Κυνήγι του νερού / για τη Λάρα Σταφυλοπάτη

Κυνήγι του νερού

Για την έκθεση της Λάρας Σταφυλοπάτη

CROSSING RIVERS

{Art Space / Studio 265, Πάρος)

When cells vibrate / Watercolors and resin on canvas, 2021

Το νερό είναι παντού. Παίρνει όλες τις μορφές. Το περιέχουμε και μας περιέχει. Συνεργάζεται στενά με τον Ήλιο. Χάρη σ’ αυτόν το νερό παίζει αέναα το παιχνίδι των υδρατμών και μπορεί ν’ ανακυκλώνεται. Το 70% του ανθρώπινου οργανισμού είναι νερό – κατά καιρούς ο άνθρωπος μοιάζει να αποζητά το άλλο 30% λες και λαχταρά να ενωθεί μια και καλή με τη θάλασσα, να ξεγλιστρήσει από το φθαρτό του σώμα και να επιστρέψει στον αρχέγονο τόπο καταγωγής του. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που διψά, αλλά δεν ξεδιψά. Αναζητά με πάθος την πηγή και αν δεν τη βρει, τότε την δημιουργεί.

Η αναζήτηση της πηγής από τη Λάρα Σταφυλοπάτη την οδηγεί να κοιτάζει πότε προς τον ήλιο και πότε προς τον ωκεανό με τις δύο ζωοδότρες δυνάμεις να χτυπούν μέσα της τη φλέβα του χρώματος. Το χρώμα ξεπηδά από τον χρωστήρα της όπως ξεπηδά το νερό από τη γη κάτω από το λάκτισμα του ραβδοσκόπου. Ο υδατοκυνηγός κρατά στο χέρι μια ξύλινη διχάλα και ακολουθώντας εμπειρικά ένα εσωτερικό ρεύμα, μια οργανική προσταγή, φτάνει να ανακαλύψει πού υπάρχει νερό. Μια τέτοια αναζήτηση, στο εικαστικό πεδίο, σπρώχνει τη Σταφυλοπάτη προς την πηγή του χρώματος.

Ο πολιτισμός του νερού

Εύλογο είναι ότι κορυφαίοι πολιτισμοί, σαν τους Αιγύπτιους ή τους Σουμέριους που άκμασαν στην αρχαιότητα, βρίσκονταν δίπλα σε ποταμούς. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αναρίθμητες ποτάμιες θεότητες και η καθεμία είχε τον βαρυσήμαντο χαρακτήρα της, καθώς οι ποταμοί αποτελούσαν οριακούς τόπους αλλά και διόδους επικοινωνίας ακόμα και με τις ψυχές των νεκρών. Ρηξικέλευθα πνεύματα όπως ο Ιπποκράτης ασχολήθηκαν και επιστημονικά με την ιαματική επίδραση των πηγών. Η βουδιστική παράδοση από τη δική της μεριά έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στο ψυχικό σκέλος της σύνδεσης του νερού με τον άνθρωπο, γι’ αυτό και το νερό λαμβάνει συχνά μέρος στην τελετουργία του διαλογισμού.

Οι πίνακες της Λάρας Σταφυλοπάτη δεν είναι θαλασσογραφίες ή αναπαραστατικές απεικονίσεις ποταμών, αλλά εσωτερικά τοπία του νερού, που λειτουργούν και ως πορτραίτα διαλογισμού. Δεν απεικονίζουν ακτές και παραλίες για κολύμπι, αλλά κάτι πολύ δικό μας. Κάνουν ορατό το 70 τοις εκατό μας, τα ρεύματα που μας διαπερνούν, τους ποταμούς που καθημερινά μέσα μας διασχίζουμε.

Crossing Rivers / Watercolors and resin on canvas, 2021

Χρωματικός διαλογισμός

Συνεπιβάτες στον ατέρμονο και ζωοφόρο κύκλο του νερού, οι πίνακες της Λάρας Σταφυλοπάτη παίζουν τον δικό τους ρόλο σε μια διαδικασία εσωτερικής ειρήνευσης, λειτουργώντας σαν ανάσες ενός εικαστικού διαλογισμού. Αν τα συναισθήματα είχαν ορατό χρώμα, τότε θα τα βρίσκαμε εδώ, απλωμένα σαν μια μεγάλη, υγρή ακόμα, μπουγάδα να ανεμίζουν κάτω από τον ήλιο.

Επιχειρώντας να περιορίσουμε θεωρητικά το διαρκώς κινούμενο χρώμα της καλλιτέχνιδος, θα πιέζαμε την ποικιλία σε δύο σχηματικές κατηγορίες: α) την εξπρεσιονιστική αφαίρεση και β) την αφαίρεση του μονοχρωματικού πεδίου. Η έντονη χειρονομία και η ήρεμη ροή εναλλάσσονται, συνδυάζονται, αφουγκράζονται η μία την άλλη. Στους πίνακες με ακρυλικά χρώματα, όπως το Become the dance (no 19) και το Use doubt to free your soul (no 20), παρατηρούμε την τραχιά και αποφασιστική χειρονομία μιας άφοβης εκφραστικότητας. Η εντυπωσιακή κίνηση των ακρυλικών βρίσκεται στην αίθουσα σαν ένας δυνατός κρίκος που βοηθά τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο, εκείνο του (σχεδόν) μονοχρωματικού τελάρου, που εκπροσωπείται κυρίως από τα υδατοχρώματα. Στην μαγεία της ακουαρέλας είναι αφιερωμένο το μεγαλύτερο μέρος της έκθεσης, στις ευαίσθητες διαφάνειές της, στις τεχνικές δυνατότητές της, στις ποτάμιες θεότητές της.

Ένας απόηχος από το πρόταγμα και το στυλ της αμερικανικής Μετα-ζωγραφικής Αφαίρεσης του ’50 θα μπορούσε να διαφανεί σε αυτά τα τελάρα της εικαστικού – ιδίως οι υπαρξιακές χρωματικές ροές του Clifford Still ή οι στατικοί στόχοι του Kenneth Noland, οι οποίοι στην περίπτωση της Σταφυλοπάτη έχουν αποκτήσει κίνηση και έχουν μετατραπεί σε δίνες (χαρακτηριστικά παραδείγματα το Olive Groves (no 11) και το Diving in deep (no 12) που σαν μεταφυσικές ρουφήχτρες μάς περνάνε στην άλλη πλευρά της συνείδησης). Ιδίως αν βάλει κανείς στην εξίσωση τα θαλασσινά τοπία και το αττικό φως, μέσα στα οποία η εικαστικός ζει και δημιουργεί, οι παραπάνω εκλεκτικές συγγένειες μας τοποθετούν στο σημείο όπου αποδίδεται στο χρώμα το μεταφυσικό του πλάτος και βάθος.

Use doubt to free your soul / Acrylics on canvas, 2021

Become the dance / Acrylics on canvas, 2021

Crossing mirrors

Είκοσι δύο υαλώδεις πίνακες αφηγούνται την ιστορία του νερού και της συναρπαστικής του συνάντησης με το φως. Τα υδάτινα τοπία της Σταφυλοπάτη – βαθιά ροζ, ταξιδιάρικα μπλε, εκτυφλωτικά κίτρινα, με χειρονομίες άλλοτε περιπετειώδεις κι άλλοτε καθησυχαστικές – αιχμαλωτίζουν το βλέμμα του θεατή όπως η μυθολογική λίμνη καθηλώνει το είδωλο του Ναρκίσσου. Στους τοίχους της έκθεσης παρακολουθούμε καρέ-καρέ το βλέμμα του φωτός να διαθλάται στην επιφάνεια του καμβά και εντέλει να ενσωματώνεται στο έργο τέχνης. Εκεί που διασταυρώνονται τα ποτάμια του χρώματος ο διαβάτης καλείται να επιλέξει τον δρόμο του. Διασχίζοντας την επιφάνεια, αφήνει πίσω το είδωλό του και προχωρά σε μια νέα γνωριμία με το φως και το χρώμα που ο ίδιος μυστικά περιέχει.

Ο τίτλος της έκθεσης Crossing Rivers μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους: ποτάμια που διασταυρώνονται και ποτάμια που διασχίζονται. Η πρώτη ανάγνωση έχει έναν αισθητηριακό στόχο, μας βάζει να παρατηρήσουμε τις ροές των χρωμάτων, σαν φυσιολάτρες που ακολουθούν μια διαδρομή ανάμεσα σε βράχους και φυλλώματα στο πλάι ενός ποταμού για να καταλήξουν σε έναν δροσιστικό καταρράκτη. Η δεύτερη ανάγνωση έχει έναν αυτογνωσιακό στόχο∙ μας καλεί να πραγματοποιήσουμε ένα πέρασμα. Όμως κανένα πέρασμα δεν επιτρέπει να το πάρεις αψήφιστα. Ήδη, οι αρχαίοι Έλληνες, όπως είδαμε, έδιναν τεράστια σημασία στον συνοριακό χαρακτήρα ενός ποταμού αλλά και στην ενωτική του ικανότητα μέχρι και με τις ψυχές από το Επέκεινα.

Έχοντας επιστρώσει την επιφάνεια των έργων της με ρητίνη, η Σταφυλοπάτη παίρνει ένα ρίσκο: δημιουργεί χώρους που είναι απορροφητικοί και μαζί απροσπέλαστοι, εκθαμβωτικοί μη-τόποι, τους οποίους ο θεατής πρέπει να αποφασίσει πώς θα προσεγγίσει. Η γυαλάδα των τελάρων επιτρέπει στις αντανακλάσεις του φωτός να παίζουν το παιχνίδι τους, δεξιώνεται τον περιβάλλοντα χώρο σαν μέρος του θέματος και αναπόφευκτα υποδέχεται το καθρέφτισμα του θεατή. Χωρίς ποτέ να προτείνουν τον εαυτό τους ως καθρέφτες, αφού η γυαλάδα τους δεν είναι εκείνη του υδράργυρου αλλά της λίμνης με τις θολές και φυτικές περιοχές της, λιγότερο μας δείχνουν ποιοι είμαστε και περισσότερο μας προκαλούν να αναρωτηθούμε. Οι επιτοίχιες λίμνες που στέκουν απέναντί μας δεν γίνεται παρά να ξυπνήσουν τον προσωπικό μας Νάρκισσο. Με σκοπό όμως αμέσως μετά να τον ξανακοιμήσουν. Η τέχνη των άλλων (εκείνη δηλαδή που της αφιερώνεσαι χωρίς να την έχεις δημιουργήσει, όπως εδώ η ζωγραφική της Σταφυλοπάτη που σε καλεί να της αφιερωθείς) είναι ο δρόμος για να διασχίσεις τελικά το ίδιο το Εγώ σου, το οποίο τείνει να σε καθηλώσει και εντέλει να ελευθερωθείς σαν να ήσουν νερό.

Into nothing / Watercolors and resin on canvas, 2021

Ύδωρ και χρώμα

Μέσα σε όλα, το μαγικό ύδωρ κινεί λοιπόν και την τέχνη. Η ελευθερία στην κίνηση και η διαφάνεια είναι τα δύο βασικά χαρακτηριστικά που η ακουαρέλα κληρονομεί από το νερό. Η Λάρα Σταφυλοπάτη ακούει τις συμβουλές του υλικού της. Το χρώμα παίρνει τις αποφάσεις της. Η Σταφυλοπάτη το ακολουθεί, το επαναφέρει, το αφήνει να παίξει, του δίνει κλίση, του δίνει ανάσες, το συστήνει στο φως, το παρακολουθεί κάνοντας τις απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις, αφήνοντάς το κατ’ ουσίαν ελεύθερο ∙ όπως ο γονιός βλέπει το παιδί να αναπτύσσεται, συμβάλλοντας με τρόπο διακριτικά καθοριστικό. Ακριβώς επειδή η εικαστικός σε κάθε της πίνακα δίνει βήμα στους στοχασμούς του χρώματος, σαν να ήταν ένας ζωντανός οργανισμός, γι’ αυτό και οι αποφάσεις που εκείνο παίρνει οδηγούν την Σταφυλοπάτη σε ποικίλα μονοπάτια. Η φυσική επιθυμία του υδατοχρώματος να επιδείξει την διαυγή του δύναμη το κάνει να αλλάζει περιβάλλοντα και τεχνοτροπίες∙ θέλει να μιλήσει κελαρυστά σαν πρωινό ρυάκι∙ θέλει να μιλήσει υπνωτιστικά σαν το ηχητικό μοτίβο της βροχής∙ θέλει να μιλήσει σιβυλλικά με ένα σήμα καπνού∙ θέλει να μιλήσει κυτταρικά σαν τραγούδι του σώματος. Αρκεί να κοιτάξουμε τους πίνακες και θα καταλάβουμε ότι εδώ το χρώμα θέλει πολλά και τα δίνει όλα.

Αυτή η έκθεση έχει συνείδηση των προθέσεών της και τις αφήνει να φωταγωγηθούν χωρίς καμουφλάζ. Οι τίτλοι που δίνονται στα έργα από την καλλιτέχνιδα ενισχύουν τη φωνή της εικαστικής της ταυτότητας. Το κάλεσμα του νερού που έγινε χρώμα είναι καμπανιστό και έχει οικουμενικό χαρακτήρα. Μας λέει «Σε έναν κόσμο γεμάτο μάσκες, είναι προνόμιο να βλέπεις την ψυχή», «Άσε με να μπω», «Υπνώτισέ με», «Όταν τα κύτταρα δονούνται», «Χρησιμοποίησε την αμφιβολία για να ελευθερώσεις την ψυχή σου» (η μετάφραση των τίτλων στα ελληνικά μειώνει την ανάλαφρη συντομία της αγγλικής γλώσσας, αποκαλύπτει όμως το βάθος του καλλιτεχνικού αιτήματος, την ουσία που αναζητά). Με τους τίτλους λοιπόν ολοκληρώνεται μια συνολικότερη μελέτη της Σταφυλοπάτη πάνω στα όρια και την δυνατή ελαστικότητα της ανθρώπινης ψυχής.

Το βάθος της επιφάνειας

Η επιστήμη της φυσικής μάς λέει ότι το νερό έχει την ιδιότητα να προικίζει την επιφάνειά του με έναν βαθμό ελαστικότητας. Έτσι προσφέρει στα έντομα ένα είδος επιδερμίδας για να μπορούν να περπατούν. Το γεγονός ότι οι σταγόνες έχουν ένα στοιχειώδες σφαιρικό σχήμα επίσης είναι μια απόδειξη αυτής της ελάχιστης επιφάνειας. Η ιδιότητα αυτή ονομάζεται Επιφανειακή Τάση.

Μακριά από την «επιφανειακή τάση» που επιδεικνύει ο ανθρώπινος ναρκισσισμός, το νερό αποδεικνύει ότι η μεταμόρφωσή του είναι πιο εντυπωσιακή ακόμα και από εκείνη του Ναρκίσσου και ότι όλοι δεν είμαστε παρά μικρά έντομα που διασχίζουμε τη γενναιόδωρα δοσμένη επιφάνεια του νερού. Με επίγνωση ότι η τέχνη είναι η επιστήμη του ορατού αλλά και του αόρατου, η ζωγραφική της Λάρας Σταφυλοπάτη, γεμάτη σεβασμό και γενναιοδωρία, μας προτείνει να διαβούμε μια επιφάνεια που θα μας κάνει βαθύτερους.

Μαρία Γιαγιάννου

Συγγραφέας – θεωρητικός τέχνης

Ιούλιος 2021

Η Νοτρ Νταμ και η ταχεία του πένθους

cover

Η ταχύτητα της διαδοχής των γεγονότων και της αναμετάδοσής τους καθιστά το συναίσθημα και την επώασή του εντελώς πασέ. Οι νευρικές μας συνάψεις ζουν πάνω στις ηλεκτρονικές. Η Νοτρ Νταμ κάηκε, η Νοτρ Νταμ ξαναστήνεται. (Το ότι μαζεύτηκαν τα χρήματα για να ξαναστηθεί, παραδόξως κάποιους τους στεναχωρεί περισσότερο από το γεγονός ότι κάηκε. Αλλά, γι’ αυτό το θέμα, θα επανέλθω στο υστερόγραφο). Δεν ξέρω πού να ακουμπήσω την ψυχή μου, οι ειδήσεις με θέλουν συντετριμμένη και την επόμενη στιγμή πανευτυχή. Κι αν χαίρομαι με τη διεθνή ανταπόκριση, αυτό δεν σημαίνει πως η λύπη μου τελείωσε. Η αποστροφή απέναντι σε κάθε απαισιοδοξία μάς αναγκάζει να κλείνουμε τις αναρτήσεις μας (μα κι όταν μιλάμε, προφορικές αναρτήσεις δεν ξεστομίζουμε;) με μια θετική ατάκα. Με πλήττει και με διαπερνά το σοκ μπροστά στο φλεγόμενο μνημείο, αλλά θα το ξεπεράσω σύντομα. Γι’ αυτό, προτού το πένθος μου πέσει στη σούπα και ξεχαστεί, θέλω να καταγράψω ένα ιδιαίτερο είδος θλίψης (ακόμα κι αν πέρασε ένας αιώνας από προχθές). Θέλω να επιμείνω λίγο στην ανατομία της συλλογικής θλίψης, μιας οξυκόρυφης απελπισίας που αποθηκεύεται μέσα μας ακόμα και μετά το τέλος της.

Η καταστροφή της Νοτρ Νταμ έφερε ρίγος και λειτούργησε σαν μια ισχυρή υπόμνηση θανάτου (πέραν από υπερθέαμα συλλογικού θανάτου). Κοιτάμε όλοι σαστισμένοι και ανήμποροι, συγκρατώντας την παρόρμηση να ρίξουμε έναν κουβά νερό να σβήσουμε την οθόνη. Η θλίψη που συνοδεύει αυτή την ιστορική καταστροφή είναι ξεχωριστή. Σε ταπεινώνει και γονατίζει το ηθικό σου, με έναν τρόπο που δεν σε αφορά άμεσα αλλά σε διατρυπά σαν κάτι υπερκόσμιο που φτάνει και σ’ εσένα (ένας υπερφυσικός κεραυνός; η δυσοίωνη καμπάνα ενός αόρατου κωδωνοκρούστη;) για να σου δείξει την πικρή, την ατομική σου φθαρτότητα.

Αυτή η θλίψη σε οδηγεί να πιστέψεις πως καθώς σβήνονται τα χνάρια του πολιτισμού πίσω σου δεν ακολουθεί τίποτα μπροστά σου. Στην ξύπνια και σαρκαστική μας εποχή που αποθεώνουμε το ασήμαντο (επανορθώνοντας συχνά τις αδικίες), αυτή η αποθέωση συμβαίνει πάντα και μόνο υπό την προστατευτική σκιά των ανυπέρβλητων αριστουργημάτων. Ίσως κιόλας να είναι (/ήταν;) μεγάλη η θλίψη για τη Νοτρ Νταμ γιατί εκείνες οι στιγμές που η ανθρώπινη λαίλαπα κόπασε για να αναβλύσει από μέσα της το απαύγασμα κάποιας τέχνης, είναι τα σωτήρια διαλείμματα της βίας που μαρτυρούν την παρουσία του καλού μέσα στον άνθρωπο –αποδείξεις που δεν αντέχεις να τις βλέπεις να καίγονται.

Μπορεί να μαζεύτηκε κιόλας 1 δισεκατομμύριο για να επισκευαστεί, όμως κάτι ανεπανόρθωτα απαισιόδοξο ξύπνησε μέσα μου. Έχω συχνά μια ρομαντική και μηδενιστική εντύπωση πως δεν θα ξαναγεννηθούν αριστουργήματα. Νομίζω πως αυτή η στενάχωρη σκέψη έχει κάποια σχέση και με την ταχεία του πένθους, που σημαίνει το τέλος του αναστοχασμού. Επιμένει μόνο η εντύπωση πως ό,τι φτιάξαμε, φτιάξαμε. Και εντέλει νομίζω ότι η γεύση του θανάτου στο στόμα μου δεν είναι οι στάχτες όσων χάθηκαν χθες, αλλά οι στάχτες όσων ξέρω πως δεν θα γίνουν στο μέλλον.

Μ.Γ. 18/4/19

Υ.Γ. Εντωμεταξύ, όσο εγώ μιλάω για τη θλίψη της καταστροφής (και παλεύω να παρατείνω τη θλίψη για να την κατανοήσω), έχουν εμφανιστεί τις τελευταίες μέρες αρκετοί που θα χαρακτήριζαν τη λέξη πένθος (για κάτι που δεν είναι άνθρωπος) από ασεβή έως εξωφρενική. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που: α) εκλαμβάνουν την καταστροφή της Παναγίας των Παρισίων ως ένα είδος τιμωρίας της ανθρώπινης αλαζονείας (επιβεβαιώνοντας το παράδοξο δίλημμα αισθητική vs ηθική, ωσάν η μία να μην μπορεί να περιέχει την άλλη, καθώς και συμπαρασύροντας ως «αλαζονικό» κάθε καλλιτεχνικό θαύμα) και κυρίως β) τονίζουν ότι καλό θα ήταν να κλαίμε μόνο για όσα θεωρούν οι ίδιοι άξια θλίψης. Η κοινωνική ευαισθησία τους δεν περικλείει προφανώς την τέχνη, την αποκλείει μάλιστα ως έναν εχθρό ικανό να αποπροσανατολίσει από τις αληθινές αξίες. Εδώ το βασικό παράδειγμα είναι οι ανθρώπινες ψυχές που υποφέρουν ή χάνονται σε άλλα θλιβερά πλαίσια και, για τους πρεσβευτές αυτής της άποψης, θα πρέπει να καθιστούν οποιονδήποτε άλλο σκοπό ανάξιο λόγου. Έτσι, κάθε συζήτηση για θλίψη είναι όντως πασέ, αφού προέχει τώρα η απαξίωση του γεγονότος. Ο ανθρωπισμός διατυμπανίζεται μέσω της οργής προς εκείνους που κλαίνε για την καταστροφή και προς όσους επιθυμούν την αναστήλωση. Δεν ξέρω τι να υποθέσω ότι θα σκεφτόταν το ηθικά ανώτερο αυτό πλάσμα αν καιγόταν το βασικό πολιτιστικό μνημείο της χώρας του. Τείνω να πιστέψω ότι δεν θα έχυνε δάκρυ μη τυχόν και κατηγορηθεί για κοινωνική/πολιτική αναισθησία.

Κλείνω το εκτενές μου υστερόγραφο με ένα ποίημα του Θεοδόση Βολκώφ από την συλλογή του Versus (εκδ. Παρισιάνου) που κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν από την πυρκαγιά:

 

Η Μπαλάντα των Παλαιών Καθεδρικών

 

Ως πέτρινα και γυάλινα Βιβλία,

Ως Γλώσσες άλαλες μα γλαφυρές,

μας πύργωσαν οι Αιώνες και η Χρεία

και κάποιες μυστικόπαθες ορμές.

*

Κρατάμε απ’ τις παλιές Βασιλικές

και γίναμε το καύχημα του Τόπου,

των Χρόνων μας μορφές δηλωτικές,

προς Δόξαν του Θεού και του Ανθρώπου.

*

Ορέων μάς συνέχει ακινησία.

Για να κτιστούμε, χάθηκαν γενιές

και στέρεψαν μυριάδες λατομεία

και σώματα σκεβρώσαν και ψυχές∙

και βρέθηκαν καινούργιες τεχνικές

κι ο μόχθος του πετρά, του ξυλοκόπου,

όλα, και του αρχιτέκτονα οι βουλές –

προς Δόξαν του Θεού και του Ανθρώπου.

*

Μιαν άυλη σαρκώναν Παρουσία

σκιάσεων και φωτός εναλλαγές

και πρόσδιδαν στη Θεία Λειτουργία

μυστήριο τα τόξα κι οι στοές,

και ευλαβείς, λαός προσκυνητές

υπό τις προσταγές του Επισκόπου

έψαλλαν και ψελλίζαν προσευχές

προς Δόξαν του Θεού και του Ανθρώπου.

*

Και κάποιοι τροβαδούροι, ποιητές,

προάγγελοι πιστοί του Νέου Τρόπου,

στα χείλη μας χαράζανε γραφές

που πρόλεγαν τον από Γης προσώπου

χαμό μας, με φωνές εκστατικές,

προς Δόξαν του Θεού και του Ανθρώπου.

Θ. Β.

Ο «Μπαλαντέρ» ως κρίσιμη μεταμυθοπλασία

*

Η φιλόλογος και συγγραφέας Άννα Αφεντουλίδου

αναζητά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πεζογραφίας της γενιάς μας.

Το «Μπαλαντέρ-μια ερωτική εξτραβαγκάντσα» (Μελάνι 2015)

βρίσκεται ανάμεσα στις επιλογές της.

Το α΄μέρος της συγκριτικής της μελέτης

δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή.

*

Διαβάστε εδώ:

Μαρία Γιαγιάννου – Μπαλαντέρ / «Κρίσιμα μεταμυθοπλαστικά έκδοχα»

 

 

Κλάρα Σούμαν – τελευταίες παραστάσεις / Θέατρο οδού Κυκλάδων

Η παράσταση

Κλάρα Σούμαν: τα χαρισματικά πρόσωπα μιας υπερμαριονέτας

συνεχίζεται

στο θέατρο της οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής

(Κυκλάδων 11 & Κεφαλληνίας, Κυψέλη)

για τρεις ακόμα παραστάσεις

Δευτέρα 19, Τρίτη 20, Τρίτη 27 Μαρτίου

Κλάρα Σούμαν: τα χαρισματικά πρόσωπα μιας υπερμαριονέτας

Δημοσιεύματα:

Απόσπασμα κειμένου στη Logotexnia 21

Αφιέρωμα στη Μαρία Γιαγιάννου – Βίντεο ΕΡΤ

Συνέντευξη Μαρία Γιαγιάννου – Περιοδικό Andro

Κριτική στην Εφημερίδα των Συντακτών

Κριτική στο περιοδικό Βακχικόν

Κριτική στο περιοδικό Bookpress

Συνέντευξη του Μιλτιάδη Φιορέντζη στο Theater View

Συνέντευξη του Μιλτιάδη Φιορέντζη στο Spirto

Μαρία Γιαγιάννου – ραδιοφωνική εκπομπή του Σταύρου Σταυρόπουλου – Ert Open 

Μαρία Γιαγιάννου – ραδιοφωνική εκπομπή Νατάσσας Βογιατζίδου – Amagi

 

*

 

Ταυτότητα της παράστασης

Συγγραφέας : Μαρία Γιαγιάννου

Σύλληψη | Σκηνοθεσία | Δραματουργία : Μιλτιάδης Φιορέντζης

Συνεργάτης Δραματουργίας | Διαμόρφωση πρόβας: Μαρία Όλγα Αθηναίου

Σκηνογραφία | Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα

Γλυπτική: Περικλής Πραβήτας

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Ηχητικός σχεδιασμός: Νίκος Παλαμάρης

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αριάννα Χατζηγαλανού

Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου

Promo teaser: Χρυσάνθη Μπαδέκα

 Ερμηνεύουν:

Πιανίστρια: Βικτωρία Κιαζίμη

Βαρύτονος: Νικόλας Καραγκιαούρης

Ηθοποιοί :    Μαρία Όλγα Αθηναίου

                        Μιλτιάδης Φιορέντζης

~.~

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

Λευτέρης Βογιατζής

Κεφαλληνίας & Κυκλάδων 11, Κυψέλη

Πληροφορίες – Κρατήσεις : 210 8217877

http://www.ticketservices.gr

Διάρκεια : έως 27 Μαρτίου 2018

~για λίγες μόνο παραστάσεις~

Δευτέρα & Τρίτη | Ώρα έναρξης  21:00

Τιμές εισιτηρίων : 14€ & 10€

Διάρκεια : 80 λεπτά χωρίς διάλειμμα

Κλάρα Σούμαν: τα χαρισματικά πρόσωπα μιας υπερμαριονέτας

Κ Λ Α Ρ Α   Σ Ο Υ Μ Α Ν

Τα χαρισματικά πρόσωπα μιας υπερμαριονέτας

(Μελάνι, 2018)

 Παράσταση για ένα πιάνο, μια φωνή και δύο πνεύματα

Βικτωρία Κιαζίμη - Νικόλας Καραγκιαούρης

Συγγραφέας: Μαρία Γιαγιάννου

Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Μιλτιάδης Φιορέντζης

 

 Θέατρο Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής

Κυκλάδων 11 & Κεφαλληνίας

 

Για το έργο

 

Μια εξάχρονη που υποκλίνεται σ’ ένα αυγό, η λατρεία ενός τρελού για μια παλιά φωτογραφία, ένας πατέρας που λέει όχι, το αυτόματο της Μαρίας Αντουανέττας, η πτώση στον παγωμένο Ρήνο, ένα μοιρασμένο ημερολόγιο, οκτώ τέκνα – ένα για κάθε νότα μιας οκτάβας, δυο καρδιές που γίνονται δάχτυλα. Ένα σύγχρονο μετα-ρομαντικό κείμενο έρωτα, ζήλιας, πίκρας και ελπίδας, κινεί τα νήματα της συμβίωσης ενός ιστορικού ζεύγους και ζυγίζει το μίγμα φθόνου και λατρείας ανάμεσα σε δύο ομότεχνους.

Το θεατρικό κείμενο Κλάρα Σούμαν: τα χαρισματικά πρόσωπα μιας υπερμαριονέτας της Μαρίας Γιαγιάννου είναι μια διακεκομμένη σεάνς επικοινωνίας με τα μεγάλα πνεύματα˙ της πιανίστριας Κλάρα Σούμαν και του συνθέτη Ρόμπερτ Σούμαν. Δυο παράλληλοι μονόλογοι διάστικτοι με ψιθύρους από τον Κλάιστ, τον Χόφμαν, τον Καμίσο, συλλαμβάνουν την ατμόσφαιρα του Ρομαντισμού για να την μετατοπίσουν γλωσσικά και τονικά σε ένα νέο συγκείμενο. Τα ερωτήματα διαπερνούν τις σελίδες και ορθώνονται στη σκηνή: Πώς ξεκουρδίζεται η μηχανή μιας ιδιοφυίας; Μπορεί μια μαριονέτα να ξεπεράσει τον δημιουργό της; Ποιος κινεί τα νήματα της ανθρώπινης δημιουργικότητας; Ποια είναι η διάσημη άγνωστη Κλάρα Σούμαν;

Για την παράσταση

Η περίοδος του ρομαντισμού στην τέχνη άφησε τις γυναίκες στο περιθώριο όπου ήδη βρίσκονταν, παρέχοντάς τους ελλιπή μόρφωση και τη δυνατότητα να γίνουν μόνο γκουβερνάντες, οικιακές βοηθοί και, στις πιο ευτυχείς περιπτώσεις, δασκάλες. Η γυναίκα-δημιουργός είναι είδος σπάνιο. Η Κλάρα Σούμαν υπήρξε παιδί-θαύμα που εξελίχθηκε σε αστέρι της πιανιστικής τέχνης˙ μια λαμπρή εξαίρεση με την τύχη να ζήσει τη φήμη της. Ωστόσο, το πεπρωμένο της, όπως και το όνομά της, συνδέθηκε σαρωτικά με τον -αδύναμο ως πιανίστα αλλά μεγαλοφυή ως συνθέτη- Ρόμπερτ Σούμαν.

Πώς βιώνει μια εξαιρετική γυναίκα των μέσων του 19ου αιώνα την καθημερινότητά της με έναν ομότεχνο δημιουργό, ο οποίος την φθονεί ενώ παράλληλα τη λατρεύει; Μπορεί η μητρότητα να αφήσει περιθώριο στην καλλιτεχνική δημιουργία όταν μια γυναίκα μεγαλώνει οκτώ παιδιά; Με τι ψυχικό σθένος αντιμετωπίζει κανείς την κατάρρευση του συντρόφου του;

Αντλώντας έμπνευση από τα παραπάνω ερωτήματα, η παράσταση Κλάρα Σούμαν, τα χαρισματικά πρόσωπα μιας υπερμαριονέτας της Μαρίας Γιαγιάννου, σε σύλληψη, δραματουργία και σκηνοθεσία Μιλτιάδη Φιορέντζη, επιχειρεί να δώσει υπόσταση στην φράση της Κλάρα: «Η μουσική δίνει ήχο σε  αυτά που θα ήταν καλύτερα να μείνουν στην σιωπή» όσο και να την υπερβεί. Τη σκηνή πλημμυρίζουν οι μελωδίες και τα τραγούδια του Σούμαν σε ζωντανή εκτέλεση από την πιανίστρια Βικτωρία Κιαζίμη και τον βαρύτονο Νικόλα Καραγκιαούρη, ενώ δύο πρωτότυποι παράλληλοι μονόλογοι εκφέρονται από τους δύο ηθοποιούς, Μαρία Όλγα Αθηναίου και Μιλτιάδη Φιορέντζη, εντάσσουν τη γλώσσα στο μαγευτικό φάσμα του ήχου και αναδεικνύουν μια σχέση μετ’ εμποδίων, αλλά και λυτρωτική, όπου η ανάγκη για σύνδεση και συν-κίνηση δεσπόζει ως μια από τις πιο προκλητικές και απελευθερωτικές εμπειρίες της ζωής.

Clara Schumann_η ομάδα

 

Όταν η Κλάρα γνώρισε τον Ρόμπερτ/ (Γερμανία, 19ος αιώνας)

Η Κλάρα Βικ γνώρισε τον Ρόμπερτ Σούμαν το 1828, όταν η ίδια ήταν εννέα ετών. Ο δεκαοχτάχρονος συνθέτης ήταν μαθητής του Φρίντριχ Βικ, του πατέρα της Κλάρα. Λίγα χρόνια μετά οι δύο νέοι ερωτεύονται και παρά τη σθεναρή αντίσταση του Βικ, παντρεύονται. Μετά την πρώτη τρυφερή περίοδο του γάμου τους, ο Σούμαν συνθέτει ακατάπαυστα αφήνοντας την Κλάρα στη σιωπή. Χωρίς να κάμπτεται από οκτώ εγκυμοσύνες και γαλουχίες, η Κλάρα σύντομα αρχίζει πάλι τις περιοδείες της. Γνωρίζει τεράστια επιτυχία ερμηνεύοντας τα έργα του Σούμαν.

Η καταξίωση της Κλάρα προκαλεί τη ζήλεια του Σούμαν, του οποίου ο ψυχισμός αρχίζει να κλονίζεται. Παρουσιάζει ιλίγγους, τρόμο, ακουστικές παραισθήσεις, αϋπνίες. Παρόλο που γράφει αριστουργήματα, η ψυχική του υγεία επιδεινώνεται διαρκώς με αποκορύφωμα το 1854 όταν επιχειρεί  να αυτοκτονήσει πέφτοντας στον Ρήνο. Μετά από το περιστατικό μεταφέρεται σε ψυχιατρείο έξω από τη Βόννη, όπου πεθαίνει το 1856. Η Κλάρα Σούμαν συνεχίζει να διαγράφει μια λαμπρή πορεία και να αποθεώνεται από το κοινό (συμπεριλαμβανομένου του ερωτευμένου Γιοχάννες Μπραμς) μέχρι τον θάνατό της από εγκεφαλικό το 1896.

Κλάρα Σούμαν της Μαρίας Γιαγιάννου

 

Ταυτότητα της παράστασης

Συγγραφέας : Μαρία Γιαγιάννου

Σύλληψη | Σκηνοθεσία | Δραματουργία : Μιλτιάδης Φιορέντζης

Συνεργάτης Δραματουργίας | Διαμόρφωση πρόβας: Μαρία Όλγα Αθηναίου

Σκηνογραφία | Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα

Γλυπτική: Περικλής Πραβήτας

Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα

Ηχητικός σχεδιασμός: Νίκος Παλαμάρης

Βοηθός Σκηνοθέτη: Αριάννα Χατζηγαλανού

Υπεύθυνος επικοινωνίας : Άρης Ασπρούλης

Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου

Promo teaser: Χρυσάνθη Μπαδέκα

 Ερμηνεύουν:

Πιανίστρια: Βικτωρία Κιαζίμη

Βαρύτονος: Νικόλας Καραγκιαούρης

Ηθοποιοί :    Μαρία Όλγα Αθηναίου

                        Μιλτιάδης Φιορέντζης

~.~

 

Θέατρο της Οδού Κυκλάδων

Λευτέρης Βογιατζής

Κεφαλληνίας & Κυκλάδων 11, Κυψέλη

Πληροφορίες – Κρατήσεις : 210 8217877

http://www.ticketservices.gr

Πρεμιέρα : Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

~για λίγες μόνο παραστάσεις~

Δευτέρα & Τρίτη | Ώρα έναρξης  21:00

Τιμές εισιτηρίων : 14€ & 10€

Διάρκεια : 80 λεπτά χωρίς διάλειμμα

 

Μουσική πρόγευση

Ενημερώσεις

 

*

Ο «Αγνοούμενος» του Γιώργου Λαμπράκου / σκέψεις πολύ μετά

 

Ένα κείμενο-θύμηση, για ένα θεατρικό έργο που αγάπησα.

 

EROS ALERT

ΓΙΑ ΤΟΝ «ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΟΥ /

Γαβριηλίδης 2010

Η παράσταση 

Πού βρίσκεται;

             Πού βρίσκεται ο «Αγνοούμενος»; Θέλω να πω, το δεύτερο βιβλίο του Γιώργου Λαμπράκου (που κυκλοφόρησε το 2010 και ανέβηκε στο Θέατρο Φούρνος) σε ποια κατηγορία αληθινά ανήκει; Είναι καταρχήν θέατρο. Έχει χαρακτήρες, αμεσότητα, διαλόγους και προϋποθέτει τουλάχιστον ένα θεατή. Είναι όμως και κείμενο. Έχει πυκνότητα, βάθος και χρειάζεται χρόνο για να ριζώσει μέσα στο μυαλό του αναγνώστη. Και τα τρία έργα του εξάλλου, «Αναμνήσεις από το Ρετιρέ», «Αγνοούμενος» και «Υπογείωση», είναι ταυτόχρονα και θέατρο και πεζογραφία. Είναι πεζογραφία διότι η γλώσσα του συγγραφέα περιέχει πάντοτε τον καθαρό Λόγο του. Είναι θέατρο γιατί μαζί περιέχει και το μη-καθαρό, το αληθινό, το βιωμένο Σώμα.

            Όπως όλα τα έργα του Λαμπράκου, έτσι και ο Αγνοούμενος είναι μια κάθετη χειρονομία, μια κίνηση προς το συναισθηματικό βάθος του θεατή/αναγνώστη. Περισσότερο από τα άλλα δύο βιβλία, ο Αγνοούμενος είναι επίσης μια οριζόντια χειρονομία, ένα ψηλάφημα στο χώρο, ίσως διότι διαφορετικά δεν μπορεί να πιαστεί ένα φάντασμα˙ και εν προκειμένω το φάντασμα του Έρωτα. Ο συγγραφέας συντονίζει μια κίνηση σύλληψης του αόρατου φαινομένου, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, έχει φύση διάχυτη˙ εισχωρεί, διαμορφώνει, αποχωρεί και παραμένει ακαλούπωτο.

            Στην υπηρεσία μιας αισθητικής και φιλοσοφικής αναζήτησης, ο Λαμπράκος μετατρέπει τα τρία πρόσωπα – που θα μπορούσαν να είναι ένα πρόσωπο – σε σχήμα. Χωρίζει μια ψυχή που αναζητά τον Έρωτα σε τρία μέρη και τα απλώνει τριγωνικά στο χώρο. Το σχήμα αυτό ενώνει τους ήρωες με νοητές γραμμές, μα πρόκειται για γραμμές διακεκομμένες που ταυτόχρονα τους χωρίζουν. Σε αυτή την απόσταση θα επανέλθω.

Η υπόθεση των λέξεων

            Προς το παρόν θα σταθώ στην υπόθεση. Στην ποια; Αν υποθέσουμε ότι μια υπόθεση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για ένα θεατρικό, εδώ η υπόθεσή μας αίρεται. Συναντούμε μια σειρά από προβληματισμούς που υποκαθιστούν με επιτυχία την δομή ενός κλασικού έργου. Οι προβληματισμοί των χαρακτήρων έχουν πρωτίστως στοχαστική ποιότητα. Δεν αποτελούν το διαλογικό μέρος μιας διαδοχής σκηνικών δράσεων που θα οδηγούσε στην κορύφωση και σταδιακά σε ένα τέλος. Οι λέξεις εδώ εξυπηρετούν την τελεστική λειτουργία του λόγου, δηλαδή λειτουργούν ως πράξεις. Δεν εξυπηρετούν την δράση ενός θεατρικού έργου που εξελίσσεται˙ οι λέξεις είναι η δράση του έργου.

            Τρία πρόσωπα διασχίζουν με τις ευφυείς, όσο και σωματικές λέξεις τους, οκτώ σκηνές αναζητώντας τον (αιώνιο) Αγνοούμενο. Δύο γυναίκες κι ένας άνδρας διαβαίνουν τα στάδια του Έρωτα, κυρίως μέσω των προσωπικών τους αναμνήσεων, σκορπίζοντας επί σκηνής λόγια ηττημένα, τα οποία ωστόσο σπανιώς καταλήγουν σε λυγμό. Πολύ συχνά μια φράση που δηλώνει το αίσθημα ήττας του προσώπου, έχει εξέλιξη χιουμοριστική (δεν είναι εξάλλου το χιούμορ ένα από τα πρόσωπα του κυνισμού;), συχνά μάλιστα ξεκαρδιστική, ιδίως σε αντίστοιξη με την περιρρέουσα πίκρα, και τούτο είναι ένα γνώρισμα της γραφής του Λαμπράκου, το οποίο έχει την τσεκαρισμένη ικανότητα να ανυψώνει τον ήρωα – και μαζί τον αναγνώστη – από την θλίψη που μαζεύεται γύρω του σαν κινούμενη άμμος, στα κωμικά ύψη της ζωής.

*

Εκείνη λέει: «Κάθε ερωτική σχέση είναι πλέον σαν βαρετό πάρτι. Ξέρεις πότε θα πας, τι θα πιεις, τι θα πεις, τι ώρα θα γυρίσεις σπίτι για να ονειρευτείς αυτό που δεν έζησες…. Ή μήπως μόνο εγώ πηγαίνω σε τέτοια άθλια πάρτι;»

ή αλλού: «-Το σεξ είναι υπερτιμημένο –Τι εννοείς; – Το σεξ αξίζει κυρίως για το πριν και το μετά. Πριν, επειδή έχεις αγωνία και πάθος, και μετά… επειδή σου ‘ χουν φύγει»

ή αλλού: «Έλα μην κλαις, έρωτας είναι, θα περάσει»

*

Εξατομίκευση και Παιδικότητα

           Ο «Αγνοούμενος» του Γιώργου Λαμπράκου είναι δομικά συγγενής με το «Λαχταρώ» της Σάρα Κέην, αλλά δεν πηγάζει από τα βάθη με εκείνη την πηχτή μαυρίλα που ταυτίζεται με την αυτοκαταστροφή. Ο «Αγνοούμενος» δεν ανήκει στην Κόλαση, ανήκει σε έναν ανέφικτο Παράδεισο. Αυτό συνιστά μια τεράστια διαφορά. Το βιβλίο αυτό αποζητά την ενότητα, παρότι δείχνει σαν να ρέπει συχνά προς την διάλυση – μορφικά και περιεχομενικά. Εδώ η αυτοκαταστροφή των ηρώων ανήκει σε μιαν αιμάσσουσα παρατεταμένη εφηβεία, που παλεύει με τις ελπίδες και την αθωότητά της. Κι εδώ που τα λέμε, ποιος δεν είναι έφηβος μπροστά στον Έρωτα; «Το εικοσάρι στην τάξη του Έρωτα, το παίρνει ο αδιάβαστος», μας λέει ο άνδρας του τριγώνου, με διάθεση μετασχολική. Οι χαρακτήρες δεν είναι πραγματικά ματαιωμένοι, γιατί δεν είναι ακόμα ενήλικοι. Είναι φοβισμένοι από την ιδέα της ματαίωσης, ή αλλιώς από την επερχόμενη ενηλικίωση, μια ενηλικίωση που δεν σχετίζεται με την ηλικία, αλλά με την προσγείωση στην ωριμότητα. Μια ωριμότητα που μοιάζει ξενερωτική παρά ερωτική, που δείχνει να συγκρούεται με την εντύπωση που έχουμε για τον Έρωτα όσο είμαστε παιδιά.

*

Εκείνη λέει: «Ο Έρωτας είναι ένα παραμύθι που το λατρεύουμε όσο είμαστε νέοι. Όταν μας πείσουν ότι το παραμύθι είναι ψέμα, βάζουμε τα κλάματα. Κάποτε διαπιστώνουμε ότι το παραμύθι δεν είναι ακριβώς ψέμα, οπότε ξαναβάζουμε τα κλάματα: όχι όμως επειδή πιστεύουμε ότι μας εξαπάτησαν, αλλά επειδή η ζωή μας δεν είναι πια παραμυθένια.»

*

            Ας επανέλθω τώρα στο ζήτημα της απόστασης μεταξύ των χαρακτήρων. Η δομή του «Αγνοούμενου» καθώς και η όλη ατμόσφαιρά του, δηλαδή το άυλο σκηνικό μέσα στο οποίο μετεωρίζονται οι ήρωες, αναδεικνύει την εξατομίκευση του ανθρώπου. Η σπασμένη επικοινωνία τους είναι μια σειρά από τσιτάτα που τέμνονται σε ένα απολαυστικό πινγκ-πονγκ, το οποίο ποτέ δεν εκτονώνει τις αληθινές σχέσεις, αφού πρόκειται για ένα είδος διαξιφισμού που δεν στοχεύει στο να αγγίξει τον άλλο, αλλά στο να εκπαιδεύσει τον ίδιο τον εαυτό˙ έναν εαυτό που, παραμένει κλεισμένος σε φράσεις αυτοαναφορικές, περιγραφικές ή αφοριστικές, δηλαδή φράσεις μοναχές. Οι χαρακτήρες παίζουν πινγκ-πονγκ με τον καθρέφτη τους. Οι ήρωες λεκτικοποιούν το σώμα τους, επιβεβαιώνοντας την απουσία του και άρα την ατελή σχέση μεταξύ τους.

*

Εκείνος λέει «Το σώμα έχει πάντα δίκιο, μα σπάνια με δικαιώνει» ή «Ο κόσμος μου απαγορεύει να χρησιμοποιώ το σώμα μου σωματικά»

*

Ο Λαμπράκος αναδεικνύει την δυστοκία στην επικοινωνία (και πιο συγκεκριμένα στην ερωτική), που κάνει τις σχέσεις των ανθρώπων πικρές και ελλειμματικές.

Οι σταθμοί

Ανάμεσα στη μοναχική κατάθεση αναμνήσεων, εντυπώσεων και συμπερασμάτων, παρεμβάλλονται ποιήματα (απαγγέλεται Μπλέηκ, Εμπειρίκος, Κάμινγκς, Ελύτης κ.α.) που υπογραμμίζουν τον διάλογο του Λαμπράκου με τους μεγάλους ερωτοπλόκους της λογοτεχνίας καθώς και στιγμιότυπα του βίου των τριών χαρακτήρων, όπου εικονογραφούνται «λάιβ» οι σταθμοί της ερωτικής σχέσης δύο ανθρώπων που θέλουν να ωριμάσουν, αλλά αδυνατούν.

  1. Ο σταθμός του πρώτου Ενθουσιασμού, όπου όλα μοιάζουν, κι άρα είναι, ονειρεμένα. Λένε: «Είσαι το άσβηστο φως», «Είσαι το γελαστό πρωινό».
  2. Ο σταθμός της πρώτης Απογοήτευσης. Του λέει: «Όλο λόγια κι υποσχέσεις είσαι» κι εκείνος απαντά «Σ’ αγαπώ, πίστεψέ με, γιατί δεν με πιστεύεις;»
  3. Ο σταθμός της καταπίεσης και της επιβολής των αναγκών. Της λέει: «-Σε θέλω, αλλά δεν αντέχω να με περιορίζεις συνέχεια. Δεν με θέλεις ελεύθερο», του απαντά «- Θέλω να είσαι ελεύθερος να είσαι μαζί μου»
  4. Ο σταθμός της ανάδυσης των βιολογικών και κοινωνικών διαφορών. Εκείνος λέει «Το μόνο ήθος βρίσκεται στο στήθος» και καταλήγει να γράφει μια «Ωδή στο Βυζί» κι εκείνη λέει «Αγάπη μου θέλω ένα παιδί». Αυτός της απαντά «Τι να το κάνεις;» ενώ στην πραγματικότητα εννοεί πως γίνεται να θέλεις ένα παιδί από κάποιον που είναι ένα παιδί;
  5. Έπειτα, ο σταθμός της Απομάγευσης. «-Αντί να γράφεις ποιήματα, δεν γράφεις κανένα βιογραφικό; -Το βιογραφικό μου θα το γράψει ο βιογράφος μου –Μέχρι να πιάσει δουλειά ο βιογράφος σου δεν πιάνεις κι εσύ καμιά δουλειά;»
  6. Και φυσικά, ο σταθμός του Χωρισμού. Ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν είναι ο τελικός. Ο θάνατος μιας σχέσης γίνεται το λίπασμα της επόμενης. Η λούπα επιβεβαιώνει την καθήλωση στα λάθη, αλλά και την επιστροφή στη ζωή.

Οι τρεις χαρακτήρες μοιάζουν ενίοτε σαν να κινούνται προς τα εμπρός, προς τα εκεί όπου ο Αγνοούμενός τους ιδανικά αποκαλύπτεται. Πολύ σύντομα όμως ο αναγνώστης/θεατής διαπιστώνει ότι και οι τρεις απλώς περνούν από βαγόνι σε βαγόνι, σε ένα τρένο, το οποίο τρέχει μεν, αλλά κρατώντας τους ίδιους στάσιμους στα καθίσματά τους, σε θέση ακινησίας. Το τρένο κινείται σε ράγες καρφωμένες στην ίδια θέση ανά τους αιώνες, προχωράει μπροστά χωρίς να υπολογίζει την «ελεύθερη» βούληση των επιβατών. Οι επιβάτες της Ερωτικής Μοίρας ανέβηκαν και εφόσον ανέβηκαν, θ’ ακολουθήσουν τη γραμμή, παρά τις προσπάθειές τους να εκτροχιαστούν.

Ο συγγραφέας σε κάνει πάντα ν’ αναρωτιέσαι: στον Έρωτα δίνει ρυθμό η φύση Του ή η κοινωνία;

 Η εμφάνιση του Έρωτα

            Με ποιον τρόπο κάνει την εμφάνισή του ο Έρωτας στον Αγνοούμενο του Γιώργου Λαμπράκου;

           «Η σχέση δεν είναι επιχείρημα να λέει ο καθένας τι πιστεύει κι ο άλλος να συμφωνεί ή να διαφωνεί» λέει ο Άνδρας της παρέας. Κι όμως, στον Αγνοούμενο, ο Έρωτας είναι επιχείρημα, γιατί ο Έρωτας λείπει και ό,τι λείπει δεν μπορεί παρά να αφήσει πίσω του ένα ομοίωμά του στην περιοχή της μνήμης, μια εντύπωση που, μέσω της γλώσσας, ντύνεται ένα έλλογο περίβλημα που αντικαθιστά το σώμα της. «Η ποίηση είναι το πένθος για τον θάνατο του Έρωτα» θέτει το ζήτημα, με άλλα λόγια, ο ίδιος ο ήρωας. Μετά τον Έρωτα, ο Έρωτας γίνεται επιχείρημα. Γι’ αυτό και ο Άνδρας απορεί με τον εαυτό του… «Όταν με παράτησε, άρχισα να δίνω συμβουλές για τον Έρωτα. Ποιος; Εγώ… Έλεγα σ’ όλους: Ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα που δεν χρειάζεται δικαιολόγηση». Τρία πρόσωπα, τρία δοχεία συναισθηματικών εντάσεων, προσδοκιών, φόβων, μεταχειρίζονται τον λόγο, εκλογικεύουν, μετουσιώνουν το σώμα σε πολιτισμό για να μπορέσουν να εισαχθούν στον αναπόφευκτο κόσμο των ενηλίκων.

           Ο «Αγνοούμενος» είναι ένα θεατρικό έργο μελαγχο-γλυκό, χιουμοριστικό, με αφορισμούς τύπου Όσκαρ Ουάιλντ, με τρεις συμπληρωματικούς χαρακτήρες, των οποίων τις σκέψεις καλωσορίζουμε διαρκώς με μια αίσθηση βαθιάς οικειότητας που μας εκπλήσσει, είναι ένα έργο που κατορθώνει να χτίσει μιαν ατμόσφαιρα διάχυτης αβεβαιότητας με απόλυτη σιγουριά.

            «Ό,τι και να πεις για τον Έρωτα, έχει ήδη ειπωθεί». Με αυτή την αλήθεια ξεκινάει το έργο, για να την ανατρέψει στις επόμενες σκηνές και τέλος να την επιβεβαιώσει. Η αιώνια επανάληψη του ίδιου, το «πάμε πάλι από την αρχή», είναι στην ουσία το κυνήγι της πρώτης φοράς. Κυνηγώντας την πρώτη φορά, προσπαθούμε να φέρουμε πίσω την παιδικότητά μας. Ο Αγνοούμενος του Γιώργου Λαμπράκου είναι ένας κλασικός μικρός άγγελος ερωτιδεύς, ένας έρωτας-παιδί, γεμάτος πίστη στο φοβερό μέλλον. Κι έτσι, είναι ταυτόχρονα ένα θεατρικό έργο απολύτως ερωτεύσιμο.

Μαρία Γιαγιάννου

Απρίλιος 2012

*

 

Ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου για τον ζωγράφο Απόστολο Γιαγιάννο/ 1979

Apostolos Yayannos _Landscape_1974

«ΓIAΓIANNEIOΣ» TOΠIOΓPAΦIA / Κείμενο του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου για τη ζωγραφική του Απόστολου Γιαγιάννου / 1979

Παρακολουθώ, πως όσο περισσεύουν οι άνθρωποι, όσο συμπαρατίθενται οι κατασκευές και μπουκώνει αυτή η ατμόσφαιρα, τόσο και συχνοεμφανίζεται η ερήμωση της ζωής στα τοπία ορισμένων ζωγράφων του καιρού μας. Δεν είναι, βέβαια, η εξεικόνιση καμιάς επιθυμίας σφοδρής για απομόνωση μέσα σ’ ένα τοπίο εντυπωσιακά λιτό, ούτε, ασφαλώς, είναι απλά και μόνο η ζωγραφική απόδοση της σύγχρονης ανησυχίας για την πυκνόρρευστη ρύπανση όπου μέσα της πλατσουρίζουμε, αλλά είναι, θαρρείς, μια επίμονη ενόραση, κάτι το βαθιά προφητικό, συνυφασμένο πια με τη θέα των εμπειρικών μας τοπίων. Δεν ημπορούν οι ζωγράφοι αυτοί – και όχι μόνον οι ζωγράφοι, βέβαια – να βλέπουν ακόμα τα τοπία με ειδυλλιακή διάθεση και αθωότητα, αλλά ούτε καν με ρεαλιστική διάθεση, μα μονάχα προορατική, παθητικά προορατική, σαν αναπόφευκτη μοίρα.

Tα τοπία της ερημιάς και της μόλυνσης δεν είναι κατ’ ανάγκη και για τη ζωγραφική δυσάρεστα. Φανταστικά καθώς είναι, ψυχοπαθητικά καθώς είναι, δίνουν, σηκώνουν μάλλον, χρώματα ονειρικά, εννοώ εφιαλτικά, μη φυσικά, μη φυσιολογικά, σε θέσεις και συμπαραθέσεις και συμπυκνώσεις και συνδυάσεις και συνυπάρξεις και συνθέσεις –ναι συνθέσεις, αυτό ήθελα τόση ώρα να πω – όπως στου Aπόστολου Γιαγιάννου τα τοπία αυτά, που με κάνουν και γράφω, βλέποντάς τα, το σημείωμα αυτό, και που μου δείχνουν ταυτόχρονα την πάνω επιφάνειά τους, αυτήν που ξέρουμε ή θα ξέρουμε, μάλλον θα ξέρουν οι μεταγενέστεροι, ενώ εμείς θα ’μαστε από μέσα εκεί, στα σπλάχνα αυτά σφηνωμένοι, όπου παράλληλα στο κάτω μέρος του δήθεν τοπιογραφικού αυτού πίνακα συνηθάει ν’ ανοίγει και να ζωγραφίζει ο Aπόστολος Γιαγιάννος, ένα λιθαράκι κι εμείς– μακάρι και λίγο έγχρωμο.

H Γιαγιάννειος αυτή τοπιογραφία είναι τοπιογραφία σε βάθος, πρώτα-πρώτα υλικό. Όχι μόνο η επιφάνεια και η βιολογική ερήμωσή της, αλλά και πιο κάτω η δόμησή της, τα στρώματά της, τα χρώματα, οι φλέβες της αυτές που απομυζούν και χωνεύουν τελικά τα πάντα, μη χαμπαρίζοντας και πολύ από βιολογική μόλυνση. Kι ακόμα τα κύματα της ύλης, ζεστά ή πετρωμένα, οι φουρτούνες της, κάτω από μια φλουδίτσα ήρεμης επιφάνειας. Kι ακόμα κάτι πράγματα μακρουλά, θεόρατα, τεράστιες τορπίλες, θαμμένοι πύραυλοι, θαμμένη ίσως γονιμότητα, σε σχήματα κάπως σκανδαλιστικά. Δεν είναι ανάγκη να τα βλέπουμε όλα με τη φοβερή όψη τους …

Tελικά, βέβαια, κοιτάζοντας τα τοπία του Aποστόλη αρχίζεις για πολλά τους ν’ αμφιβάλλεις, αν πρόκειται για τοπία, έστω και ξεκοιλιασμένα , ρημαγμένα και παντέρημα, και λες μήπως πρόκειται για υποκειμενική εντελώς, υπερρεαλιστική απόδοση τοπίων μεταφυσικών, που παύουν βέβαια να λέγονται τοπία ή μήπως πρόκειται για απλές συμπαραθέσεις χρωμάτων καινούργιων, συνθετικών, απ’ αυτά που τόσο θέλγουν την όρασή μας, κι άς κάνουμε ακόμα πως μισούμε τα προϊόντα τα πλαστικά, μια και είναι της μόδας αυτό στην περιοχή μας, ενώ στην πραγματικότητα τα λατρεύουμε, υπνωτιζόμαστε, ναρκωνόμαστε, από τα χρώματα αυτά τα ψυχεδελικά, από τις ύλες αυτές τις πλαστικές, από τις οποίες κατά μέγα μέρος και σωματικά αποτελούμαστε.

Eγώ δεν ξέρω και πολύ από όρους της ζωγραφικής τεχνικής, γι’ αυτό και τους αποφεύγω. Πολύ θα ήθελα να παραθέσω τώρα μια σελίδα ολόκληρη με τα ονόματα των συνθετικών χρωμάτων με τα οποία δουλεύει η σημερινή ζωγραφική και ο Γιαγιάννος, βέβαια, είτε στα τοπία του αυτά, όπου το επίκεντρό τους είναι μια θάλασσα σχεδόν μαβιά ή ένα κομπάλτιο σχεδόν θαλασσί, είτε στα άλλα όπου επικρατούν όλες οι αποχρώσεις ενός πεθαμένου φεγγαρόφωτου, που ίσως να είναι και ήλιου φως, μές στην αιθαλομίχλη. Πάντως, βλέποντας τα τοπία του Aπόστολου Γιαγιάννου, κανοναρχιέμαι επίμονα από τους σεφερικούς στίχους του Έλιοτ, που τόσο με τυράννησαν εκ νεότητός μου:

… Δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο,

κι ο γρύλος ανακούφιση,

Kι η στεγνή πέτρα ήχο νερού…

O Γιαγιάννος δεν ζωγραφίζει μόνο τοπία

ΓIΩPΓOΣ IΩANNOY

Περ. «ZYΓOΣ», Mάϊος – Iούνιος 1979

Apostolos Yayannos_Landscape_c.1980

Apostolos Yayannos_Landcape_c.1980

 

Apostolos Yayannos_Composition_1981

Apostolos Yayannos_Composition_1981

 

Apostolos Yayannos_Landscape_c.1990

Apostolos Yayannos_Landscape_c.1990

 

Apostolos Yayannos_Landscape_2003

Apostolos Yayannos_Landscape_2003

 

Μπαλαντέρ / Η παρουσίαση

Στιγμιότυπα από την παρουσίαση

του Μπαλαντέρ

.

Αίτιον, 26/11/15

.

Φωτογραφίες και περιγραφή της βραδιάς στο Lifebeat

Μπαλαντέρ2

Μπαλαντέρ5Μπαλαντέρ-702x336

***

Προδημοσίευση από κεφάλαιο «Μπαγιατολογία»/ Bookpress

Προδημοσίευση από κεφάλαιο «Παθοφυσιολογία» / Litart

***

>

η Μελανίππη παρουσιάζεται στο Λεμόνι

η Μελανίππη παρουσιάζεται στο Λεμόνι

Το βιβλιοπωλείο ΛΕΜΟΝΙ και οι εκδόσεις ΣΜΙΛΗ

σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της

 

ΜΑΡΙΑΣ ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ

Μελανίππη

την Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

 στις 8.30 μ.μ.

στην μικρή αυλή του βιβλιοπωλείου.

 .

Για το βιβλίο θα μιλήσει

ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΑΪΚΟΣ

θεατρικός συγγραφέας , μεταφραστής.

 .

 .

      ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΛΕΜΟΝΙ -Ηρακλειδών 22, Θησείο – Τηλ : 2103451390

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΜΙΛΗ – Ναυαρίνου 18-20 , Αθήνα – Τηλ : 2103637541

http://www.lemoni.gr

.

Θα ακολουθήσει συζήτηση και κέρασμα στην αυλή.