Ο «Αγνοούμενος» του Γιώργου Λαμπράκου / σκέψεις πολύ μετά

 

Ένα κείμενο-θύμηση, για ένα θεατρικό έργο που αγάπησα.

 

EROS ALERT

ΓΙΑ ΤΟΝ «ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΟΥ /

Γαβριηλίδης 2010

Η παράσταση 

Πού βρίσκεται;

             Πού βρίσκεται ο «Αγνοούμενος»; Θέλω να πω, το δεύτερο βιβλίο του Γιώργου Λαμπράκου (που κυκλοφόρησε το 2010 και ανέβηκε στο Θέατρο Φούρνος) σε ποια κατηγορία αληθινά ανήκει; Είναι καταρχήν θέατρο. Έχει χαρακτήρες, αμεσότητα, διαλόγους και προϋποθέτει τουλάχιστον ένα θεατή. Είναι όμως και κείμενο. Έχει πυκνότητα, βάθος και χρειάζεται χρόνο για να ριζώσει μέσα στο μυαλό του αναγνώστη. Και τα τρία έργα του εξάλλου, «Αναμνήσεις από το Ρετιρέ», «Αγνοούμενος» και «Υπογείωση», είναι ταυτόχρονα και θέατρο και πεζογραφία. Είναι πεζογραφία διότι η γλώσσα του συγγραφέα περιέχει πάντοτε τον καθαρό Λόγο του. Είναι θέατρο γιατί μαζί περιέχει και το μη-καθαρό, το αληθινό, το βιωμένο Σώμα.

            Όπως όλα τα έργα του Λαμπράκου, έτσι και ο Αγνοούμενος είναι μια κάθετη χειρονομία, μια κίνηση προς το συναισθηματικό βάθος του θεατή/αναγνώστη. Περισσότερο από τα άλλα δύο βιβλία, ο Αγνοούμενος είναι επίσης μια οριζόντια χειρονομία, ένα ψηλάφημα στο χώρο, ίσως διότι διαφορετικά δεν μπορεί να πιαστεί ένα φάντασμα˙ και εν προκειμένω το φάντασμα του Έρωτα. Ο συγγραφέας συντονίζει μια κίνηση σύλληψης του αόρατου φαινομένου, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, έχει φύση διάχυτη˙ εισχωρεί, διαμορφώνει, αποχωρεί και παραμένει ακαλούπωτο.

            Στην υπηρεσία μιας αισθητικής και φιλοσοφικής αναζήτησης, ο Λαμπράκος μετατρέπει τα τρία πρόσωπα – που θα μπορούσαν να είναι ένα πρόσωπο – σε σχήμα. Χωρίζει μια ψυχή που αναζητά τον Έρωτα σε τρία μέρη και τα απλώνει τριγωνικά στο χώρο. Το σχήμα αυτό ενώνει τους ήρωες με νοητές γραμμές, μα πρόκειται για γραμμές διακεκομμένες που ταυτόχρονα τους χωρίζουν. Σε αυτή την απόσταση θα επανέλθω.

Η υπόθεση των λέξεων

            Προς το παρόν θα σταθώ στην υπόθεση. Στην ποια; Αν υποθέσουμε ότι μια υπόθεση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για ένα θεατρικό, εδώ η υπόθεσή μας αίρεται. Συναντούμε μια σειρά από προβληματισμούς που υποκαθιστούν με επιτυχία την δομή ενός κλασικού έργου. Οι προβληματισμοί των χαρακτήρων έχουν πρωτίστως στοχαστική ποιότητα. Δεν αποτελούν το διαλογικό μέρος μιας διαδοχής σκηνικών δράσεων που θα οδηγούσε στην κορύφωση και σταδιακά σε ένα τέλος. Οι λέξεις εδώ εξυπηρετούν την τελεστική λειτουργία του λόγου, δηλαδή λειτουργούν ως πράξεις. Δεν εξυπηρετούν την δράση ενός θεατρικού έργου που εξελίσσεται˙ οι λέξεις είναι η δράση του έργου.

            Τρία πρόσωπα διασχίζουν με τις ευφυείς, όσο και σωματικές λέξεις τους, οκτώ σκηνές αναζητώντας τον (αιώνιο) Αγνοούμενο. Δύο γυναίκες κι ένας άνδρας διαβαίνουν τα στάδια του Έρωτα, κυρίως μέσω των προσωπικών τους αναμνήσεων, σκορπίζοντας επί σκηνής λόγια ηττημένα, τα οποία ωστόσο σπανιώς καταλήγουν σε λυγμό. Πολύ συχνά μια φράση που δηλώνει το αίσθημα ήττας του προσώπου, έχει εξέλιξη χιουμοριστική (δεν είναι εξάλλου το χιούμορ ένα από τα πρόσωπα του κυνισμού;), συχνά μάλιστα ξεκαρδιστική, ιδίως σε αντίστοιξη με την περιρρέουσα πίκρα, και τούτο είναι ένα γνώρισμα της γραφής του Λαμπράκου, το οποίο έχει την τσεκαρισμένη ικανότητα να ανυψώνει τον ήρωα – και μαζί τον αναγνώστη – από την θλίψη που μαζεύεται γύρω του σαν κινούμενη άμμος, στα κωμικά ύψη της ζωής.

*

Εκείνη λέει: «Κάθε ερωτική σχέση είναι πλέον σαν βαρετό πάρτι. Ξέρεις πότε θα πας, τι θα πιεις, τι θα πεις, τι ώρα θα γυρίσεις σπίτι για να ονειρευτείς αυτό που δεν έζησες…. Ή μήπως μόνο εγώ πηγαίνω σε τέτοια άθλια πάρτι;»

ή αλλού: «-Το σεξ είναι υπερτιμημένο –Τι εννοείς; – Το σεξ αξίζει κυρίως για το πριν και το μετά. Πριν, επειδή έχεις αγωνία και πάθος, και μετά… επειδή σου ‘ χουν φύγει»

ή αλλού: «Έλα μην κλαις, έρωτας είναι, θα περάσει»

*

Εξατομίκευση και Παιδικότητα

           Ο «Αγνοούμενος» του Γιώργου Λαμπράκου είναι δομικά συγγενής με το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέην, αλλά δεν πηγάζει από τα βάθη με εκείνη την πηχτή μαυρίλα που ταυτίζεται με την αυτοκαταστροφή. Ο «Αγνοούμενος» δεν ανήκει στην Κόλαση, ανήκει σε έναν ανέφικτο Παράδεισο. Αυτό συνιστά μια τεράστια διαφορά. Το βιβλίο αυτό αποζητά την ενότητα, παρότι δείχνει σαν να ρέπει συχνά προς την διάλυση – μορφικά και περιεχομενικά. Εδώ η αυτοκαταστροφή των ηρώων ανήκει σε μιαν αιμάσσουσα παρατεταμένη εφηβεία, που παλεύει με τις ελπίδες και την αθωότητά της. Κι εδώ που τα λέμε, ποιος δεν είναι έφηβος μπροστά στον Έρωτα; «Το εικοσάρι στην τάξη του Έρωτα, το παίρνει ο αδιάβαστος», μας λέει ο άνδρας του τριγώνου, με διάθεση μετασχολική. Οι χαρακτήρες δεν είναι πραγματικά ματαιωμένοι, γιατί δεν είναι ακόμα ενήλικοι. Είναι φοβισμένοι από την ιδέα της ματαίωσης, ή αλλιώς από την επερχόμενη ενηλικίωση, μια ενηλικίωση που δεν σχετίζεται με την ηλικία, αλλά με την προσγείωση στην ωριμότητα. Μια ωριμότητα που μοιάζει ξενερωτική παρά ερωτική, που δείχνει να συγκρούεται με την εντύπωση που έχουμε για τον Έρωτα όσο είμαστε παιδιά.

*

Εκείνη λέει: «Ο Έρωτας είναι ένα παραμύθι που το λατρεύουμε όσο είμαστε νέοι. Όταν μας πείσουν ότι το παραμύθι είναι ψέμα, βάζουμε τα κλάματα. Κάποτε διαπιστώνουμε ότι το παραμύθι δεν είναι ακριβώς ψέμα, οπότε ξαναβάζουμε τα κλάματα: όχι όμως επειδή πιστεύουμε ότι μας εξαπάτησαν, αλλά επειδή η ζωή μας δεν είναι πια παραμυθένια.»

*

            Ας επανέλθω τώρα στο ζήτημα της απόστασης μεταξύ των χαρακτήρων. Η δομή του «Αγνοούμενου» καθώς και η όλη ατμόσφαιρά του, δηλαδή το άυλο σκηνικό μέσα στο οποίο μετεωρίζονται οι ήρωες, αναδεικνύει την εξατομίκευση του ανθρώπου. Η σπασμένη επικοινωνία τους είναι μια σειρά από τσιτάτα που τέμνονται σε ένα απολαυστικό πινγκ-πονγκ, το οποίο ποτέ δεν εκτονώνει τις αληθινές σχέσεις, αφού πρόκειται για ένα είδος διαξιφισμού που δεν στοχεύει στο να αγγίξει τον άλλο, αλλά στο να εκπαιδεύσει τον ίδιο τον εαυτό˙ έναν εαυτό που, παραμένει κλεισμένος σε φράσεις αυτοαναφορικές, περιγραφικές ή αφοριστικές, δηλαδή φράσεις μοναχές. Οι χαρακτήρες παίζουν πινγκ-πονγκ με τον καθρέφτη τους. Οι ήρωες λεκτικοποιούν το σώμα τους, επιβεβαιώνοντας την απουσία του και άρα την ατελή σχέση μεταξύ τους.

*

Εκείνος λέει «Το σώμα έχει πάντα δίκιο, μα σπάνια με δικαιώνει» ή «Ο κόσμος μου απαγορεύει να χρησιμοποιώ το σώμα μου σωματικά»

*

Ο Λαμπράκος αναδεικνύει την δυστοκία στην επικοινωνία (και πιο συγκεκριμένα στην ερωτική), που κάνει τις σχέσεις των ανθρώπων πικρές και ελλειμματικές.

Οι σταθμοί

Ανάμεσα στη μοναχική κατάθεση αναμνήσεων, εντυπώσεων και συμπερασμάτων, παρεμβάλλονται ποιήματα (απαγγέλεται Μπλέηκ, Εμπειρίκος, Κάμινγκς, Ελύτης κ.α.) που υπογραμμίζουν τον διάλογο του Λαμπράκου με τους μεγάλους ερωτοπλόκους της λογοτεχνίας καθώς και στιγμιότυπα του βίου των τριών χαρακτήρων, όπου εικονογραφούνται «λάιβ» οι σταθμοί της ερωτικής σχέσης δύο ανθρώπων που θέλουν να ωριμάσουν, αλλά αδυνατούν.

  1. Ο σταθμός του πρώτου Ενθουσιασμού, όπου όλα μοιάζουν, κι άρα είναι, ονειρεμένα. Λένε: «Είσαι το άσβηστο φως», «Είσαι το γελαστό πρωινό».
  2. Ο σταθμός της πρώτης Απογοήτευσης. Του λέει: «Όλο λόγια κι υποσχέσεις είσαι» κι εκείνος απαντά «Σ’ αγαπώ, πίστεψέ με, γιατί δεν με πιστεύεις;»
  3. Ο σταθμός της καταπίεσης και της επιβολής των αναγκών. Της λέει: «-Σε θέλω, αλλά δεν αντέχω να με περιορίζεις συνέχεια. Δεν με θέλεις ελεύθερο», του απαντά «- Θέλω να είσαι ελεύθερος να είσαι μαζί μου»
  4. Ο σταθμός της ανάδυσης των βιολογικών και κοινωνικών διαφορών. Εκείνος λέει «Το μόνο ήθος βρίσκεται στο στήθος» και καταλήγει να γράφει μια «Ωδή στο Βυζί» κι εκείνη λέει «Αγάπη μου θέλω ένα παιδί». Αυτός της απαντά «Τι να το κάνεις;» ενώ στην πραγματικότητα εννοεί πως γίνεται να θέλεις ένα παιδί από κάποιον που είναι ένα παιδί;
  5. Έπειτα, ο σταθμός της Απομάγευσης. «-Αντί να γράφεις ποιήματα, δεν γράφεις κανένα βιογραφικό; -Το βιογραφικό μου θα το γράψει ο βιογράφος μου –Μέχρι να πιάσει δουλειά ο βιογράφος σου δεν πιάνεις κι εσύ καμιά δουλειά;»
  6. Και φυσικά, ο σταθμός του Χωρισμού. Ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν είναι ο τελικός. Ο θάνατος μιας σχέσης γίνεται το λίπασμα της επόμενης. Η λούπα επιβεβαιώνει την καθήλωση στα λάθη, αλλά και την επιστροφή στη ζωή.

Οι τρεις χαρακτήρες μοιάζουν ενίοτε σαν να κινούνται προς τα εμπρός, προς τα εκεί όπου ο Αγνοούμενός τους ιδανικά αποκαλύπτεται. Πολύ σύντομα όμως ο αναγνώστης/θεατής διαπιστώνει ότι και οι τρεις απλώς περνούν από βαγόνι σε βαγόνι, σε ένα τρένο, το οποίο τρέχει μεν, αλλά κρατώντας τους ίδιους στάσιμους στα καθίσματά τους, σε θέση ακινησίας. Το τρένο κινείται σε ράγες καρφωμένες στην ίδια θέση ανά τους αιώνες, προχωράει μπροστά χωρίς να υπολογίζει την «ελεύθερη» βούληση των επιβατών. Οι επιβάτες της Ερωτικής Μοίρας ανέβηκαν και εφόσον ανέβηκαν, θ’ ακολουθήσουν τη γραμμή, παρά τις προσπάθειές τους να εκτροχιαστούν.

Ο συγγραφέας σε κάνει πάντα ν’ αναρωτιέσαι: στον Έρωτα δίνει ρυθμό η φύση Του ή η κοινωνία;

 Η εμφάνιση του Έρωτα

            Με ποιον τρόπο κάνει την εμφάνισή του ο Έρωτας στον Αγνοούμενο του Γιώργου Λαμπράκου;

           «Η σχέση δεν είναι επιχείρημα να λέει ο καθένας τι πιστεύει κι ο άλλος να συμφωνεί ή να διαφωνεί» λέει ο Άνδρας της παρέας. Κι όμως, στον Αγνοούμενο, ο Έρωτας είναι επιχείρημα, γιατί ο Έρωτας λείπει και ό,τι λείπει δεν μπορεί παρά να αφήσει πίσω του ένα ομοίωμά του στην περιοχή της μνήμης, μια εντύπωση που, μέσω της γλώσσας, ντύνεται ένα έλλογο περίβλημα που αντικαθιστά το σώμα της. «Η ποίηση είναι το πένθος για τον θάνατο του Έρωτα» θέτει το ζήτημα, με άλλα λόγια, ο ίδιος ο ήρωας. Μετά τον Έρωτα, ο Έρωτας γίνεται επιχείρημα. Γι’ αυτό και ο Άνδρας απορεί με τον εαυτό του… «Όταν με παράτησε, άρχισα να δίνω συμβουλές για τον Έρωτα. Ποιος; Εγώ… Έλεγα σ’ όλους: Ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα που δεν χρειάζεται δικαιολόγηση». Τρία πρόσωπα, τρία δοχεία συναισθηματικών εντάσεων, προσδοκιών, φόβων, μεταχειρίζονται τον λόγο, εκλογικεύουν, μετουσιώνουν το σώμα σε πολιτισμό για να μπορέσουν να εισαχθούν στον αναπόφευκτο κόσμο των ενηλίκων.

           Ο «Αγνοούμενος» είναι ένα θεατρικό έργο μελαγχο-γλυκό, χιουμοριστικό, με αφορισμούς τύπου Όσκαρ Ουάιλντ, με τρεις συμπληρωματικούς χαρακτήρες, των οποίων τις σκέψεις καλωσορίζουμε διαρκώς με μια αίσθηση βαθιάς οικειότητας που μας εκπλήσσει, είναι ένα έργο που κατορθώνει να χτίσει μιαν ατμόσφαιρα διάχυτης αβεβαιότητας με απόλυτη σιγουριά.

            «Ό,τι και να πεις για τον Έρωτα, έχει ήδη ειπωθεί». Με αυτή την αλήθεια ξεκινάει το έργο, για να την ανατρέψει στις επόμενες σκηνές και τέλος να την επιβεβαιώσει. Η αιώνια επανάληψη του ίδιου, το «πάμε πάλι από την αρχή», είναι στην ουσία το κυνήγι της πρώτης φοράς. Κυνηγώντας την πρώτη φορά, προσπαθούμε να φέρουμε πίσω την παιδικότητά μας. Ο Αγνοούμενος του Γιώργου Λαμπράκου είναι ένας κλασικός μικρός άγγελος ερωτιδεύς, ένας έρωτας-παιδί, γεμάτος πίστη στο φοβερό μέλλον. Κι έτσι, είναι ταυτόχρονα ένα θεατρικό έργο απολύτως ερωτεύσιμο.

Μαρία Γιαγιάννου

Απρίλιος 2012

*

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s