Μπαλαντέρ / Κριτική στην Καθημερινή

Ευφρόσυνη ερωτογραφία

Η Κατερίνα Σχινά γράφει για τον «Μπαλαντέρ» στην Καθημερινή.

.

.

ΜΑΡΙΑ ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ

Μπαλαντέρ. Μια ερωτική εξτραβαγκάντσα
εκδ. Μελάνι, σελ. 80

.

Ανάβαση στην κλίμακα του ερωτικού αισθήματος, όπως σε μια άλλη κλίμακα του Ιακώβ, βήμα το βήμα είναι η «ερωτική εξτραβαγκάντσα» της νεαρής συγγραφέως. Πρώτο βήμα, η απόφαση της δέσμευσης – ένας καθημερινός μόχθος, μια μεταφραστική τελετουργία εν ονόματι της συνεννόησης. Υστερα έρχεται η συγκέντρωση της δύναμης και η απελευθέρωσή της στο ενεργειακό κανάλι του έρωτα. Το ψυχανέμισμα της ενότητας είναι το τρίτο βήμα· όμως, ενώ το Εγώ αποφασίζει να βιώσει την ένωση με τον Αλλον, ακόμα παραπαίει, αμφιβάλλει, οπισθοδρομεί. Ωσπου πατάει το τελευταίο σκαλί – και τότε παραδίδει τα πάντα. Αφήνεται να διαχυθεί σε μια πραγματικότητα που δεν είναι παρά η ακτινοβολούσα επιδοκιμασία της ζωής. Ολη η ύπαρξη μεταμορφώνεται σ’ έναν διάφανο φορέα, μέσω του οποίου λάμπει η μοναδικότητα του έρωτα. Ο κόσμος χαμογελά. Η αιωνιότητα έχει κερδηθεί, συμπυκνωμένη σε μια στιγμή.

Η Μαρία Γιαγιάννου αντλεί από τη βασική ιδέα της ποίησης, της ένωσης δηλαδή της αντήχησης και της σημασίας η οποία επιτρέπει να «ειπωθεί ο κόσμος», για να δώσει φωνή στο σώμα, που στο βιβλίο της ασθμαίνει και κραυγάζει, τραγουδάει και τσιρίζει, χορεύει και χοροπηδά, γυμνώνεται, εκτίθεται, προσφέρεται, παίρνει, μεταμορφώνεται σε αντηχείο της δονούμενης, δισυπόστατης ύλης που είναι το ερωτικό ζευγάρι, ανοίγεται και πλαταίνει, διαστέλλεται, ενώνεται με το πνεύμα. Και τότε, το πανηγύρι των αισθήσεων συναντιέται με τη γιορτή της σκέψης, η ελευθερία με τον αισθησιασμό και οι ερωτευμένοι, παρόντες μέσα στον εαυτό τους και ταυτόχρονα έξω απ’ αυτόν, στραμμένοι προς τον άλλον, διψασμένοι για πληρότητα, επιτέλους, ξεδιψούν. Για να ξαναδιψάσουν, ασφαλώς, ύστερα από λίγο. Γιατί καθώς γράφει η συγγραφέας, «η επιθυμία γεννιέται από την εκπλήρωση και όχι από την αναβολή».

Εγκώμιο ή προσευχή προς το αγαπημένο πρόσωπο, ο Μπαλαντέρ είναι η ιστορία των ονομάτων του: ονόματα επινοημένα, ποιητικά ή κυριολεκτικά, ευφυή και κωμικά, αφελή και χαϊδευτικά· ένας ύμνος της αφηγήτριας στο Εσύ, που δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ιδεώδες, δεν είναι η απάντηση στις ευχές της, δεν είναι φάντασμα, αλλά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ένας εαυτός πλήρης που απολακτίζει κάθε περιττολογία και αποστέργει κάθε αναγωγή. Οιστρηλατημένη από έρωτα, η υμνωδός μας εγκωμιάζει τα μάτια του αγαπημένου εξυγιαίνοντας τον Μπατάιγ, βροντοφωνάζει την αγάπη της για όλες, ακόμη και τις πιο ιδιωτικές, λειτουργίες του σώματός του, μεταμορφώνει το φθαρτό σώμα σε τόπο ανταρσίας, διαρρηγνύοντας την υλικότητά του και ταυτόχρονα ποθώντας την, ακυρώνοντας την ιστορικότητά του και ταυτόχρονα μνημειώνοντάς την, μ’ άλλα λόγια γεύεται ώς το κουκούτσι την «ωραία οπώρα» του έρωτα ανακουφίζοντας την αμφίθυμη νεάνιδα του Εμπειρίκου. Η Γιαγιάννου ξεδιπλώνει μια γλώσσα μεθυσμένη από τους ίδιους τους χυμούς της. Ανοίγει την πόρτα σε μια φαντασία αχαλίνωτη, εγκαθιστά το πεζογράφημά της στον μυχό της ποίησης. Με μια τόλμη που αιφνιδιάζει, σαρώνει φιλοσόφους και πεζογράφους, ποιητές και ψυχαναλυτές. Αν της χρειάζονται, είναι για να λειτουργήσουν σαν αντίλογος, ή σαν συνοδευτικός ψίθυρος στα σημεία που η σωματικότητα της γραφής συναντιέται με την αφαιρετικότητα της σκέψης και η ποιητικοπεζογραφία της ερωτοτροπεί με το δοκίμιο. Τις περισσότερες, ωστόσο, φορές, τους χρησιμοποιεί σαν θαρραλέα αντίστιξη στη μονομανή ερωτογραφία της.

Επιθυμία υπέρβασης σαρκωμένη σε λέξεις, υπέρβασης του χώρου και του χρόνου, των αναστολών και των περιορισμών, της γλώσσας και των σημασιών της, υπέρβασης ακόμη και των φύλων που τη στιγμή του έρωτα συγχέονται και αλληλοπεριχωρούνται, «υπερπροσδιορισμένα και απροσδιόριστα», είναι αυτό το βιβλίο-ταξίδι – και ο υπερβατικός τόπος όπου φτάνουν στο τέλος οι εραστές, δεν είναι παρά μια πολιτεία, που τη χτίζει η συγγραφέας και την αναγορεύει βασιλεύουσα, γαληνή και μαζί πυριφλεγή. Είναι μια πόλη που δημιουργείται από τη συγχώνευση δύο γειτονικών επικρατειών, της Αγάπης και του Ερωτα –Αγέρωτα την ονομάζει– όπου κυβερνάει το σώμα των εραστών και το πολίτευμα είναι η Κατατονία της ευτυχίας, εκείνο το λιώσιμο, το αποκάρωμα των αισθήσεων, η ευτυχία της πλησμονής. Κι εδώ η συγγραφέας αποδεικνύει πως η λογοτεχνία και ο έρωτας μπορούν να πηγάσουν όχι μονάχα από το έλλειμμα, όπως προσπάθησε να πείσει, αιώνες τώρα, η πεσιμιστική, θανατολαγνική ερωτογραφία, αλλά και από το περίσσευμα.

Κατερίνα Σχινά
25.12.15
.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s