι ακριβώς η ακατάπαυστη ταραχή.

Μπαλαντέρ επομένως είναι ο κάθε εραστής, είναι αυτός που ακροβατεί στο σκοινί των επιθυμιών του. Κι η Γιαγιάννου μας παραδίδει τα ακριβή του σημειώματα, τις σκέψεις του τρικυμισμένου.

Ζ.Ν.

04/02/16

.

Αντώνης Ψάλτης (Θράκα)

«Το βιβλίο της εβδομάδας»

Για το ποσοστό της εποπτείας που δύναμαι να έχω, μπορώ να υποστηρίξω ότι τα τελευταία, ας πούμε δύο με τρία, έτη σημειώνεται μια δυναμική αύξηση της έκδοσης (ως εκ τούτου και της γραφής) πεζογραφημάτων (κυρίως διηγήματα και νουβέλες) στην ηλικιακή περιοχή, της ελληνόγλωσσας λογοτεχνίας, κάτω ή πέριξ των σαράντα ετών, η οποία και κυρίως με ενδιαφέρει. Θα έλεγα μάλιστα οτι αυτή η δυναμική είναι και αρκετά άξια προσοχής και μνείας, την στιγμή μάλιστα που στην αντίστοιχη υψικάμινο της ποίησης παρατηρείται από καιρό πλέον μια λυπηρή υπερχείλιση προχειρολάγνων εκδοθέντων ποιημάτων. Αρκετοί τίτλοι πεζογραφημάτων θα ήταν δυνατόν να αναφερθούν προς επίρρωση του επιχειρήματός μου, κάποιους δε εξ’ αυτών έχω κι εγώ παρουσιάσει μέσα απ’ αυτή την στήλη. Σε κάθε περίπτωση σημαντική θέση σ’ αυτή την τιμητική καταλογράφηση έχει και το νέο βιβλίο της Μαρίας Γιαγιάννου με τον τίτλο “ Μπαλαντέρ ”. Η λέξη προέρχεται από την γαλλική baladeur. Πρώτη ή βασική σημασία είναι ο περιπατητής. Υπάρχει η υποψία ότι αρκετά παλαιότερα είχε και την έννοια του απατεωνίσκου. Χρησιμοποιείται και για “ χέρια που κάνουν βόλτες ”, για όσους ψειρίζουν, π.χ. “ Il a les mains baladeuses ”. Γνωστότερη πάντως είναι για το χαρτοπαικτικό φύλλο που “ κάνει βόλτες ” σε όλους τους συνδυασμούς, απρόσωπο, άφυλο και ευπροσάρμοστο, συμπληρώνοντας αναγαία κενά οδηγώντας συχνά τον κάτοχό του (θεωρούμενο ως σημαντικό τραπουλόχαρτο και τύχη να το κρατας στα χέρια σου) στην νίκη. “ Ψευδονίκη δηλαδή, ”, όπως γράφει για τον ερωτιάρη μπαλαντέρ η Γιαγιάννου, “ απ’ αυτές που αν νικήσεις έχασες ”, ιδού και ο απατεωνίσκος! Να λοιπόν γιατί “ Μπαλαντέρ ”. Διότι αμέριμνος και άφυλος άγγελος, περιπατητής και χαρτοκλέφτης (γιατί καρδιές σε χαρτιά ζωγραφίζουμε σε όλες τις ηλικίες, ως αν να είναι η ερωτευμένη καρδιά λεπτή και αδύναμη σαν χαρτί τετραδίου) μας “ ψειρίζει ” (ήτοι : αβίαστα και δίχως να το αντιληφθούμε κλέβει) τα συναισθήματά και μας αφήνει πανί ταπί από προστατευτικές άμυνες εφησυχασμού. Με μπαλαντέρ όμως ομοιάζει και το βιβλίο της Γιαγιάννου. Όλα τα κείμενα μπορεί μεν να συνθετουν ένα σύνολο, αλλά το καθένα μπορεί να λειτουργήσει και αυθύπαρκτο. Μπορεί να φαίνεται καλύτερο να διαβαστεί το βιβλίο με την σειρά που τυπώθηκε, από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά και κατά τύχη ή κατά προτίμηση να διαβαστούν τα μικροκείμενα που το απαρτίζουν η σύνθεση πάλι θα αναδυθεί, όπως ακριβώς συνδυάζουμε κατά το δοκούν τα φύλλα στο Koum – Kan. Στην σύνθεση του βιβλίου (που δεν θα το έλεγα ούτε μυθιστόρημα, ούτε νουβέλα, αλλά μια sui generis αφηγηματική παρτιτούρα) διηθίζεται μια ερωτική ιστορία, ή καλύτερα η ερωτική ιστορία. Με χιούμορ, με πάθος, με εκρήξεις ισορροπημένα ευφυών λογοπαιγνίων, με τρυφερή (από “ παιδική ”, “ μικρομέγαλη ”, και “ σοβαρά ποιητική ”) λεξιπλαστική δεινότητα, με λυγμικές κι εμπαθείς εντάσεις η Γιαγιάννου (κυρίως σε πρώτο πρόσωπο) μιλάει με λογοτεχνική άνεση για όλα τα περιστατικά, όλα τα συναισθήματα (μη παραλείποντας τα επεισόδια του χωρισμού) και για το ένα και μοναδικό αντικείμενο, το σώμα, που περικλείουν, περιφέρουν και συνθέτουν το παιχνίδι του έρωτα δύο ανθρώπων. Παρά το ευσύνοπτο του βιβλίου η Γιαγιάννου καταφέρνει να συγγράφει συμπυκνωμένα κείμενα εντός των οποίων αναδεύονται πολύ περισσότερα απ’ όσα φαίνονται και εξαιτίας των οποίων ο προσεκτικός αναγνώστης καλείται να θέσει προ των πυλών των ματιών του την δική του ερωτική βιογραφία. Το τόσο απολαυστικό αυτό βιβλίο διαβάζεται τουλάχιστον το πρώτον απνευστί και η επιστροφή του στα κείμενα του συμβαίνει ως η συνέχεια (“ το καπέλο ” για τους γνώστες της χαρτοπαικτικής) της παρτίδας.

Α.Ψ.

06/02/16

Μαρία Στασινοπούλου (Εφημερίδα των Συντακτών)

«Με τη γλώσσα της περιπλάνησης και της σάρκας»

«Η επίγνωση της ευτυχίας μας λιώνει από ευτυχία. (Δεν κομπάζω, μόνο καταγράφω. Ίσως να δώσουμε αυτό το κείμενο στο θεωρητικό παιδί μας όταν είναι δεκαοχτώ.

»Να ξέρει τι περνούσα καθώς σε αγαπούσα και καθώς από το μέλλον σου φωνάζω ακόμα Σ’ αγαπώ)» λέει η αφηγήτρια της Γιαγιάννου στο ερώμενον πρόσωπο, όταν ήδη έχουν φτάσει στην «Κατατονία της Ευτυχίας», «αυτό που εννοούμε όταν λέμε “λιώνω” και καθώς λιώνω αποκαλύπτεται το φιτίλι μου∙ η γραμμή πλεύσης μου».

Ενας μεγάλος έρωτας ψάχνει τρόπους να συγκροτήσει την ταυτότητά του για να καταλήξει: «Εγώ τους αγαπώ όλους επειδή αγαπώ εσένα. Και επειδή με αγαπάς».

Το Μπαλαντέρ, μια ερωτική εξτραβαγκάντσα είναι το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο τηςΜαρίας Γιαγιάννου. Εχουν προηγηθεί: Ο Ταξιδιώτης του Αλλοτε (πεζοποιήματα), η Μελανίππη (μυθιστόρημα), το θεατρικό Εκτός Εαυτού και τα δοκίμια Μεταμοντέρνος Ερως. Ενας τέτοιος μεταμοντέρνος -ίσως όμως και τελείως κλασικός- έρωτας αναλύεται και στο καινούργιο της βιβλίο.

Θα μπορούσε να ’ναι διηγήματα με κοινό θέμα τη γλώσσα του σώματος ή τη γλώσσα του νοήματος ή το νόημα της γλώσσας. Η εντύπωσή μου είναι ότι πρόκειται για μυθιστόρημα, νουβέλα καλύτερα λόγω έκτασης, πάνω στο προαιώνιο θέμα του έρωτα που γεννιέται, παγιώνεται και ύστερα διαλύεται, θρυμματίζεται, καταρρέει. Ερωτας δίχως όρους και όρια, πηγή αυτογνωσίας και αυτοεπίγνωσης, σε ένα περίεργο γλωσσολογικό παραλήρημα.

Εξάλλου αυτό ακριβώς δηλώνει και ο υπότιτλος «Μια ερωτική εξτραβαγκάντσα»∙ τι άλλο είναι η εξτραβαγκάντσα από παράνοια, παραλογισμό, ιδιοτροπία, εξωφρενισμό και υπερβολή.

Πρόκειται για βιβλίο ανορθόδοξο, γεμάτο λογικές αντιφάσεις και νοηματικές αντιθέσεις. Με εμμονή στον ορισμό και την ονοματολογία, χειρίζεται έξοχα το απατηλό παιχνίδι των λέξεων. Στο πρώτο κιόλας κομμάτι με τον τίτλο «Γλωσσολογία» παρακολουθούμε ένα έξυπνο γλωσσολογικό παιχνίδι παρεξηγήσεων και εσωτερικών παράλληλων μονολόγων, σε αντιφατικό διάλογο που όμως καταλήγει σε συμφωνία. Η πολυσημία της λέξης απειλεί τη συνεννόηση και δυσχεραίνει την επικοινωνία, αλλά και σε φτάνει στην απόλυτη απογείωση.

Στα δύο ανεπίδοτα γράμματα, με τον τίτλο «Επιστολογραφία» και «Συγγνώμη» αντίστοιχα, γραμμένα με διαφορά ωρών, ένας καταιγισμός από ύβρεις και κατάρες για τον χωρισμό, στο πρώτο, και η προσπάθεια επανόρθωσης γεμάτη χιούμορ, ειρωνεία, σαρκασμό, στο δεύτερο∙ όλα για να κρυφτεί ο σπαραγμός.

Απίστευτη ευρηματικότητα σε ερωτικά υποκοριστικά και υμνητικά λόγια στη «Θεολογία». Ενδιαφέρον διαφυλικό πινγκ πονγκ, λόγος για το άρρεν και το θήλυ στο «Φυλολογία»: «Είμαστε το Σώμα μας και οι βυθοί μας». Στο τελευταίο κομμάτι «Σημειολογία», και όχι μόνον, η Γιαγιάννου αποκαθιστά τις προθέσεις της και μνημονεύει από τους δασκάλους τον Μπαρτ, στα Αποσπάσματα ερωτικού λόγου του οποίου θα εντοπίζαμε τον κοντινό της πρόγονο. Αλλού έχει παραπέμψει σε Μπατάιγ, Μπαντιού, Εμπειρίκο, Ελύτη, αλλά και Πλάτωνα.

«Μαγικά πράγματα συμβαίνουν μόνον όταν δεν παλεύουμε για να τα αποκτήσουμε – όταν παλεύουμε και τα αποκτάμε, ονομάζονται “αποζημιώσεις”», λέει η Γιαγιάννου. Το Μπαλαντέρ είναι και μαγεία και αποζημίωση μαζί, αποφαίνεται ο αναγνώστης.

Μ.Σ.

13/03/16

Τέσυ Μπάιλα (Vakxikon)

«Μπαλαντέρ»

Αυτή τη φορά η Μαρία Γιαγιάννου καταθέτει από τις εκδόσεις Μελάνι το νέο της βιβλίο και ήδη από το εξώφυλλο μας πληροφορεί ότι πρόκειται για μια ερωτική εξτραβαγκάντσα, ένα κείμενο δηλαδή σχετικά ανορθόδοξο, που δεν μπορεί κανείς να το προσδιορίσει επακριβώς ούτε να το κατατάξει στο είδος του μυθιστορήματος, ούτε σε αυτό της νουβέλας ή του δοκιμίου περί έρωτος. Σίγουρα όμως πρόκειται για μια άκρως ενδιαφέρουσα αφηγηματική σύνθεση, στην οποία κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο, το σώμα και η νοηματική του και παράλληλα η γλωσσοπλαστική ικανότητα της συγγραφέα και η πολυσημία των λέξεων που μπορεί να φαίνεται ότι δυσκολεύει κάθε προσπάθεια συνεννόησης των ηρώων, στην πορεία ωστόσο αποδεικνύεται ότι πυροδοτεί ένα πολυσήμαντο παιχνίδι λεκτικών αποκαλύψεων και παράλληλων μονολόγων που όμως, κάποια στιγμή, θα οδηγήσει στην αρμονία .

Το βιβλίο είναι γεμάτο υπερβατικές και αντιφατικές αντιστοιχίες που λειτουργούν μέσα από το πρίσμα του συγγραφικού χιούμορ, του εκρηκτικού πάθους και των παθών που οι ήρωες επιλέγουν. Με ευρηματικό τρόπο και έντονη λεκτική γλωσσοπλαστία  η Γιαγιάννου συμπυκνώνει μέσα στο κείμενό της ουσιαστικές αλήθειες και καλεί τον αναγνώστη της να περάσει σε μια δεύτερη ίσως αναγνωστική αξιολόγηση, ώστε με αυτόν τον τρόπο να του αποκαλυφθούν οι πραγματικές συγγραφικές της προθέσεις.

Η σχέση του ερωτικού υποκειμένου με το αντικείμενο του πάθους του, η σχέση του σώματος και η νοηματική του στον έρωτα, ο έρωτας που γιγαντώνεται για να καταρρεύσει λίγο αργότερα, η άνευ όρων παραδοχή των ερωτευμένων της παρασημαντικής ενός άλλου κόσμου που δημιουργείται μέσα στις συνθήκες του έρωτα και γίνεται πηγή αυτογνωσίας και ο έρωτας από την πρώτη ματιά έως τον χωρισμό και την παραδοχή του τέλους είναι τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν ένα ιδιότυπο αφηγηματικό κολάζ στο βιβλίο της Γιαγιάννου και παράλληλα συνιστούν το πλαίσιο εκείνο μέσα στο οποίο η Γιαγιάννου βρίσκει την ευκαιρία να επιδοθεί σε ένα παιχνίδι ετυμολογίας, σε ένα κυνήγι γλωσσικών σχημάτων.

Με αφαιρετικό τρόπο η Γιαγιάννου γράφει ένα ποιητικό κείμενο το οποίο συναντά το πεζογράφημα και τη δοκιμιακή ερωτογραφία και παράλληλα ανοίγει ένα παράθυρο ελευθερίας, μια πόρτα στην ευαισθησία της φαντασίας.

Τ.Μ.

.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (Το Βήμα)

«Το ερωτευμένο εγώ και οι περιπέτειες των αισθήσεων»

Σπανίζουν τα ερωτογραφήματα στην ελληνική λογοτεχνία, νεότερη και παλαιότερη. Και με ερωτογράφημα δεν εννοούμε βεβαίως μιαν ιστορία αγάπης που είναι τοποθετημένη σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και αντανακλά μιαν ορισμένη εποχή αλλά μιαν αφήγηση στραμμένη αποκλειστικά στον έρωτα: σε κάθε χάρη και χαρά του, σε κάθε σουσούμι και ιδιοτροπία του, σε κάθε παράβαση και παρατυπία του. Αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία κινείται το Μπαλαντέρ της Μαρίας Γιαγιάννου, μια σύνθεση από 17 σύντομα πλην εξαιρετικά πυκνογραμμένα κείμενα που, μολονότι διατηρούν στις περισσότερες περιπτώσεις την αυτοτέλειά τους, μοιάζει να αποτελούν τα κλαδιά ενός ενιαίου κορμού – ενός κορμού που παρακινεί το ιερό του δέντρο να φτάσει ως τον ουρανό για να βρεθεί μπροστά όχι μόνο στο θαύμα αλλά και στη μαύρη τρύπα του έρωτα.
Στον έρωτα παίρνουν μέρος πάντα δύο, εκείνο ωστόσο που λειτουργεί με κυριαρχικό τρόπο είναι το ερωτευμένο εγώ. Εχοντας καβαλικευτεί από το πάθος του, το ερωτευμένο εγώ θα υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει όλες τις ευτυχίες μα και όλα τα δεινά των αισθημάτων και του σώματος: από τη μια πλευρά είναι πρόθυμο να ανοίξει την αγκαλιά του, να εμπιστευθεί, να πιστέψει, να παραχωρήσει, να προσφέρει και να παραδοθεί και από την άλλη είναι έτοιμο να γίνει άπιστος Θωμάς, να κλειστεί περιδεές στον εαυτό του και να σπαράξει από απόγνωση καταθέτοντας εν τέλει κατάκοπο όσα όπλα του έχουν απομείνει, δίχως κανένας να του έχει ζητήσει προηγουμένως το παραμικρό.
Η Γιαγιάννου αφήνει την πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια-ηρωίδα της να υποστεί οδυνηρά και συνάμα να προβάλει με τόλμη τις αλλεπάλληλες ερωτικές της μεταμορφώσεις: να προδώσει και να προδοθεί, να καταστρέψει και να καταστραφεί, να αποθεώσει και να αποθεωθεί. Και από το σημείο αυτό θα περάσουμε ευνόητα και στις περιπέτειες των αισθήσεων: στον πόθο που καταλαμβάνει και καταδυναστεύει τα ερωτικά σώματα, στα μέρη του κορμιού που αποκαλύπτουν με δεξιοτεχνία οι εραστές, στα ρεύματα που ανταλλάσσονται πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής συνεύρεσης, καθώς και στις τελεστήριες, πολλαπλά σημαίνουσες σιωπές που ακολουθούν την ολοκλήρωσή της.
Η συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί ρεαλιστικά υλικά για την ερωτική της εικονογραφία,  αποφεύγοντας εκ παραλλήλου και την εφαρμογή της οποιασδήποτε περιγραφικής τεχνικής. Παραμένει, αντιθέτως, σε όλες τις αφηγήσεις της γλωσσοκεντρική και το μόνο με το οποίο έχει να προικίσει την ερωτευμένη της πρωταγωνίστρια είναι ο οργασμός των λέξεων. Εξ ου και η ικανότητα της ηρωίδας να ταξιδεύει μέσω της γλώσσας σε τόπους που, παρά τον άμεσο, χειροπιαστό τους χαρακτήρα, δεν εννοούν να χάσουν ούτε προς στιγμήν την υπερβατικότητά τους, εξ ου και η δύναμή της να αναχθεί διαμιάς από το πεδίο της καθημερινότητας σε μια σφαίρα έξω από την περίμετρο του αισθητού και του κατανοητού. Το σημαντικότερο ωστόσο στο Μπαλαντέρ είναι ότι η Γιαγιάννου φροντίζει να ενισχύει τον πεζό της λόγο με μιαν αναζωογονητική ποιητική αύρα καταφέρνοντας έτσι να δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα όπου οι μεταφορές και τα ονόματα καλούνται να δώσουν ένα νέο νόημα στον κόσμο, δηλονότι να ορίσουν εξυπαρχής την ερωτική ύπαρξη. Κι όλα αυτά χωρίς να οδηγηθεί σε κάποιον παλιομοδίτικο λυρισμό αλλά και χωρίς να παγιδευθεί στον ποιητικισμό που ταλαιπωρεί πολλούς μεταμοντέρνους πεζογράφους.
Β. Χ.
04/09/16
Βιβή Γεωργαντοπούλου (Λέσχη Ανάγνωσης Degas)
.

«Μπαλαντέρ»

 .
Εξαιρετικό βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2015 από το Μελάνι, με ιδιαίτερα πλούσιο και εκφραστικό περιεχόμενο,ένα κείμενο έργο τέχνης, τρυφερά ερωτικό και ευφυές,διανθισμένο με λεπτό χιούμορ. Μια εγκατάσταση από μεταξένιες φράσεις αρμονικά βαλμένες σε δεκαεφτά δοχεία/κεφάλαια που ενώνονται μεταξύ τους και γίνονται μια μεταμοντέρνα νουβέλα που φλερτάρει και δεν το κρύβει με το δοκίμιο ή καλύτερα και πιο απλά ένα ποιητικό και γλωσσικό ποτάμι που ξεχύνεται άχρονα και διαχρονικά μαζί πάνω στο χαρτί με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση/υπογραφή ² της Μαρίας Γιαγιάννου.
Ο τίτλος; «Μπαλαντέρ. Μια ερωτική εξτραβαγκάντσα». Τίτλος πολύσημος, παιγνιώδης, ελκυστικός που στο εξώφυλλο συνδυάζεται τέλεια με τον πίνακα του Richard Colman  οπτικά και σημειολογικά και σε καλωσορίζει σαν πρώτη λέξη και στο οπισθόφυλλο που μόνο καλά έχω και γι’ αυτό:πνευματώδες, δροσερό,κελαρυστό,το πρώτο βήμα προς την ευφορία που θα σου προκαλέσει η ανάγνωση.
Η ίδια η ανάγνωση; Ένα ματσάκι ολόφρεσκα λουλούδια, ευφροσύνη και λιακάδα που απλώνονται ξαφνικά μέσα στον καταναλωτικό σκουπιδοτενεκέ που σπρωχνόμαστε εντός του όλο και πιο βαθιά· όμως όχι, ας μην κάνω πλάγιο πολιτικό σχόλιο,ας μη γκρινιάξω για την ασχήμια του κόσμου εδώ και τώρα, η Μαρία Γιαγιάννου μου έδωσε μια απρόσμενη ανάσα με το βιβλίο της,της είμαι ευγνώμων.
Η συγγραφέας γεννήθηκε το 1978, ανήκει επομένως ηλικιακά σε μια  μεγάλη και δραστήρια ομάδα λογοτεχνών που επιχειρούν και σε άλλες τέχνες(κυρίως το θέατρο έχω την εντύπωση)και από τους οποίους μπορούμε να περιμένουμε καλές συνέχειες γιατί ήδη έχουμε ελπιδοφόρα πρώτα,δεύτερα και τρίτα δείγματα δημιουργίας. Η Γιαγιάννου έχει, όπως διαβάζω, σπουδές Πολιτιστικής Διαχείρισης και Φιλοσοφίας της Τέχνης στο ενεργητικό της,αφετηρίες ευχάριστα διακρινόμενες στον ενδιαφέροντα τρόπο με τον οποίο δομεί και ταυτόχρονα αποδομεί εύστοχα και με παιχνιδιάρικες θεατρικότροπες ατάκες το κεντρικό της θέμα,τον Έρωτα,φτιάχνοντας ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό εξομολογήσεων και σκέψεων,μια γιορτή (συν)αισθηματικών εκρήξεων,μια ενδεχομένως παρεξηγήσιμη⁴ όμως γοητευτική γλωσσική αλληγορία της οποίας τα συγκοινωνούντα δοχεία/μέρη που έλεγα πιο πάνω φέρουν τους εξής απίθανους τίτλους, προϊδέαση για το τι (μπορεί να)περιέχουν:
 .

Γλωσσολογία,
Ονοματολογία,
Παθοφυσιολογία,
Μουσικολογία,
Μυθοπλασία Μέρος Α,
Βυζαντινισμός,
Οφθαλμολαγνεία,
Μπαγιατολογία,
Ταπερολογία,
Επιστολογραφία,
Μυθοπλασία Μέρος Β,
Θεολογία,
Φυλολογία,
Εμπειρισμός,
Πολιτειολογία,
Μυθοπλασία Μέρος Γ,
Σημειολογία.

Η Γιαγιάννου- όταν ολοένα και περισσότεροι στρέφονται πχ στην κρίση για να καλύψουν όπως όπως την θεματική τους ένδεια-,ασχολείται με καθαρότητα λόγου,εντιμότητα ιδέας,τσαγανό και φινέτσα με τον πλάνητα έρωτα των ηρώων της, Άγη και Ερατώ διαλέγει να τους λέμε,ζευγαριού που συνομιλεί ερωτικά και μπορεί να υπήρξαμε ή να γίνουμε κι εμείς ανά πάσα ώρα και στιγμή και σε κάθε χρονική συγκυρία, σε χρόνια πολέμου και ειρήνης το ίδιο πιθανά,δίχως αυτό να σημαίνει ότι τα υποκείμενά της,αυτοί οι δυο ή οι εν δυνάμει εμείς δεν είναι/είμαστε πολιτικά όντα ή δεν παίρνουν/με είδηση τι άλλο συμβαίνει ή δεν συμβαίνει στον μικρό μεγάλο μας κόσμο όταν αυτός καίγεται και μονίμως τελικά -Ιστορία το λένε-, συνταράζεται συθέμελα.
.

Με την Οικουμένη μας ξαπλωμένη σαν βρεγμένη Δανάη σε χρυσά σεντόνια,απλώναμε τα πόδια στην Ανατολή και το κεφάλι στη Δύση.Φιλούσε ο ένας τα πόδια του άλλου και τα παίνευε που κατάφεραν να περπατήσουν μέχρι τα δικά του.Αργότερα ,όταν το Σώμα μας ανέλαβε τον προεδρικό του θώκο, ενώνοντας τις δυο σωματικές δεσποτείες σε μια,και οι ατμοί της ηδονής έγιναν λιγότερο παραισθησιογόνοι,αρχίσαμε να φεύγουμε πότε πότε από τα ανατολικά για να εκδράμουμε στη δυτική πλευρά του Σώματός μας.Εκεί συναντούσαμε το μυαλό μας.Περιπλανώμενοι,παίζαμε τον αυλό του Διονύσου κι όμως μέσα από το σουραύλι του ακουγόταν η άρπα του Απόλλωνα!Καθώς ψάχναμε τις μελωδίες της σάρκας, όλο και πιο συχνά πέφταμε πάνω σε μυαλωμένους στίχους.Όσο γνωριζόμασταν,ο αμανές γινόταν σταδιακά σονέτο.(Γλωσσολογία,σελ.9). 

Λες κάποτε η παραγωγή να πάψει;Όλα αυτά να γεράσουν; Λες να γεράσουμε;Μπα.Να ξεφουσκώσουμε; Αποκλείεται.Να στεγνώσουμε και να συρρικνωθούμε;Αδύνατον. Να γίνουμε δύο ξεχωριστά ξερά κριτσίνια σε μια λιγδιασμένη σακουλίτσα;Ή,ακόμα χειρότερα, σε δύο λιγδιασμένες σακούλες;Λες να γίνουμε εκείνες οι μπαγιάτικες φραντζόλες ψωμί που φύλαγε η γιαγιά μου μέχρι που γίνονταν παξιμάδι;Τις κρατούσε στην ψωμιέρα ως κόρα οφθαλμού.Τότε θα έχουμε μιαν άλλη αξία,αυτή της μπαγιάτικης φραντζόλας που είναι στριμωγμένη δίπλα στην άλλη μπαγιάτικη φραντζόλα και οι δυο τους μαζί διατηρούν για κάποιον στον κόσμο(τη γιαγιά μου ή κάποια άλλη θεωρητική γιαγιά ή ίσως το παιδί μας ή το θεωρητικό παιδί μας)μια ιερότητα,σαν άγια λείψανα,που δεν φουσκώνουν πια ούτε τρώγονται ούτε αυτοτρώγονται,όμως υπάρχουν ακόμα μέσα στην ψωμιέρα σε μια κατά- σταση που προσεγγίζει κάπως την θαλπωρή.Μας φαντάζομαι και τους δύο μέσα στην ψωμιέρα μας να δίνουμε στεγνά φιλιά και να μας τρέχουν τα σουσάμια.Είμαι μάλλον τρελή που ακόμα κι αυτό μου φαίνεται ωραίο. Σ΄αγαπώ,δεν θυμάμαι αν σου το είπα.Όποια λέξη κι αν σηκώσεις, αυτό θα βρεις.Όλος ο κόσμος είναι ένα καμουφλάζ για τα ζυμαρένια σ΄ αγαπώ μου σου.(Τί θα πει το θεωρητικό παιδί μας; )(Μπαγιατολογία,σελ.41) 

 .
Την μειλίχια μα διόλου αμελητέα μαστοροσύνη της η τολμηρή Γιαγιάννου δεν την περιφέρει ασκόπως ή προς επίδειξη -τι ωραία που είναι τα ελληνικά σας μικρή μου κυρία-στις 75 σελίδες του πυκνού Μπαλαντέρ της. Προσαρμόζει με διακριτικότητα μα δίχως να χάνει το τέμπο της-αυτό το μάλλον γρήγορο- την εικαστικότητα/πλαστικότητα του προσωπικού της ύφους στο βαθύτερο νοηματικό περιεχόμενο του λόγου που αρθρώνει και δεν διστάζει να αλλάξει τον ρυθμό όταν κι όπου χρειάζεται για να τονίσει ή να λειάνει κάτι.

Άγουρο πρωινό μου ξυπνητήρι της συνείδησής μου και λαχταριστέ μου ύπνε νύστα γλυκιά μου και όνειρο ξύπνιο μου μάτια μου ψυχή μου λατρεία μου άγγελέ μου φύση της φύσης μου ανεκτίμητο πλάσμα εσύ…..

και πιο κάτω

…..ροδισμένο καλοκαίρι μου άγριε πρωτόγονε χειμώνα μου χλωμό μου πρόσωπο σήμα καπνού και καθιστή αρκούδα μου μουσική μου καφεδάκι μου πρωινό τσαγάκι μου γάλα του είναι μου μεθυσμένο κρασί μου τσιγαράκι του διαλείμματός μου αλύγιστό μου γόνατο ….(Θεολογία,σελ.54)

.
Το βιβλίο της Γιαγιάννου είναι γεμάτο εκπλήξεις, εναλλαγές, ανεβοκατεβάσματα της διάθεσης που περνάνε αβίαστα και στον αναγνώστη που σύντομα μπαίνει στο παιχνίδι. Η αφηγήτρια (μια Ερατώ/κορίτσι/γυναίκα/άνθρωπος)μιλάει κυρίως σ΄εκείνον(έναν Άγη/αγόρι/άντρα/άνθρωπο)-αντικείμενο του πόθου της,καταφύγιο της αγάπης της,ακόνι της ζήλιας της,νερό της ύπαρξής της κι άλλα πολλά-, πότε πότε στρέφεται σ΄εμάς που είμαστε πολυποίκιλο κοινό εκτός σκηνής και χορός εντός και μη μπορώντας να πράξουμε αλλιώς συμπάσχουμε ξέροντας εξάλλου από πρώτο χέρι τι μας αφηγείται -και τέλος μιλάει και στον εαυτό της.Θυμώνει,μένει χαλαρή,αστειεύεται ή κοροϊδεύει, επιτίθεται, αμύνεται, καλοπιάνει, μετανιώνει για κάτι που ξεστόμισε,το ξανασκέφτεται και ή το παίρνει ολότελα πίσω ή, πιο συχνά, το ξαναπλάθει επίμονα σε λέξεις,άλλες λέξεις,καινούργιες λέξεις,συνεχώς λέξεις. Οι λέξεις είναι το μαγικό της υλικό,η γλώσσα είναι η φόρμα τους,η ευτυχία ο προορισμός τους. Η μυθοπλασία το μέσο για να περάσουν στον αναγνώστη τα φορτία,τα συναισθήματα Ο Άγης και η Ερατώ είναι οι ρόλοι που σηκώνουν το βάρος σ΄αυτές τις σελίδες της Γιαγιάννου κι όλοι οι άλλοι είναι/είμαστε κάπου και παντού στο Σύμπαν,εξίσου πρωταγωνιστές,όροι της αιώνιας εξίσωσης, επαλήθευση ή κατάρρευση του ίδιου ατελέσφορου ή αν θέλετε προδιαγεγραμμένου πειράματος,αυτοί οι τύποι που συναπαντιούνται όπως λέει η αφηγήτρια στο Σατυρικόν του Φελίνι και το χαρέμι του Σουλεϊμάν, σάτυροι, ανοικονόμητοι εραστές.
.

Κι άλλοτε ελαφραίνουμε κι είμαστε εμείς τα χαρτονόμουτρα,καραγκιοζάκια κανονικά, πολύσπαστα κι επίπεδα ή από ψημένο δέρμα τεντωτό,αθώα κι έρμαια,που φιλιόμαστε χορεύοντας κωμικά μέσα από το πανί,με τους απέξω να χαζεύουν τις ακοινώνητες σιλουέτες μας.(Βυζαντινισμός,σελ.38) 

Κι αν στην Θεολογία οι λέξεις της Γιαγιάννου γίνονται ακόμα και μουσικά όργανα -τις ακούς τις νότες διαβάζοντας φωναχτά- και στον Βυζαντινισμό αντίδοτο στη μιζέρια των ψεμάτων της επικαιρότητας και κάπου αλλού κάτι άλλο, μπορεί ζόρικο μα τελικά ευφρόσυνο ,στη Σημειολογία εναποτέθηκαν για το γενναιόδωρο κλείσιμο τα καλύτερα: διαυγείς σκέψεις στις οποίες εμπλέκονται υπέροχα ο Μπαρτ,ο Μπαλαντέρ και κείνο το θεϊκό και ανυπέρβλητο Σ΄αγαπώ των ανθρώπων.

………………………………………………………………………………………………………………………
²Κι όσο περνάει ο καιρός γίνεται πιο πολύτιμο γιατί δεν είναι βιβλίο-προϊόν,δεν έχει ημερομηνία λήξης. Σε βάζει ο εξαποδώ  ν΄ανοίξεις ας πούμε τηλεόραση και πέφτεις πάνω στον Μπογδάνο που κάτι λέει για τον Τραμπ. Το κιτς και μόνο σε πλακώνει, τόνοι ασήκωτοι, φρικάρεις. Καλά να πάθεις διότι κι εσύ πήγες γυρεύοντας. Ανακαλείς τον «Μπαλαντέρ» και χαμογελάς, σκέφτεσαι ότι η ζωή (μπορεί να) έχει και όμορφες πτυχές και ανασαίνεις και αν σκεφτείς και πιο πέρα και κυρίως περισσότερο κριτικά για όλα αυτά γύρω μας ακόμα καλύτερα.
⁴Γιατί έγραψα παρεξηγήσιμη;Διότι βλέπω να επικρατεί η άρνηση για ό,τι δεν μας είναι συγκυριακά χρήσιμο ή δεν το κατανοούμε ή απλώς δεν μας εκφράζει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή που το διαβάζουμε(κι ας δηλώνουμε ότι συμφωνούμε πως δεν ταιριάζουν όλα σε όλους και πως όσα ατομικά δεν μας ταιριάζουν ή μας ταιριάζουν δεν είναι απαραιτήτως κακά ή στην δεύτερη περίπτωση καλά). Πιθανόν ρόλο να παίζουν οι ακαταλαβίστικες παρουσιάσεις που τελικά διώχνουν τον αναγνώστη. Σ΄αυτή την χώρα εδώ και χρόνια καλά βιβλία οδηγούνται στην καρμανιόλα επειδή παρουσιάζονται ομφαλοσκοπικά από ανθρώπους που μπορεί να έχουν καλές προθέσεις μα πασχίζοντας να βρουν αναγνώριση από το σινάφι τους δεν σκέφτονται ότι με τις φανφάρες τους τα παραμορφώνουν,τα κάνουν κάτι που δεν είναι-ανούσια κουλτουρολογήματα σαν τα γραπτά τους-και τελικά τα στερούν από τον φυσικό,τον μόνο ανιδιοτελή αποδέκτη και κριτή τους, τον αναγνώστη).
Β. Γ.
05/12/16

Advertisements