Οι φύλακες της Αύρας & το Σύνδρομο της «Γκουέρνικα»

Οι φύλακες της Αύρας

&

το Σύνδρομο της «Γκουέρνικα»

by M.

Δημοσιεύτηκε στην «Αξία» 10/03/12

Είσαι φύλακας σε μουσείο μοντέρνας τέχνης και περιφρουρείς ένα διάσημο έργο; Δεν επιτρέπεις σε κανέναν να φωτογραφίσει ούτε να πλησιάσει. Δεν υπάρχουν περιθώρια για λάθη. Οι φωτογραφίες, σύμφωνα με τον ινδιάνικο θρύλο, κλέβουν την ψυχή, ενώ η σωματική εγγύτητα, σύμφωνα με τον μοντέρνο φιλόσοφο, κλέβει την αύρα. Σύμφωνα δε με την πρόσφατη μόδα και με την κατάλληλη προσέγγιση, μπορεί κανείς να κλέψει και το έργο. Όταν ο φύλακας της αύρας δεν είναι εδώ.

Στο παρόν άρθρο και με αφορμή τις πρόσφατες εξευτελιστικές διαρρήξεις στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Μουσείο της Ολυμπίας, θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε μια τρισδιάστατη ματιά στο ζήτημα όχι τόσο της κλοπής των έργων τέχνης όσο, κυρίως, της κλοπής της αύρας των έργων τέχνης. Η «αύρα» του έργου τέχνης είναι αντικείμενο φιλοσοφίας και μελέτης της εξέλιξης του πολιτισμού. Απ’ την άλλη, οι αλλεπάλληλες διαρρήξεις των ιδρυμάτων τέχνης μιας χώρας που ασθενεί, είναι αντικείμενο βαθύτατης θλίψης. Ας εκληφθεί η ακόλουθη ανάλυση ως ένα διπλό μνημόσυνο και ως μια ταπεινή υπόμνηση ότι πριν χαθούν τα αντικείμενα του πολιτισμού μας στη λήθη, ας έχουμε προλάβει τουλάχιστον να οσφρανθούμε την αύρα τους, ας έχουμε εμπειρικά και γνωσιακά εκτιμήσει την αξία τους.

Η λιποθυμική αύρα της διασημότητας

Είσαι στο Μουσείο Reina Sofia και πρόκειται εντός ολίγου να αντικρίσεις τα διασημότερα τριάντα τετραγωνικά επιτοίχιου καμβά στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης. Όποιος κι αν είσαι, δύσκολα θα σου έχει διαφύγει το όνομα «Γκουέρνικα» (ή «Γκερνίκα» όπως προφέρεται η ομώνυμη καταλανική πόλη). Κι εντελώς ανενημέρωτος να είσαι, μια φορά τουλάχιστον θα έχεις ακούσει να αναφέρεται ή θα έχεις συναντήσει το γιγάντιο έργο τυπωμένο σε πιατέλα. Αν πάλι είσαι φιλότεχνος και η ιστορία της τέχνης τροφοδοτεί συχνά τον ερευνητικό σου ζήλο, θα έχεις σταθεί κάμποσες φορές μπροστά στην τυπωμένη ή την ψηφιακή εικόνα του γκριζόμαυρου πίνακα. Όποιος και να είσαι, όσο καλύτερα έχεις μάθει να διακρίνεις την αισθητική διαφορά μεταξύ πρωτοτύπου και αντιγράφου, τόσο μεγαλύτερη είναι η αίγλη με την οποία θα περιβάλλεις το πρωτότυπο.

Όταν λοιπόν θα σταθείς μπροστά στο αριστούργημα του Πικάσο, σου έρχεται λιποθυμία. Όσο κι αν η λιποθυμία αυτή δεν είναι αποτέλεσμα αμιγούς αισθητικής ενατένισης. Όσο κι αν συνειδητοποιείς την τάση σου να αυθυποβάλλεσαι. Όπως παρομοίως, αν τύχει να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με τον Αλαίν Ντελόν ή με τον Ίγκι Ποπ ή με τον Τόμας Πύντσον ή, αν προτιμάτε, με την Μόνικα Μπελούτσι, σού έρχεται επίσης λιποθυμία, όχι κατ’ ανάγκην επειδή είναι εξαιρετικά ωραίοι ή θαυμάσιοι σε αυτό που κάνουν, αλλά πρωτίστως επειδή ανήκουν στον μύθο, είναι μαγικοί και κατοικούν στη μακρινή χώρα του Ποτέ. Εκεί που ποτέ οι διάσημοι άνθρωποι και οι διάσημοι πίνακες δεν είναι άνθρωποι και πίνακες, όσο είναι διάσημοι. Ένα είναι βέβαιο: η εικόνα (της διασημότητας) φτάνει στον δέκτη πολύ πριν φτάσει εκείνος στον πομπό της. Προσεγγίζοντας την «Γκουέρνικα» σε κατακλύζουν μαζί με το έργο, ο μύθος και η ιστορία της. Η λεγόμενη «αύρα» είναι πρώτα απ’ όλα μια ατμοσφαιρική εντύπωση, που την κατασκεύασαν συνεργατικά η ανάγκη σου για μαγεία και φυσικά τα μίντια, το μέγιστο δίκτυο αντιγραφής των πραγμάτων που κάποτε ήταν μοναδικά.

Η ψηφιακή Γκουέρνικα και ο Μπένγιαμιν

Είσαι τώρα χωμένος στο Διαδίκτυο και περιηγείσαι σφυρίζοντας αδιάφορα, χωρίς καθόλου να φαντάζεσαι ότι εντός ολίγου θα συναντήσεις ένα λινκ, που θα σε οδηγήσει όχι απλώς εμπρός στο πιο σπαραχτικό αριστούργημα του Μοντερνισμού, αλλά εντός αυτού. Το ρηξικέλευθο βίντεο της Γερμανίδας Lena Gieseke φιλοδοξεί να ξεναγήσει τον μακρινό επισκέπτη στην εσωτερική δομή της Γκουέρνικα με τεχνολογία 3D. Φυσικά, δεν χάνεις την ευκαιρία. Τώρα μπορείς κι εσύ να βιώσεις το Σύνδρομο του Σταντάλ (την συγκλονιστική ψυχοσωματική ασθένεια που αυξάνει τους σφυγμούς μπροστά στην ωραία τέχνη και ενίοτε προκαλεί την παραίσθηση ότι ρουφιέσαι μέσα στην δίνη της εικόνας – το φαινόμενο περιέγραψε πρώτος ο Stendhal μετά από ταξίδι του στην Φλωρεντία). Κι όμως, στην εν λόγω ηλεκτρονική παραίσθηση, ακόμα κι όταν η κάμερα σε φέρνει δίπλα στην μορφή της γυναίκας που οδύρεται, ακόμα και τότε, με τα κομμένα μέλη γύρω σου, τις αιχμηρές γλώσσες, τις σιωπηρές κραυγές, εσύ δεν νιώθεις καμία συγκίνηση, ούτε καν επιστημονική. Κι εκεί στο μέσο της γκρίζας ξενάγησης στο συμπαθές κακέκτυπο θυμάσαι ακαριαία τον αγαπημένο σου φιλόσοφο Βάλτερ Μπένγιαμιν.

Όσο κι αν ο ανορθόδοξος δεσμός που συνήψε ο Μπένγιαμιν με τον Μαρξισμό τον οδήγησε σε αμφίβολα συμπεράσματα που έμελλαν να ξεπεραστούν, αφού ήθελαν την τεχνολογία, και δη τη φωτογραφία και το νεοσύστατο κινηματογράφο, να απελευθερώνει τις μάζες και να τις προικίζει με έντονη πνευματική εγρήγορση, παρά ταύτα η ανάλυση του στο περίφημο δοκίμιο «Το έργο τέχνης την εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του» αποτελεί σταθμό για την φιλοσοφική σκέψη. Ο Μπένγιαμιν ονομάζει αύρα «το ανεπανάληπτο όραμα ενός χώρου που φαίνεται μακρινός, όσο κοντινός κι αν είναι». Εδώ που βρίσκεται τώρα το βλέμμα σου, χωμένο στην τρομερή αφήγηση της καταστροφής της Γκερνίκα κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο, από τον μέγιστο ζωγράφο του 20ου αιώνα, και περικυκλώνεις, σχεδόν απτικά, με τη βοήθεια της εικονικής κάμερας την πλούσια εικονογραφία του Πικάσο (όπου έχει συνυφάνει τα διδάγματα του Σεζάν, τις «Καταστροφές» του Γκόγια, την ελληνική μυθολογία, τους δασκάλους του Μεσαίωνα, του Νεοκλασικισμού, του Ρομαντισμού, την πρωτόγονη καταλανική τέχνη, την ισπανική παράδοση και φυσικά την προσωπική ερωτική του ζωή), εδώ που βρίσκεσαι τώρα, το «εδώ και τώρα» (που σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν είναι ο εύθικτος πυρήνας της τέχνης) έχει τελειώσει. Δεν υπάρχει «εδώ και τώρα» και δεν υπάρχει κανένας χώρος που να είναι κοντινός και να φαίνεται μακρινός – δηλαδή να διατηρεί την αύρα του – αλλά το αντίθετο. Το μακρινό γίνεται κοντινό, πιο κοντινό από ποτέ, τόσο που μυρίζεις το λουλούδι στο κομμένο χέρι του πολεμιστή. Η μεγάλη έκπληξη είναι ότι από κοντά δεν μυρίζει καθόλου.

 

Χειρουργικός κυβισμός

Η «Γκουέρνικα» χαρακτηρίζεται ως έργο κυβιστικό, αν και μάλλον συνιστά κατηγορία από μόνο του. Ωστόσο το τρισδιάστατο βίντεο της Gieseke είναι εντελώς αντίθετο στην τεχνοτροπία του κυβισμού και οπωσδήποτε δεν πληροφορεί για το εν λόγω ρεύμα. Ο αναλυτικός κυβισμός ήρθε σε ρήξη με τις τρεις διαστάσεις. Απευθυνόταν στον θεατή μέσω της όρασης, αλλά αναφερόταν στην δομή του νου, έχοντας κατανοήσει ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε δεν είναι γραμμικός και ομοιόμορφος, αλλά διασπασμένος και σε διαρκή προσπάθεια αυτο-τακτοποίησης. Ο κατακερματισμός του τρισδιάστατου αντικειμένου και η αναδιοργάνωσή του στα ρηχά του καμβά, εκεί όπου τα μέρη του αποκτούν την διαφάνεια του γυαλιού αλλά ουδέποτε ενώνονται σε μια τρισδιάστατη μορφή, είναι μια προφητική ματιά στον κόσμο που πρόκειται, κατά τον Β΄Π.Π., να σπάσει σε αμέτρητα αιχμηρά κομμάτια και ταυτόχρονα ένας ύμνος στις δύο διαστάσεις, τον κατεξοχήν ζωτικό χώρο της ζωγραφικής.

 Ο Μπένγιαμιν πίστεψε ότι η αναπαραγωγή του έργου σε αντίγραφα θα φέρει την τέχνη πιο κοντά στον κόσμο, ότι η διάλυση της αύρας θα διευκολύνει τις μάζες να προσεγγίσουν το έργο και μέσω του έργου τον εαυτό τους. Επίσης εύλογα παραλληλίζει τον ζωγράφο με μάγο και τον οπερατέρ με χειρουργό. Ο ζωγράφος κρατά απόσταση από τα πράγματα και δίνει μια ενιαία εκδοχή τους (ακόμα κι αν είναι αναλυτικός κυβιστής, ντανταϊστής ή μεταμοντέρνος χασάπης), σε αντίθεση με τον οπερατέρ, που διεισδύει στο πλέγμα των αντικειμένων. Τελικά, αν μπορεί μια εγχείριση ανοιχτής καρδιάς ή μια λαπαροσκόπηση, η είσοδος στους μύες και τους ιστούς του ανθρώπινου σώματος, να σε βοηθήσουν να κατανοήσεις την προσωπικότητα, τις προθέσεις και την ψυχή του ανθρώπου («η κεντρική αορτή του δείχνει ξεκάθαρα ότι είναι Βραχμάνος, το νεφρό του ότι παραχωρεί τη θέση του στο λεωφορείο και τα κρεατάκια στη μύτη του ότι είναι προνοητικός χαρακτήρας»), τότε, ναι, η είσοδος του βλέμματος στην ψηφιακή «Γκουέρνικα» και η εικονική γλυπτοποίηση της δισδιάστατης φύσης της, μπορεί να καταστήσει διάφανη την ουσία της… Το Σύνδρομο της «συμβατικής» Γκουέρνικα πάντως βιώνεται με συμβατικό τρόπο˙ παραμένεις στις δύο διαστάσεις και εισχωρείς μόνο στην αύρα. Στην αύρα που ο θεατής επιτρέπει να τον χωρίζει από το μαγικό αντικείμενο.

 

«Για τον ελληνικό λαό, από τον Πικάσο»

Στην Εθνική μας Πινακοθήκη η αύρα του αριστουργήματος δεν εμφανίστηκε εγκαίρως. Διότι μέχρι την βίαιη διάρρηξη της, η Πινακοθήκη ήταν μεν κάτοχος των έργων που εκλάπησαν, αλλά ουδέποτε το γεγονός προσήλκυσε τον αριθμό του κόσμου που θα ήταν αντάξιος του ονόματος Πικάσο. Ναι, κατείχε την «Γυναικεία Κεφαλή» του, αλλά ποιός το γνώριζε; Χωρίς την (ελλειπή) γνώση δεν υπάρχει μύθος. Τώρα που η έλλειψη είναι πλήρης έχουμε τη γνώση, μα όχι την εμπειρία. Η κορδέλα της αστυνομίας που περιχαράσσει τον τόπο του εγκλήματος δημιουργεί τον κενό χώρο, που μυσταγωγικά παρεμβάλλεται ανάμεσα στον θεατή και στον απόντα. Το θύμα που εξέπνευσε και απομακρύνθηκε, άφησε πίσω του το κενό που προκαλεί δέος, αντί αύρας, ενώ το ίδιο το θύμα μεταβαίνει, αιωνία του η μνήμη, στην πληροφορική αθανασία.

Ένα από τα χειρότερα και πιο ενοχικά πόστα εργασίας τους τελευταίους μήνες θα πρέπει να είναι εκείνο του φύλακα. Τα συστήματα φύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς αποδεικνύονται εγκληματικώς ανεπαρκή. Ακόμα κι αν οι άνθρωποι που στελεχώνουν το κρίσιμο πόστο του φύλακα θέλουν να αντισταθούν, τα παράθυρα του οικοδομήματος είναι ήδη απασφαλισμένα. Η φύλαξη στην Πινακοθήκη την νύχτα της μεγάλης κλοπής δεν κατάφερε να αποτρέψει την διείσδυση «στα άδυτα της» από τους βέβηλους διαρρήκτες (που παρεμπιπτόντως έκαναν την φορμαλιστική βλακεία να καταστρέψουν την κορνίζα, όπου λέγεται ότι βρισκόταν κι άλλη υπογραφή του Πικάσο, και να κρατήσουν μόνο τον καμβά). Δεν κατάφερε να προφυλάξει ούτε την ύλη ούτε την αύρα. Ούτε το όνομα ούτε τη χάρη. Ούτε φυσικά την αφιέρωση: «Για τον ελληνικό λαό, φόρος τιμής από τον Πικάσο, Παρίσι, Μάιος 1946».

 

Η φύλαξη του πολιτισμού

Σήμερα, δεν «έχουν γνώσιν οι φύλακες» και αποτυγχάνουν παταγωδώς. Ένα μήνα και κάτι μετά την κλοπή της Πινακοθήκης, οι φύλακες της πόλης των Αθηνών αποτυγχάνουν στη φύλαξη της με καταστροφικά αποτελέσματα. Η πόλη σπάει και τυλίγεται σε φλόγες, οι 300 «φύλακες» του έθνους στέλνουν τους δημοσιογράφους-«φύλακες» να καταγράψουν τις ζημιές (και ουχί την διαδήλωση), στέλνουν και τους αστυνομικούς-«φύλακες» να «φυλάξουν» την πόλη από τους διαδηλωτές (και να κάνουν κωμικοτραγικές συλλήψεις αθώων, για τα γουρλωμένα τηλεοπτικά μάτια του κόσμου). Θεός να μας φυλάει από τους φύλακες. Δεν αργεί λοιπόν η μέρα που κατακλέβεται και το αρχαιολογικό μουσείο της Ολυμπίας. Εκεί έχουμε ακόμα μιαν ανίσχυρη φύλακα, η οποία όμως παρά τη δεινή θέση της και το γεγονός ότι δεν υπήρχε εκεί άλλος φύλακας για να τη φυλάει (μιας που όλοι εθεάθησαν μαζεμένοι σε σαντουιτσάδικο απέναντι από το Αττικόν, όπου κρίθηκε ότι είναι απαραίτητοι), τολμά κι αντιστέκεται, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, και όταν οι κλέφτες την ρωτούν πού είναι τα χρυσά στεφάνια των ολυμπιακών διστάζει να απαντήσει. Διστάζει, ίσως διότι έχει μάθει να φυλάει τον πολιτισμό. Κάτι που λίγοι έμαθαν να κάνουν. Ας το έκαναν κι από υποχρέωση, ας το έκαναν κι από γούστο˙ φτάνει μόνο να το έκαναν. Πάει λοιπόν ο Πικάσο (μαζί με τον Μοντριάν και τον Μονκάλβο), πάνε και τα 65 μικρά χάλκινα αναθήματα του ιερού, πάει και το Μυκηναϊκό δαχτυλίδι, πάνε τα χρυσά στεφάνια και μαζί μια πολύτιμη συλλογή γραμματοσήμων. Κι αν τα ξαναδείτε, γράψτε μου.

Οι χαλύβδινες μπάρες λυγίζουν, τα τζάμια γίνονται θρύψαλα, οι συναγερμοί φωνάζουν υστερικά. Οι κουκουλοφόροι μπαίνουν, σπάνε προθήκες, φιμώνουν τους φύλακες, παίρνουν ό,τι τους αρέσει ή ό,τι τους έχει παραγγελθεί και φεύγουν σφυρίζοντας. Έχει σημασία που μία ακόμα τρίτη κλοπή (αρχές Φεβρουαρίου) στη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών αποσιωπήθηκε; Στην πραγματικότητα, πόσοι νοιάζονται γι’ αυτό; Η πληροφορία είναι που καθιστά το γεγονός υπαρκτό. Πείτε λοιπόν πως δεν το ξέρουμε. Πείτε πως δεν μάθαμε ούτε για τον Πικάσο, ούτε για την αρχαία Ολυμπία ούτε για την Δημοτική Πινακοθήκη… και τι έγινε; Έτσι κι αλλιώς, πόσοι από εμάς θα πήγαιναν να δουν τα εκθέματα έστω και μια φορά στη ζωή τους;

Σύμβολα και Σύνδρομα

Τι να πει κανείς για τους συμβολισμούς; Τι να πει για την αύρα; Για ποια αύρα μιλάμε; Το κακέκτυπο της Gieseke είναι ένα πέρασμα σε μια νέα εποχή ευκολίας. Μπορεί κανείς να έχει σοβαρές αισθητικές διαφωνίες, αλλά τουλάχιστον αποτελεί δείγμα τεχνολογικής εξέλιξης του πολιτισμού. Το δίκαιωμα στις αισθητικές διαφωνίες μπορεί κανείς να το ασκεί σε καθεστώς ασφάλειας. Εκεί που νιώθει προφυλαγμένος, όχι προφυλακισμένος. Αφηνόμαστε στους συμβολισμούς, γιατί μας επιτρέπουν να κλάψουμε, να νοσταλγήσουμε, να πιστέψουμε, να θυμηθούμε το υλικό των ιδεών μας˙ το άυλο χρυσό στεφάνι, όχι μόνον της τέχνης, αλλά της ζωής.

Εγκαταληφθήκαμε λοιπόν στον συμβολισμό της κλοπής, ο οποίος υποκατέστησε τον πίνακα του Πικάσο και θα υποκαταστήσει και τα ιερά αναθήματα της Ολυμπίας. Κλαίμε τον φόρο τιμής που φεύγει, την ώρα που άλλοι φόροι, ατιμίας, έρχονται. Θα ήθελα να ήξερα, ποιος αδίστακτος συλλέκτης τρίβει τα χέρια του απολαμβάνοντας το βιασμό μιας ανοχύρωτης χώρας από τους εντεταλμένους του διαρρήκτες κουκουλοφόρους. Θα ήθελα να ήξερα, σε ποιο υπόγειο είναι κουλουριασμένη η γυναικεία κεφαλή και τι σχέσεις έχει με τον απαγωγέα της. Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης, όπου καταλήγεις να λατρεύεις τον δυνάστη σου, αυτόν που σε μαγεύει με την βία του, είναι δυστυχώς συχνότερο από εκείνο της Γκουέρνικα, όπου λατρεύεις αυτόν που σε μαγεύει με την ομορφιά του.

Παρ’ όλα αυτά, εδώ και τώρα, που η απομάγευση, η βεβήλωση, η χυδαιότητα σπάνε κόκκαλα, ο νάρθηκας της τέχνης οφείλει να συνεχίσει να βοηθά στη σταθεροποίηση της ζωής. Βρείτε τον. Χρησιμοποιήστε τον. Φυλαχτείτε. Άλλος δεν θα το κάνει για εσάς.

Μ.Γ. 

Η βιντεοποίηση της «Γκουέρνικα»: 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s