Μην τσιμπάτε τα κουνούπια

Μην τσιμπάτε τα Κουνούπια

Σχόλιο για την έκθεση του Γιάννη Κουτσούρη

 

Titanium Gallery

Βασιλέως Κωνσταντίνου 44

Τρίτη – Παρασκευή 18:00-22:00
Σάββατο – Κυριακή 11:00-15:00

Μέχρι 31/03

Λίγος καιρός έχει περάσει από εκείνη την ωραία συζήτηση που κάναμε με μια παρέα φίλων λογοτεχνών σε σχέση με τα αιτήματα του σύγχρονου Έλληνα από την λογοτεχνία κι ευρύτερα από την τέχνη. Ετέθη τότε το σχηματικό ερώτημα «Φαντασία ή Πραγματικότητα;», το οποίο διερευνήθηκε διαισθητικά, προσεγγίστηκε θεωρητικά και σε σχέση με τις κλίσεις κι εμμονές του καθενός μας, αλλά, ομολογουμένως, δεν απαντήθηκε ικανοποιητικά. Και πώς να απαντηθεί, μια τέτοια βραδιά με τζάκι και κρασί, όταν μια απάντηση προϋποθέτει πραγματική «έρευνα αγοράς» και τη συμβουλή εκείνου του μυστήριου τύπου, που έλειπε από την παρέα και ονομάζεται «μέσος αναγνώστης»; Πώς να απαντηθεί, όταν, σε κάθε είδους συζήτηση, δεν παύει η προσωπική τάση του καθενός να καθορίζει την πίστη του και όχι το αντίστροφο (όπως έχω την τάση να πιστεύω);

Πέρασε ο χειμώνας και ήρθε ο Μάρτης. Μεσολάβησαν κακές ειδήσεις, απολύσεις, ματαιώσεις, σκοτεινές προβλέψεις και ματιές στα αυριανά τάρταρα και τις φωτιές της κολάσεως. Δεν μένει λοιπόν, σκέφτομαι, παρά να πιστεύω φανατικά στη δύναμη της φαντασίας, τόσο εκείνης που εμβαθύνει στην πραγματικότητα, όσο κι εκείνης που την καταργεί. Πορευόμενη με την πίστη αυτή και με κάθετι γύρω να φωνάζει ότι τα παραμύθια οφείλουν να σιωπούν μπροστά στο δράμα της ύπαρξης, καθώς επίσης πολυχρωμίες και τραγούδια πρέπει να σεμνύνονται ενώπιον των βλοσυρών στατιστικών, ένα καταθλιπτικό χειμωνιάτικο απόγευμα διέσχισα την Βασιλέως Κωνσταντίνου και μπήκα στην έκθεση ζωγραφικής του Γιάννη Κουτσούρη.

Μπροστά στους πίνακες του Κουτσούρη στο Titanium, η μιζέρια έλαβε τέλος, η σοβαροφάνεια επλήγη, η ιστορία έκανε στάση και η πραγματικότητα τρομαγμένη κατέβηκε σε απεργία πείνας. Οι ορισμοί μού πέσαν απ’ τα χέρια. Αχρηστεύτηκαν τα θεωρητικά εργαλεία μου και η ιστορία της τέχνης έπαψε να μου πασάρει σκονάκια εμβριθών συσχετισμών. Έμεινα χωρίς κριτήρια και, σε σταδιακή απενοχοποίηση, άρχισα να περνάω από πίνακα σε πίνακα σχεδόν με ρυθμό τσιγκολελέτας. Το χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη μου, τόσο απλά και καθαρά, όσο ταιριάζει στα ζωγραφικά εντομόψαρα του Κουτσούρη. Πίσω από την τηλεοπτική οθόνη των μαύρων ειδήσεων είχε εμφανιστεί ένας ήλιος.

Δουλεύοντας το ακρυλικό σαν λάδι, δηλαδή επιτυγχάνοντας χρωματικές διακυμάνσεις και ποιότητες με ένα υλικό υψηλών ταχυτήτων, το οποίο ταυτόχρονα διατηρεί όλη του την ένταση και τη ζωηράδα, ο Κουτσούρης δημιούργησε 20 ευμεγέθεις πίνακες, οι οποίοι φέρνουν στο φως έναν άγνωστο πλανήτη, πυκνοκατοικημένο από ριγέ, πουά, τριχωτά, με τρύπες και μπαλώματα, κωνικές μουσούδες και αυγά-μάτια, Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Ψαρικά και Πουλερικά. Την έκθεση συμπληρώνει ένα πάνελ μικρών ασπρόμαυρων σχεδίων, οικογενειακών πορτραίτων των μελών της συνομοταξίας, καθώς και μια συλλογή από λατρευτικά ειδώλια χαράς, που ενώνουν παγανιστικά, στις αδρές γλυπτικές μορφές τους, την πανίδα της θάλασσας, του αέρα και της γης.

Οι γραφικές τέχνες, απ’ όπου εφορμά ο Κουτσούρης, μας έδωσαν έναν συνεπή σχεδιαστή, που ξέρει να τηρεί συνθετικές ισορροπίες. Το κινούμενο σχέδιο επίσης άφησε την παρακαταθήκη του, ώστε όλα τα έργα της έκθεσης εντέλει μοιάζουν με καρέ μιας ταινίας κινουμένων σχεδίων, που στάθηκαν για λίγο, αγαλματάκια ακίνητα, επί του τοίχου. Στην έκθεσή του, που τελειώνει στις 31 Μαρτίου, συνυπάρχει μορφοπλαστικά το περίφημο «Κουνούπι» του και η μετεξέλιξή του σε «Κουάκ» (οι διαφημιστικές εταιρείες που άφησαν το στίγμα τους στην τηλεόραση των παιδικών μας χρόνων) με τα μαθήματα του δασκάλου του Σπύρου Βασιλείου.

Οι ανώνυμοι ήρωες του Κουτσούρη δεν ξέρουμε πού ζουν και η αποσύνδεση αυτή από την πραγματικότητα μπορεί να μας αποσυντονίσει. Κι όμως, ενώ όλα φαίνονται να σιωπούν εκτός ατμόσφαιρας, ανήκουν παράλληλα σε κάποιον εσωτερικό πλανήτη, σαν μικροσωματίδια στο αίμα μας ή ακόμα καλύτερα σ’ εκείνη την πλούσια σε χρώμα περιοχή όπου γεννιέται η φαντασία.

Φαντασία ή πραγματικότητα, λοιπόν; Διαρκώς το ερώτημα επιστρέφει και κάθε φορά επιδέχεται άλλη απάντηση. Το εξωγήινο σμήνος του Κουτσούρη δίνει την δική του, μ’ ένα εύφωνο βουητό που ξεχύνεται στην πόλη. Είναι ανησυχητικό το ότι πάνω από την ομίχλη ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα. Είναι όμως και χρήσιμο, διότι μας θυμίζει πως και τα πολύχρωμα κουνούπια (ακόμα κι αν δεν υπάρχουν πραγματικά) για κάποιο λόγο ήρθαν στη ζωή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s