Η αιώνια επιστροφή του Κιτς – Μέρος Γ’

 

Η αιώνια επιστροφή του Κιτς

 

Μέρος γ’ & τελευταίο

 

 

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ”Αξία”, 13/08/11)

 
 

Ο χρυσελεφάντινος καναπές της κόρης του Καντάφι

          

            Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι επικίνδυνο. Ότι μας έχει περικυκλώσει και πραγματοποιεί καθημερινή έφοδο στα μύχια του οίκου μας. Μοιάζει με παχύρευστη ετερογενή μάζα που, έρποντας μέχρι το κατώφλι μας, έχει συμπαρασύρει σπίτια, καταστήματα, εκκλησίες, γήπεδα, παραλίες, θέατρα, πλατείες, έχει ενσωματώσει τηλεοράσεις, μπιμπελό, προεκλογικές αφίσες, φιρμάτες μαϊμούδες, έχει εσωτερικεύσει τσολιάδες, εμπόρους, πολιτικούς, νοικοκυρές, ερωτευμένους, καλλιτέχνες, κομμώτριες,  και, όλους μαζί, τους κρατάει κολλημένους με μια πανίσχυρη μυρωδάτη τσίχλα.

           Ας μη γελιόμαστε. Όταν το Κιτς έρχεται στη ζωή μας, δεν είναι η πρώτη του φορά. Επιστρέφει πάντα στον τόπο όπου γεννήθηκε. Επιστρέφει στο κατώφλι απ’ το οποίο εφόρμησε. Η δυτική κοινωνία της κατανάλωσης, της μαζικής κουλτούρας και της πολιτιστικής βιομηχανίας είναι ο γεννήτορας του Κιτς, αλλά όλοι εμείς είμαστε οι τροφοί του. Δημιουργήσαμε όλοι μαζί ένα (υπέροχο και παντοδύναμο) τέρας. Αναγνωρίζουμε την τερατομορφία του, αλλά και πάλι το καλωσορίζουμε.

           Στο πρώτο μέρος της τριλογίας εντοπίσαμε την γλωσσική και κοινωνική προέλευση του φαινομένου, ενώ στο δεύτερο μέρος σταθήκαμε στα μορφικά χαρακτηριστικά του και διατυπώσαμε ένα ψυχολογικό ορισμό. Εδώ, θα εξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους υποδεχόμαστε το Κιτς, με έμφαση στην τέχνη, ενώ θα προσπαθήσουμε να δώσουμε στις αξιολογικές μας κρίσεις το σχήμα πολύ ψιλών αιχμών ώστε να διαπερνούν την έρευνα χωρίς να την καθιστούν διάτρητη.

 

Η αποθέωση του στυλ

 

  Διάρκεια ζωής

          Ό, τι είναι ισχυρό, δηλαδή πεισματάρικο κι ευέλικτο, μεταμορφώνεται συχνά προκειμένου να εξακολουθήσει να υπάρχει. Το marketing, έμπειρος προαγωγός του Κιτς, επιβεβαιώνει έμμεσα αυτό το γεγονός, με μια βασική διάκριση που κάνει προκειμένου να ορίσει τη διάρκεια ζωής των προϊόντων (Product Life Cycle). Από την εν λόγω διάκριση προκύπτουν οι κατηγορίες «fad», «fashion» και «style».               

           Για τα προϊόντα «fad» η ζήτηση κορυφώνεται μία φορά και μετά σβήνουν σαν διάττοντες αστέρες στον ουράνιο θόλο της αγοράς. Ο κύκλος ζωής της κατηγορίας «fashion» είναι μεγαλύτερος, αλλά οδηγεί σε μια αναπότρεπτη πτώση. Μια μόδα μπορεί να κρατήσει πολύ, αλλά αργά ή γρήγορα πέφτει στα αζήτητα. Τα προϊόντα της κατηγορίας «style» είναι εκείνα που έχουν τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Ένα στυλ είναι επίκαιρο για ένα διάστημα, μετά βουλιάζει κι έπειτα επιστρέφει πιο δυναμικά, για να ταιριάξει εκ νέου στις επίκαιρες ανάγκες του κοινού, που ανακυκλώνονται παραμένοντας κατά βάθος οι ίδιες. 

           Το marketing είναι ο πιο αξιόπιστος αναλυτής των αναγκών μας. Τα συμπεράσματά του είναι πιο καίρια από εκείνα του ψυχαναλυτή μας, ίσως γιατί είναι πάντοτε ιδιοτελή… Αν δεν ήταν πιο καίρια, θα είχαμε μάθει να ξεχωρίζουμε το φθηνό από το πολύτιμο και θα ήμασταν βυθισμένοι στα βιβλία, όχι στο αυθαίρετο μπετόν, τις ποδοσφαιρικές εφημερίδες και στα σκυλογαρύφαλλα.

  

Να πεις το Χριστό Ρονάλντο

 

Μετενσάρκωση 

           Το Κιτς λοιπόν φρονούμε ότι συγκαταλέγεται στην κατηγορία του στυλ. Έτσι έχει καταφέρει να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Επιβιώνει μέσα σε αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις. Το πνεύμα του σεμέν της θείας Αμερσούδας μεταγγίζεται σε ντιζάιν φωτιστικό με σχήμα αλόγου. Η ψυχή της πορσελάνινης δεσποσύνης, μπομπονιέρα από το γάμο της γιαγιάς, που στέκει τόσο εύθραυστη πάνω στην τηλεοπτική συσκευή, μετενσαρκώνεται σε τηλεόραση, μεγεθυμένη, άθραυστη και δεσπόζουσα στο μικρό σαλόνι του χαμηλόμισθου εγγονού της γιαγιάς. Παλιότερα, η ψυχή του Κιτς ήταν ένας πηγαίος εσώτερος λυρισμός, τώρα είναι το σουλουπωμένο επιφανειακό μελό. Στην εποχή της γιαγιάς ήταν η άμετρη αναπαράσταση της ομορφιάς της ζωής, τώρα είναι η άμετρη επένδυση στο στυλ της ζωής, ήτοι το Lifestyle. 

           Μετά δακρύων παραδεχόμαστε ότι η παραπάνω παράγραφος είναι ένα δείγμα του νέου Κιτς. Για ποιο λόγο; Μέχρι σήμερα το Κιτς ήταν συνδεδεμένο με την νοσταλγία για το παλιό – ας θυμηθούμε την σημασία του ρήματος Kitschen: «κάνω τα έπιπλα να μοιάζουν με αντίκες» ή ας φέρουμε στο μυαλό μας τα άπειρα δείγματα παρερμηνείας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού – αλλά σήμερα έχουν δημιουργηθεί νέοι δεσμοί αίματος. Το νέο Κιτς αποκτά στενό δεσμό με την νοσταλγία όχι πια για το παλιό Αυθεντικό, αλλά για το παλιό Κιτς.

 

Real has left the building

 

Αυθεντικό και Κιτς

           Το Αυθεντικό μεταλλάχθηκε σε Κιτς και το πρώτο, το αυθεντικό Κιτς με τη σειρά του μεταλλάχθηκε σε απομίμηση του Κιτς. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το αυθεντικό Κιτς, που θαυμάζει και υμνεί την κλασική τέχνη, βρίσκεται παρασάγγας μακριά της. Αντιθέτως, η απομίμηση του Κιτς ταυτίζεται με την τέχνη και μάλιστα την πλέον πρωτοποριακή. Τόσο το παλιό όσο και το νέο Κιτς επιφέρουν ένα πλήγμα στην ιδρυματική τέχνη, στη «νόμιμη» υψηλή τέχνη, με τη διαφορά ότι το αυθεντικό Κιτς δεν το καταλαβαίνει, ενώ το κιτς Αυθεντικό (αυτό που μιμείται το παλιό Κιτς) έχει πλήρη επίγνωση και ξέρει πολύ καλά τι κάνει.

           Η τέχνη δεν βρίσκεται σήμερα σε αντιδιαστολή με το Κιτς, αλλά σε σύμπνοια, βρίσκοντας στα μορφικά χαρακτηριστικά και το χιούμορ του τις ιδιότητες του τέλειου μέντορα. Ο καλλιτέχνης που μιμείται το Κιτς, είτε επειδή το νοσταλγεί, είτε για να το σαρκάσει, είτε για να ενοχλήσει τους λάτρεις της υψηλής τέχνης και τον καθωσπρεπισμό των μουσείων, έχει αστείρευτο υλικό να αντλήσει από μια κοινωνία που, όπως θα έλεγε ο Μποντριγιάρ, έχει υποκατασταθεί από το ομοίωμά της. Αν υπάρχουν εξωγήινοι σίγουρα θα βλέπουν από ψηλά αυτό το ομοίωμα σαν μια πελώρια φραουλί τσιχλόφουσκα. Από την άλλη, αν υπάρχουν εξωγήινοι, είναι όλοι στο Λας Βέγκας, χρόνια τώρα, μεταμφιεσμένοι σε Έλβις. 

 

 

 Η συνειδητοποίηση

           Το στυλ Κιτς που γίνεται τέχνη, δεν ανήκει πια στην κατηγορία του «μικροαστικού αισθητισμού» – όπως αυτός αναλύεται από τον Μπουρντιέ στην «Διάκριση» (Πατάκης, 2006) – από τον οποίο προέρχεται το Κιτς, αλλά ανήκει πλέον στην κατηγορία του καλλιεργημένου αισθητισμού. Ο μικροαστικός συντηρητισμός χλευάζεται, με τη χρήση των ίδιων κιτς αντικειμένων, αλλά αυτή τη φορά μέσα σε ένα κριτικό πλαίσιο. Τα κιτς αντικείμενα που συνειδητοποιούν τον εαυτό τους διατηρούν την πλουμιστή τους μορφή, αλλά χάνουν το αρχικό τους περιεχόμενο.

           «Τη στιγμή που το Κιτς αναγνωρίζεται σαν ψέμα, κατατάσσεται στο μη-Κιτς», διαπιστώνει ο Κούντερα και χαράζει μια σαφή διαχωριστική γραμμή μεταξύ ακούσιου και εκούσιου. Σύμφωνα με τον Γκρήνμπεργκ, τον οποίο παρακολουθήσαμε στενά, εκεί που ένας πρωτοποριακός καλλιτέχνης ζωγραφίζει την αιτία, ο δημιουργός ενός κιτς έργου ζωγραφίζει το μασημένο αποτέλεσμα. Στην ειδική περίπτωση των πρωτοποριακών δημιουργών Kitsch Art, όπως ο προβοκάτορας τσιτσιολινολάτρης Jeff Koons, η Καναδή Shary Boyle με τα γκροτέσκα αγαλματίδια ή ο δικός μας ανήσυχος και πολυσχιδής Άγγελος Παπαδημητρίου, δεν λείπουν η γνώση της τεχνικής, η αίσθηση του μέτρου και η καλλιέργεια. Αντιθέτως πλεονάζουν και αξιοποιούνται με σκοπό το καλύτερο «κακό» αποτέλεσμα.

           Δεν είναι πλέον τόσο αξιοσημείωτο το κολλώδες «κύμα λάσπης» που καταπίνει το έργο τέχνης, χρησιμοποιώντας και αντιγράφοντάς το, αλλά το έργο τέχνης που καταπίνει το Κιτς, το χωνεύει και μας δίνει μια έντεχνη και προμελετημένη αντιγραφή του, μια αντιγραφή εντελώς αυθεντική και ορισμένες φορές πράγματι αντισυμβατική.

 

 

Κακές συνήθειες

           Στο δοκίμιο «Η Συνήθεια σαν Απόλυτο Αισθητικό Κριτήριο» (περιοδικό ARTI, τεύχος 17, 1993) ο Τσέχος φιλόσοφος των μέσων Vilém Flusser, μας εξηγεί και με οξυδέρκεια περιγράφει την απόλυτη απόκλιση Τέχνης και Κιτς με βάση την «αξιολογική κλίμακα του οικείου» και την ανορθόδοξη συνάντησή τους αργότερα μέσα στην «κυκλικότητα του αισθητικού σύμπαντος» (έννοια δανεισμένη από τον Σαρτρ). Δηλαδή;

           Ο Φλούσερ περιγράφει την δομή της τεχνοκριτικής του μέλλοντος, υποστηρίζοντας ότι τα αισθητικά της κριτήρια θα επιδέχονται αντικειμενική μέτρηση. Προτείνει μια αξιολογική κλίμακα, την γραμμικότητα της οποίας στην συνέχεια αναθεωρεί με ταχυδακτυλουργική δεξιότητα. Η κλίμακα έχει στο ένα της άκρο το απόλυτα καινούργιο, το πρωτοεμφανιζόμενο που συνταράσσει το κοινό με τον απίθανο χαρακτήρα του και στο άλλο άκρο έχει το απόλυτα συνηθισμένο, το εντελώς πλεοναστικό και πιθανό. Το απόλυτα καινούργιο είναι «θορυβώδες» και βρίσκει την ενσάρκωσή του στην Τέχνη, το δε συνηθισμένο και αθόρυβο, άδειο από πληροφορία, παράγει εκείνα τα προϊόντα, που λέγονται Kitsch. Στη δυναμική αυτή κλίμακα τα αισθητικά φαινόμενα ολισθαίνουν από το ένα άκρο στο άλλο. Ακόμα και το πιο ανατρεπτικό έργο τέχνης, που κλονίζει την αντίληψή μας ως «φριχτό» και κατάμεστο πληροφορίας, αργά ή γρήγορα καταπίνεται από το «κύμα λάσπης» της συνήθειας. Μετατρέπεται από Ωραίο (ή Άσχημο) σε απλώς Χαριτωμένο.

           Συνεπώς, η αξιολογική κλίμακα που τοποθετεί την τέχνη σε πλήρη αντιπαράθεση με τη συνήθεια, με μια κίνηση κυκλωτική φέρνει τώρα τα δύο άκρα, «το άκρως πιθανό και το άκρως απίθανο», σε μια διαλεκτική σύμπτωση. Μόλις το απίθανο πραγματοποιηθεί, παύει αυτομάτως να είναι απίθανο και διολισθαίνει προς το εντελώς πιθανό. Εμείς εδώ διατηρούμε τις αμφιβολίες μας ως προς την κοινοτοπία του Κιτς, παρ’ εκτός αν ταυτίζεται καθαρά με τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, καθώς ως προς το χαρακτήρα της συνήθειας, που μπορεί ενίοτε να είναι αποκαλυπτικός.

 

 

Πλήρες κενό

            Ο Φλούσερ υποστηρίζει ότι το Κιτς παράγει προϊόντα που είναι φτωχά σε πληροφορία και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο «επικοινωνούν άκοπα και τέλεια (ο δέκτης μπορεί να τα εντάξει άνετα στις συνήθειές του), δεν μπορούν όμως να βιωθούν». Δεν γίνονται αντιληπτά, ακριβώς επειδή βρίσκονται στην «μαύρη αθόρυβη ζώνη του kitsch». Ο Μποντριγιάρ στη «Διαφάνεια του κακού» (Εξάντας, 1996) υποστηρίζει ότι μετά τη Νεωτερικότητα είμαστε μπαρόκ, ξέφρενοι δημιουργοί εικόνων, κι όμως εικονοκλάστες, «όχι απ’ αυτούς που καταστρέφουν τις εικόνες, αλλά από εκείνους που κατασκευάζουν ποταμούς εικόνων στις οποίες δεν υπάρχει τίποτα να δεις». Είναι σαφές. Η επικοινωνιακή ευχέρεια της μαζικής κουλτούρας έχει στον πυρήνα της το Τετριμμένο, εκείνο που όσο λιγότερη πληροφορία κουβαλάει, τόσο πιο απρόσκοπτη «επικοινωνία» (σε εισαγωγικά) εξασφαλίζει.

           Ο άνθρωπος είναι κενός. Ο δυτικός κόσμος έχει πλεόνασμα από χορταστικές συνήθειες και επαναλήψεις. Η αντιπαράθεση της κενότητας του ανθρώπου με την πληρότητα του κόσμου, σύμφωνα με τον Φλούσερ, τον οδηγούν να θέλει να τρέφεται από την πληθωρική γλύκα του κόσμου, την οποία αφοδεύει. Το γεγονός ότι τις στιγμές του υπερκορεσμού αποβάλλει την πληρότητα του κόσμου, είναι εκείνο που τον κάνει «άνθρωπο». Σημαίνει «ότι δεν είμαστε ζώα της συνήθειας, αλλά άνθρωποι, δηλαδή καλλιτέχνες». Αυτό λοιπόν που μας κάνει ανθρώπους, κατά τον Φλούσερ, αποκαλύπτεται τη στιγμή της αφόδευσης (εκείνη τη στιγμή που σύμφωνα με τον Κούντερα, προσπαθούμε να ξεχάσουμε).

           Η άποψη που υποστηρίζουμε εδώ είναι ότι, αντιθέτως, είμαστε κυρίως «ζώα της συνήθειας» και όχι καλλιτέχνες, πράγμα που δεν είναι απαραιτήτως μεμπτό. Η λεγόμενη «ανθρωπιά» – μια έννοια που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί χρησιμοποιείται μόνο θετικά, αν σημαίνει πρωτίστως το να είσαι άνθρωπος, δηλαδή καλόκακος – αποκαλύπτεται κυρίως μέσα από τις καλές και τις κακές μας συνήθειες. Έχουμε ελπίδες να μάθουμε τον εαυτό μας μόνο αν επαναλαμβανόμαστε. Το κυνήγι της πρωτοπορίας καταντάει συνήθεια. Σε αυτό συμμετέχει πλέον και το Κιτς, αυτή τη φορά ως «θορυβώδες» (δηλαδή πληροφοριακό), αλλά και η Υψηλή τέχνη, αυτή τη φορά ως «αθόρυβη». Η πρωτοπορία και η συνήθεια πρέπει να αλληλοδιακόπτονται συχνά. Ο κύκλος της επιβίωσης προϋποθέτει γέμισμα και άδειασμα. Ως άνθρωποι πρέπει να αποδεχτούμε το κενό, αφού χρειαζόμαστε κάτι να γεμίζουμε.

                

 

Τομή με το κουτάλι

           Σε τούτο το εκτενές άρθρο δεν ήταν η πρόθεση μας να απορρίψουμε το Κιτς επαληθεύοντας το αρνητικό πρόσημο που φέρει ή αντιθέτως να το απενοχοποιήσουμε, ούτε και να προτείνουμε νέες αξιολογικές κλίμακες. Στόχος μας ήταν να σταθμίσουμε ένα φαινόμενο του οποίου η σαγήνη και η εκμετάλλευσή του από την πολιτιστική βιομηχανία, το καθιστά επικίνδυνο.

           Επικροτούμε την επικινδυνότητά του όταν λειτουργεί σαν εκρηκτικό σε ένα ξέφρενο καρναβάλι. Τότε αποκτά επαναστατικό χαρακτήρα και βγάζει τη γλώσσα στη σοβαροφάνεια μας, πλήττει τους ναρκισσιστικούς μας φόβους, παρωδεί την Υψηλότητά μας και τσαλακώνει το κολλαριστό πουκάμισο που κρύβει την καρδιά μας. 

           Αν θέλουμε να επιλέξουμε το Κιτς, ας διακρίνουμε πρώτα το Κιτς που μας ταΐζουν κάθε μέρα με το κουτάλι, από το κουτάλι που είναι κιτς. Το δεύτερο, αν και κουτάλι, μπορεί να είναι cutting edge και με αυτό να κόψουμε την (επίσης κιτς) εμμονή στο δήθεν καλόγουστο.

           Το να ξέρεις ποιος είσαι μπορεί να τα αλλάξει όλα. Το να πιστεύεις ότι ξέρεις ποιος είσαι, μπορεί να μην αλλάξει τίποτε. Τέλος πάντων, ας προσπαθήσουμε. Κανείς δεν είπε ότι η αισθητική της ψυχής είναι εύκολη υπόθεση.

 Μ.Γ.

 

… για όσους υπομονετικά διάβασαν και τα τρία μέρη,

ένα συμβολικό δώρο, τέτοιο που ξεπερνά κάθε προσδοκία…

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s