Όταν έκλαψε το άλογο

Όταν έκλαψε το άλογο

 

«Ποτέ δεν φτάνει ο χρόνος,

ποτέ δεν φτάνουν τα λεφτά.

Πρέπει να συγκεντρωθώ.»

 

Μπέλα Ταρ

 

         Πόσος χρόνος μας μένει; Μπορούμε να διαθέσουμε δυόμιση ώρες; Φυσικά μπορούμε. Εικοσιτέσσερις ολόκληρες ώρες έχουμε. Και τις διαθέτουμε. Όμως, σε τι; Και, από αυτές τις εικοσιτέσσερις, πόσες μπορούμε να διαθέσουμε στη σιωπή;

          Η παύση δεν είναι εύκολο επίτευγμα. Ιδίως όταν ζεις live. Όταν ζεις διαρκώς επιτόπου, δεν υπάρχει περιθώριο για νεκρό χρόνο. Στο ανεπιθύμητο και μάλλον απίθανο κενό την ώρα της μετάδοσης, μπορεί να γκρεμοτσακιστεί κάτι περισσότερο από την τηλεθέαση. Μπορεί να ανατραπεί η ίδια η σύγχρονη κοσμοθέαση, η οποία βασίζεται στην πλησμονή του χρόνου, στο παραγέμισμά του. Στην τηλεοπτική μας ζωή, μόνο κάποια κλάσματα δευτερολέπτου προλαβαίνουν να απλωθούν, ως αδιόρατοι εισβολείς μεταξύ λέξεων ή δράσεων, μπλοκάροντας το γρανάζι του χρόνου. Μόνο η μικρότερη μονάδα χρόνου μπορεί να επιβιώσει αμείωτη και ανέπαφη από δράση, σαν την ελάχιστη μονάδα γενετικού υλικού, που διατρέχει ανέμελα τις γενιές. Έτσι, το ανάλαφρο και ανέγγιχτο κλάσμα δευτερολέπτου διατρέχει τον ορυμαγδό οπτικών πληροφοριών, αθέατο και μυστικό, διασώζοντας την ελάχιστη παύση. Είναι ο επίσημος ελεύθερος χρόνος, το μόνο ανεκτό κενό. Σέβομαι το κλάσμα δευτερολέπτου για την τεράστια διάρκειά του, αλλά δεν αρκεί.

          Μπροστά στο μεγαλύτερο κενό, αυτό που αφήνει η ενδεχόμενη διακοπή οπτικής, λεκτικής και σωματικής δράσης, ο θεατής, ο οποίος, μεταξύ προβολών, δεν παύει να διεκδικεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του, κοιτά αμήχανος. Δεν θα σταθώ στους μηχανισμούς με τους οποίους ο κινηματογράφος εκπαιδεύει την όραση και τις φαντασιώσεις ούτε και θα ασχοληθώ με την τηλεόραση. Ψάχνω μια ευκαιρία να μιλήσω για τον πειραγμένο χρόνο. Αναζητώντας τρόπους για να ζήσω καλύτερα και περισσότερο, προσπαθώ, πειράζοντας τον χρόνο μου, να τον αναβαθμίσω. Όχι για να τρέχει πιο γρήγορα, όπως ένα πειραγμένο αμάξι, αλλά για να τρέχει πιο αργά. Στην ταινία «Το άλογο του Τορίνο» βρήκα την τέλεια αφορμή. Πρόκειται για μια ταινία που απαιτεί κάτι περισσότερο από δυόμισι ώρες για να την δεις. Χρειάζεται να πειράξεις το εσωτερικό σου ρολόι, ίσως και να το καταργήσεις, για να ανακαλύψεις μια άλλη πλευρά του εαυτού σου. Την πλευρά που δεν χρειάζεται να μετράει τον χρόνο, γιατί είναι χρόνος η ίδια. Τίποτα εξάλλου δεν είναι πιο χρονοβόρο από τη ζωή. Εν ζωή, άλλη επιλογή δεν έχουμε.

 

          Ο θεατής, μετά το Χόλιγουντ, κρατάει κινηματογραφική απόσταση από τον εαυτό του. Παρακολουθεί τις δράσεις του ως κεντρικού ήρωα με συγκεκριμένο στόχο, τον οποίο προσπαθεί να πετύχει, κάνοντας άλματα πάνω από τα μεγάλα κενά χρόνου. Έτσι, όταν η κεκτημένη ταχύτητα τον οδηγεί σε ένα από αυτά τα κενά, είναι εντελώς απροετοίμαστος για την αιφνίδια πτώση στη χαράδρα του στοχασμού. Όπως ακριβώς συμβαίνει με το προσφιλές κογιότ και το μπιπ-μπιπ. Το κογιότ είμαστε εμείς, το μπιπ-μπιπ είναι ο στόχος μας και η χαράδρα είναι η χαράδρα. Αυτό που προτείνω ταπεινά είναι ενίοτε να κάνουμε στόχο μας τη χαράδρα. Υπάρχει περίπτωση στον πάτο της να βρούμε ολόκληρο κοπάδι από πλουμιστά μπιπ-μπιπ.

          Λίγα ερεθίσματα σε φέρνουν σήμερα αντιμέτωπο με την χαράδρα του στοχασμού. Είναι εκείνα που σε αναγκάζουν να δώσεις δωρεάν χρόνο, χρόνο για τον οποίο δεν θα πληρωθείς. Ούτε κολλαριστή αποζημίωση θα λάβεις ούτε θα αντλήσεις την ικανοποίηση του αποδοτικού time management μιας cost-effective δραστηριότητας. Αν δώσεις πραγματικά αυτό τον χρόνο, πράγμα σπάνιο, θα πληρωθείς με πληρότητα, την πληρότητα στην οποία σε οδηγεί το κενό. Κενό, που θα γεμίσεις εκπαιδεύοντας π.χ. τα μάτια και τα αυτιά σου, ώστε να γίνουν σκεπτόμενοι δέκτες. Για να είμαι ακριβής, τα ερεθίσματα που σε οδηγούν σε αυτή την κατάσταση δεν είναι ακριβώς ερεθίσματα, απλούστατα διότι δεν ερεθίζουν, δεν εξιτάρουν, δεν παροτρύνουν σε θερμόαιμη κατανάλωση. Θα τολμούσα μάλιστα να τα ονομάσω αντερεθίσματα.

          Επιτρέψτε μου να καταθέσω μια πρόχειρη λίστα. Η μουσική του Σούμπερτ, η λογοτεχνία του Προυστ, ο Μαραθώνιος αγώνας δρόμου, τα ανώτερα μαθηματικά, η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, η γιαπωνέζικη ιεροτελεστία σερβιρίσματος του τσαγιού, η φιλοσοφία του νου, οι αλλεπάλληλες απόπειρες επικοινωνίας με ένα αυτιστικό παιδί, η σκληρή προπόνηση μιας μπαλαρίνας, η όπερα Δον Κάρλος του Βέρντι, τα τριάντα χρόνια γάμου, η πολύωρη αναμονή για ένα πολυπόθητο εισιτήριο, ένας πίνακας του Ρόθκο, η αργή ανάγνωση ενός χαϊκού, το Καφέ Μύλλερ της Πίνα Μπάους, ο Βυσσινόκηπος σε τρίωρη παράσταση στα ρώσικα με ελληνικούς υπέρτιτλους, μια ταινία του Αγγελόπουλου, ένα τριήμερο μαγειρέματος για ένα τραπέζι, μια ολόκληρη βροχερή ημέρα κοιτώντας τη θάλασσα, μία ώρα μέσα στο αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας, ένα απόγευμα ως Γκυ Ντεμπόρ σε κατάσταση αρχικής μέθης, μια Αυγουστιάτικη μέρα στην Αθήνα με ανεμιστήρα και όχι αιρ-κοντίσιον, μια χελώνα που περνάει την άδεια λεωφόρο, το άκουσμα της αναπνοής του αγαπημένου προσώπου την ώρα που κοιμάται, η ανάβαση στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας εξίμιση το χάραμα, το κέντημα στον αργαλειό της Πηνελόπης, η ηλικία ενός ελατοδάσους, η ομηρική περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα.

          Οπωσδήποτε, μεταξύ των ισχυρότερων αντερεθισμάτων, εκείνων που σε καλούν ευγενικά, όσο και αδιάφορα, χωρίς καμία διάθεση προσηλυτισμού, να αφιερώσεις πολύ χρόνο χωρίς να απολαύσεις άμεσα αποτελέσματα, δηλαδή σε προσκαλούν να υπομείνεις την αργόσυρτη βελτίωσή σου, δεσπόζει η τελευταία ταινία του Ούγγρου σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ, «Το Άλογο του Τορίνο».

          Η ζωή μας συμβαίνει on air και κάτω από την δική μας κινηματογραφική επιτήρηση. Μετράμε τη ζωή σε χρόνο χόλιγουντ, ανθόσπαρτο με κινηματογραφικές προσδοκίες, χωρισμένο σε διαχειρίσιμες σεκάνς, με στόρι που να βγάζει νόημα και να δίνει νόημα. Είναι πράγματι σπάνιο κι εκπληκτικό όταν έρχεται ο ίδιος ο κινηματογράφος να καταδείξει τον κινηματογραφικό ρυθμό στον οποίο ζούμε, με το να είναι ο ίδιος πιο κοντά στον πραγματικό χρόνο της ζωής απ’ όσο είναι η ίδια η ζωή μας. Αυτό, μεταξύ άλλων, πετυχαίνει η τελευταία ποιητική συλλογή ανεμοδαρμένων λήψεων του Μπέλα Ταρ.

          Ο αδιαπραγμάτευτος θαυμασμός της ευστροφίας, της ετοιμόλογης απάντησης, του έξυπνου αστείου, της γρήγορης προσαρμογής στα νέα δεδομένα, η εκμάθηση της αναλογίας χρόνου και χρήματος και η μελετημένη εφαρμογή της στην αποτίμηση της εργασίας και της απόλαυσης, η αντιμετώπιση του ελεύθερου χρόνου ως άδειου καροτσιού του σούπερ μάρκετ, μετατρέπουν τις επιλογές της καθημερινότητας σε καταναλωτικά προϊόντα. Όμως καθημερινότητα σημαίνει ζωή. Μας διαφεύγει συχνά αυτό. Η ζωή δεν έπεται της τρέχουσας καθημερινότητας, όπως το ανανεωτικό αφρόλουτρο που περιμένουμε μετά από μια μέρα πηλοφόρι και μυστρί. Είναι το ίδιο το πηλοφόρι και μυστρί. Πράγματι η πλειονότητα των πηλοφόρων και μυστριοφόρων δεν απολαμβάνουν – τι παράξενο –  την οκτάωρη δουλειά στο γιαπί ωσάν να ήταν ανανεωτικό αφρόλουτρο. Με άλλα λόγια, δείχνει σχεδόν αδύνατον να εκλάβεις τη δουλειά ως απόλαυση. Ως εκ τούτου, μετά τη δουλειά αποζητά κανείς την απόλαυση, σε ό,τι κι αν αυτή μεταφράζεται. Στην μητρική μας γλώσσα, την νεοελληνική, μεταφράζεται σε ευκολία. Όπως είναι αναμενόμενο, χωρίζει κανείς την άσχημη και δύσκολη καθημερινότητα που ζει, από την όμορφη και εύκολη ζωή που προσδοκά.

          «Δεν φτάνει που έχει κακό φαγητό, έχει και μικρές μερίδες» λέει ο Γούντι Άλλεν από το εστιατόριο του νευρωτικού του σύμπαντος και συνοψίζει, εκών άκων, τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη ζωή. Δεν φτάνει που είναι μαύρη, είναι και σύντομη. Στον Μπέλα Ταρ εκτός από μαύρη είναι και μακριά… Σε τελική ανάλυση όμως, δεν μας πάει η καρδιά να παραδεχτούμε ότι θα είναι έτσι για πάντα, γι’ αυτό τα ρίχνουμε στην κακή καθημερινότητα, ώστε η ιδανική ζωή να εξακολουθήσει να φεγγοβολάει στο βάθος, ακέραιο χρυσό νόμισμα, και να αποτρέπει την χρεοκοπία των ονείρων μας. Το ιδανικό Ζωή-μετά-την-καθημερινότητα μάς κρατάει αισιόδοξους. Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να αναζητούμε την ευτυχία, πέραν του να την τοποθετούμε αιωνίως σε μελλοντικό χρόνο ή να την συνδέουμε με τις ευκολίες που οδηγούν, από κρυφό δρόμο, σε πνευματική νωθρότητα. Η καλλιέργεια της σχέσης με τη νόηση και τις αισθήσεις μας, προϋποθέτει χρόνο. Χρόνος υπάρχει (χρήματα όχι) και βρίσκεται μέσα στις δράσεις μας. Παράγεται μέσα μας και κανείς δεν μπορεί να μας τον διαρρήξει. Φτάνει να θυμόμαστε οι ίδιοι τον συνδυασμό και το θησαυροφυλάκιο ανοίγει. Πρόκειται για τον δικό μας, εντελώς προσωπικό, πειραγμένο χρόνο.

          Ο χρόνος έπαψε να μεταφράζεται σε χρήμα. Η ανεργία φέρνει χρόνο, και μαζί φέρνει άγχος και κατάθλιψη. Υπάρχει όμως κάτι αγχολυτικό και μαζί ενδιαφέρον, βαθύ και ανθρώπινο, που αντικαθιστά το χρήμα και πληρώνει αδρότερα. Η τέχνη. Και ακόμα γενικότερα, η τέχνη του χρόνου. Ο χρόνος μπροστά στην τέχνη και η τέχνη του χρόνου έχουν την ικανότητα να σε μεταφέρουν νοερά σε ένα καθεστώς απόλυτης δημοκρατίας, γιατί ελευθερώνουν το μυαλό σου μέχρι τα όριά του. Ο δύσκολος άδειος χρόνος μπορεί μακροπρόθεσμα να κάνει τη ζωή μας πιο εύκολη. Ή τουλάχιστον, πιο ουσιαστική.

Οι Πατατοφάγοι του Μπέλα Ταρ

          «Πρώτα πάει το άλογο κι ύστερα το κάρο» αναφώνησε κυβερνητικό στέλεχος σε γνωστή δημοσιογράφο, θέλοντας να πει ότι το ενδεχόμενο της πτώχευσης δεν είναι ακόμα επίκαιρο. Το κάρο είναι αρκετά μακριά. Τώρα βρισκόμαστε στη φάση άλογο. Στην ταινία του Μπέλα Ταρ συμβαίνει η εξής ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Σε μια ύστατη προσπάθεια της διμελούς οικογένειας να εγκαταλείψει την καλύβα της, και με το άλογό της απολύτως ανήμπορο, η κοπέλα ζώνεται το φορτωμένο κάρο, ο πατέρας σπρώχνει από το πλάι, ενώ το άλογο ακολουθεί τελευταίο. Ένα οικόσιτο, βοηθητικό ζώο, απογυμνωμένο από κάθε χρησιμότητα, μετατρέπεται σε ισότιμο μέλος της οικογένειας. Η εξαθλίωση το κάνει άνθρωπο. Η φτώχεια, ή αλλιώς η πτώχευση, σαν παμπάλαιο κάρο γεμάτο ματαιωμένα σχέδια για ζωή, προηγείται κι από πίσω της σέρνει κουφάρια. Τρία κουφάρια που όμως είναι μαζί. Το άλογο, ο πατέρας και η κόρη, ισότιμοι μπροστά στην ερήμωση. Το παρελθόν σέρνει τα πόδια του, το παρόν ανάπηρο μα αποφασισμένο και το μέλλον οδηγός. Όσο για το κάρο, είναι το φορείο της πατάτας, της μοναδικής ελπίδας για επιβίωση.

          «Το άλογο του Τορίνο» είναι μια ταινία που βλέπεται με δύο τρόπους. Από μέσα προς τα έξω και από έξω προς τα μέσα. Αν την δεις σαν να είσαι κι εσύ μέσα στα πλάνα της, εμπλέκεσαι πολύ βαθιά στο πρόβλημα της επιβίωσης. Εκεί μέσα ζεις το αρνητικό των έξι ημερών της Δημιουργίας του κόσμου, δηλαδή τις έξι ημέρες πριν την Καταστροφή. Φυσικά, η ταινία σταματάει πριν μας δείξει την έβδομη, την ημέρα που τελειώνει ο άνθρωπος. Αν μας την έδειχνε, θα ήταν σαν να ονειρευόμαστε ότι πεθαίνουμε, πράγμα αδύνατον. Μέχρι τελευταία στιγμή οφείλουμε να επιβιώσουμε.

          Ο άλλος τρόπος να δεις την ταινία είναι από έξω προς τα μέσα, δηλαδή καθισμένος στην άβολη καρέκλα του (θερινού ας πούμε) σινεμά, με μπίρα, τσιγάρο, φεγγάρι και κουνούπια. Άκρως εποικοδομητικός τρόπος, διότι τότε, κατά τη γνώμη μου, διαπιστώνεις πως η ταινία μιλάει για τον χρόνο. Ένα εξωτερικό γνώρισμα της ταινίας, η διάρκειά της, αναβαθμίζεται σε δομικό στοιχείο της. Από αυτή την άποψη, η ταινία είναι η διάρκειά της. Μόνο σε καταστάσεις που διαρκούν πολύ αναγνωρίζουμε τον χρόνο, ο οποίος μέχρι τότε μένει άφαντος. Η εμφάνιση του χρόνου είναι ιερή στιγμή, σαν να βλέπουμε γυμνή την θεά Άρτεμη. Πρέπει να κοιτάμε με σεβασμό, για να μην μας αντιληφθούν οι φύλακες του χρόνου και μας κατασπαράξουν, όπως την πάτησε ο ηδονοβλεψίας Ακταίων. Και στους δύο τρόπους θέασης, με εστίαση στην επιβίωση ή στην αντίληψη του χρόνου, το αντερέθισμα αυτό μας αφορά. Αφορά τον Έλληνα του 2011.

          Το ζήτημα της επιβίωσης στο κατώτατο όριο βιοτικού επιπέδου αφορούσε και τον Ολλανδό του 1885. Ο Βίνσεντ Βάν Γκόγκ ζωγραφίζει τότε τους «Πατατοφάγους», έναν από τους πρώτους μεγάλους του πίνακες, στον οποίο απεικονίζει το γεύμα μιας οικογένειας ανθρακωρύχων, εξαθλιωμένων από την φτώχεια, που αρκούνται στην μόνη τροφή που μπορούν να προμηθευτούν, τις πατάτες. «Οι πατατοφάγοι» του Βαν Γκογκ μοιάζουν με κομμάτια γης που αποσπάστηκαν για λίγο από το λασπωμένο ορυχείο, και μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι για να κάνουν το καθήκον τους, δηλαδή να επιβιώσουν, προτού επιστρέψουν στο χώμα. Είμαστε ό,τι τρώμε, είναι σαν να μας λέει ο χρωματοδίαιτος Βαν Γκογκ, επιβεβαιώνοντας δραματικά τους σύγχρονους διαιτολόγους. Σύντομα διαπιστώνουμε πως οι πατατοφάγοι του είναι οι ίδιοι πατάτες, μια ομάδα λερωμένα γεώμηλα, στερημένα από βούληση, αναγκασμένοι να επιβιώνουν σαν φυτικές προεκτάσεις μιας υπόγειας δραστηριότητας.

         

        Θεωρώ πως ο Μπέλα Ταρ είναι ο καλλιτέχνης που «ζωντάνεψε» τους «Πατατοφάγους». Από την εικαστική οικογένεια των πέντε συνδαιτυμόνων έχουν μείνει μόνο δύο. Ο πατέρας και η κόρη, έπειτα από αρκετά χρόνια ανόρεκτης πατατοφαγίας, επαναλαμβάνουν το ίδιο γεύμα καθημερινά. Μια καυτή πατάτα κάθε μέρα είναι σχεδόν το μοναδικό τους στήριγμα. Η επανάληψη των διαδικασιών επιβίωσης είναι η μόνη τους επιλογή. Το άλογο τους, το ταλαίπωρο πλάσμα που αγκάλιασε κλαίγοντας ο Νίτσε, θέλοντας να το σώσει από τις καμτσικιές του αμαξά του, λίγο πριν παραδοθεί στην βουβαμάρα, είναι το πρόσωπο εκείνο – επιτρέψτε μου να το θεωρώ πρόσωπο – που πρώτο θα σταματήσει να τρώει. Σαν να του μετέδωσε ο φιλόσοφος την επίγνωση του κενού, εγκαταλείπει την συνήθεια του να ζει κι απλώς περιμένει.

          Σε αυτή την γκρίζα ταινία έξι κεφαλαίων, όπου το κάθε κεφάλαιο ανακεφαλαιώνει το προηγούμενο κεφάλαιο, ενώ οι ήρωες ανταλλάσσουν συνολικά δέκα φράσεις σε ένα σκηνικό οριακής αξιοπρέπειας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μιαν εξαντλητική, παρ’ ότι στάσιμη, καθημερινότητα. Φαινομενικά δεν υπάρχει καμία σχέση με την πραγματική ζωή μας. Ακόμα κι αν όντως ζούμε στη μέση του πουθενά κουβαλώντας τα ίδια σημεία εξαθλίωσης, οπωσδήποτε εμείς έχουμε τουλάχιστον τηλεόραση. Κι αυτό τα αλλάζει όλα. Ο χρόνος μπροστά στην tv δεν είναι εξαντλητικός, αλλά αντιθέτως εύκολος, και ενώ είναι άδειος, μοιάζει γεμάτος. Στην ταινία, διαθέτουν μόνο ένα στενό παράθυρο που ποτέ δεν λέει ψέματα. Μπροστά σ’ αυτό το κάδρο που απεικονίζει τον αέρα, τίποτα δεν παριστάνει το γεμάτο. Μέσα στο κενό, ο Ταρ συνθέτει μαζί τους μια απλή, απολύτως απέριττη, καθημερινότητα. Αρκετά χειρότερη από αυτή που άμεσα μας περιμένει.

          Το άλογο του Τορίνο είναι αργό και ζει σε αχυρένιο χρόνο, που είναι βρώσιμος αλλά άνοστος. Οι άνθρωποι πληρώνουν τα αμαρτήματα των προπατόρων τους, έχοντας αναλάβει το χρέος να κλείσουν τον κύκλο ζωής της ανθρωπότητας. Ο Νίτσε έκλαψε γιατί είδε το άλογο να κλαίει. Έπειτα σιωπή. Εμείς, βλέποντας το άλογο να κλαίει, ας μην βουβαθούμε, ας αναγεννηθούμε εκ βαθέων, ας ανοίξουμε το στόμα μας για να υποδεχτούμε την καυτή πατάτα του χρόνου. Καίει, αλλά με αυτή θα ζήσουμε. Δεν χρειάζεται να είναι ογκρατέν, αρκεί να μην χρειαστεί να την φάμε με τα χέρια και να έχει λίγο αλατοπίπερο. Μαζί με την πατάτα, δεν αποκλείεται να εκτιμήσουμε και την γη όπου φύεται.

          Εξετάζοντας ακροθιγώς το ζήτημα της απόλαυσης του να επιβιώνεις και θεωρώντας την τέχνη μια αποτελεσματική μέθοδο πνευματικής επιβίωσης, πλησιάζω στο συμπέρασμα ότι οι τηλεοπτικές «νοικοκυρές της Αθήνας» είναι στην ίδια ή και χειρότερη πνευματική μοίρα από τους πατατοφάγους του Μπέλα Ταρ. Νομίζω πως έφτασε ο καιρός να βρούμε επιτέλους ένα σωστό όχημα, ούτε ακριβό διθέσιο αλλά ούτε και κάρο. Οι προβληματισμένοι – και προβληματικοί ενίοτε – φιλοθεάμονες, κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε χειρότερη πνευματική ένδεια από τις εν λόγω νοικοκυρές, αν δεν μάθουμε να ανανεώνουμε τα βασικά κίνητρα της ύπαρξης, δίνοντας χρόνο στην αυτοεκπαίδευσή μας μπροστά σε ισχυρά αντερεθίσματα. Το άλογο του Τορίνο μας «στέλνει τα χρεμετίσματά του» και μας συμβουλεύει με τον πιο άδολο τρόπο.

  Μ. Γ.

Ιούνιος 2011

 (Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Acidart)

Advertisements

2 thoughts on “Όταν έκλαψε το άλογο

  1. Πραγματικά προσπαθώ να αποφασίσω αν το άρθρο σου λειτουργεί ως ερέθισμα ή ως αντερέθισμα… Με ενθουσίασε (καθ’ ή παρ’) όλη τη διάρκεια ανάγνωσής του. 😉

    • Ορθή παρατήρηση! Νομίζω ότι ερέθισμα και αντερέθισμα είναι στην ουσία το ίδιο πράγμα, με μια βασική διαφορά στο ποσοστό συμμετοχής του «δέκτη», που στην δεύτερη περίπτωση είναι αυξημένο. Μακάρι το άρθρο να επιτυγχάνει κάτι τέτοιο…Σ’ ευχαριστώ πολύ για το εύστοχο σχόλιο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s