Ίχνος από λευκό Titanium

Titanium Yiayiannos Gallery (1987-2015)

Σαν να θέλω να χωρέσω ένα μυθιστόρημα σε μια φράση, ξεκινώ:

Το 1987, στον αριθμό 44 της Βασιλέως Κωνσταντίνου, η γκαλερί Titanium άνοιξε τις πόρτες της. Μπορώ σήμερα να πω ότι ήταν η πιο εντυπωσιακή γκαλερί που έχω δει στη ζωή μου, συμπεριλαμβανομένων αιθουσών στην Ευρώπη και τη Νέα Υόρκη. Δεν φταίει μόνο που την έζησα από τα εννιά μου μέχρι το 2015 σε καθημερινή σχεδόν βάση και άρα, αυτονόητα, την αγαπούσα με εμπειρία κάθε οριζόντιας και κάθετης γραμμής της. Είναι που οι ευρύχωροι διάδρομοι, μ’ εκείνο το συγκλονιστικό αίθριο με τη στριφογυριστή σκάλα και τις κροκάλες, σχημάτιζαν ένα αληθινό τυχερό πέταλο. Οι μαγνητικοί πόλοι του κατέληγαν στην πρόσοψη, απέναντι από το άγαλμα του Τρούμαν. Ο μαγνήτης είχε δύναμη, η Αθήνα ερχόταν. Ο ένας αρωματισμένος με αέρα προοπτικής, ο άλλος διανοούμενος, οι καλλιτέχνες, οι επιχειρηματίες, οι πολιτικοί, οι περαστικοί, η γυναίκα που κοιτούσε κάθε μέρα το έργο απ’ έξω ώσπου της χαρίστηκε, οι φιλόδοξοι, οι τεχνοκριτικοί, το παιδί, οι αβανγκάρντ χορευτές (πρώτη φορά που είδα γυμνή περφόρμανς ήταν εκεί), ο έμπορος με τα παλιά παιχνίδια, οι φαντεζί ή οι διακριτικές διασημότητες, θυμάμαι και τον Αρκά με ένα μαύρο παλτό, οι ποιητές, θυμάμαι και τον Ελύτη, φυσικά τον Καρούζο, ηθοποιοί πολλοί, θυμάμαι την Ειρήνη Παππά, τη Μελίνα Μερκούρη και ο μουσικός, ο φοιτητής, ο παλιός φίλος από το εξωτερικό, ο ερωτύλος, ο είρων και ο δειλός, ο πρίγκηψ και ο φτωχός, ο αδαής και ο παράφρων, θυμάμαι μετέπειτα και κάποια φυσιογνωμία ναυαγισμένη στη γκρίζα ζώνη της τρέλας, και φυσικά οι εικαστικοί καλλιτέχνες – κάθε έκθεση και μία μικρή εποχή.

Ένιωθες λοιπόν ότι ο κόσμος που συνέρρεε ενδιαφερόταν και για τον άνθρωπο και για την τέχνη (τότε ακόμα ήθελε και να την αποκτήσει), πίστευε στην αξία της – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πίστευε. Το φιλότεχνο κοινό της εποχής αντάλλασσε μεγαλόφωνα απόψεις (ο Αριστείδης χαμηλόφωνα). Κι εγώ ήμουν εκεί. Οι δύο μεγάλες βιτρίνες φιλοξενούσαν τους πιο εντυπωσιακούς πίνακες της εκάστοτε έκθεσης. Και έξω να στεκόσουν, μπορούσες να πεις ότι επισκέφτηκες έκθεση, ότι υπήρξες μάρτυρας σε αισθητικό και συναισθηματικό συμβάν. Δεν θα μιλήσω για την ίδια την τέχνη – ούτε καν για την τέχνη του να στήνεις μια έκθεση, ή για τις περφόρμανς, τις παράλληλες εκδηλώσεις, τις συναυλίες, τις ομιλίες, τις παρουσιάσεις και τη σημασία τους. (Σίγουρα δεν θα μιλήσω εδώ για την παλαβή χαρά που μας έδενε όταν συνεργαζόμασταν με τη Ζώζη Φράγκου στην «οργάνωση παραγωγής», ούτε για την πολύπλευρη και στοργική αφοσίωση της Δάφνης Γιαγιάννου προκειμένου να λάμψουν οι εκθέσεις. Ούτε για τις αξέχαστες εκθέσεις του πατέρα μου, Απόστολου Γιαγιάννου (κανονικές γιορτές για μένα), εκεί από την αρχή ως το τέλος. Ούτε για την πρώτη παρουσίαση του πρώτου βιβλίου μου. Ούτε είναι εδώ το σημείο να μιλήσω για τη στιβαρή στήριξη της αναντικατάστατης Νάνσυς Σιλβέστρου. Ούτε ούτε ούτε – Θεέ μου, πόσα έχω να πω).

Θα περιοριστώ να πω μονάχα πως ήταν χώρος ζωτικός. Ζωτικός και ζωντανός, που άλλαξε μαλακά το πρόσωπό του με αναπόφευκτες ρυτίδες, μαζί με τους καιρούς, μαζί με τους ανθρώπους. Ήταν πολύτιμη για τους καλλιτέχνες, είτε το ήξεραν είτε όχι. Τώρα, που ζούμε μια πολυεπίπεδη παρακμή (και μαζί την παρακμή του πολυεπίπεδου), μια βαθιά υποτιμητική πολιτική απέναντι στον καλλιτέχνη-δημιουργό, την καχυποψία απέναντι στους ενδιάμεσους κρίκους που συμβάλλουν στη διάδοση του καλλιτεχνικού έργου, αλλά και την ειδικότερη απαξίωση της ζωγραφικής, φαίνεται πόσο πολύτιμη ήταν η Titanium.

Δεν θα είναι υπερβολή να πω ότι ήταν πολύτιμη επειδή την έφτιαξε, τη μεγάλωσε, τη στήριξε, την τάισε και την αποχαιρέτισε ο Αριστείδης Γιαγιάννος, ο θείος μου ο Αριστείδης. Τον χάσαμε πέρσι 19 Φεβρουαρίου. Από τα εννιά μου μέχρι τα τριανταπέντε μου, στον χώρο του, ανεβοκατέβαινα τις στριφογυριστές σκάλες, αλώνιζα την πλατεία σαν προαύλιο της γκαλερί, έκανα άλλοτε και κριτική σαν κάτι να ήξερα, μπαινόβγαινα σαν να ήταν κάτι το δεδομένο όλο αυτό, κάτι το αυτονόητο – μια αθωότητα να σουλατσάρεις, να χορεύεις, να καμαρώνεις μέσα στο πολύτιμο. Δεν αρκεί μια ανάρτηση για την Titanium, κανονικά χρειάζεται ένα βιβλίο. Ήθελα όμως να κάνω μια ελάχιστη αναφορά σ’ εκείνη τη φανταστική γκαλερί (που όντως υπήρξε!), επειδή ήταν το πάθος του λατρευτού μας Αριστείδη.

Titanium είναι η διεθνής ονομασία του λευκού στην παγκόσμια χρωματολογία. Το λευκό Titanium είναι η έδρα της ζωγραφικής, ενώ ταυτόχρονα με όποιο χρώμα αναμιχθεί του δίνει φως: αυτό έκανε για τις εκθέσεις του ο Αριστείδης. Το λευκό Titanium είναι το σημείο εκκίνησης της τέχνης. Και είναι τουλάχιστον χρήσιμο να θυμάται κανείς από πού ξεκίνησε.

Εις μνήμην Αριστείδη Γιαγιάννου

19/02/21

Μ.Γ.

  • Η έκθεση με τα ιπτάμενα μαξιλάρια: Βασίλης Βασίλη
  • Η έκθεση με τους πύργους από τραπουλόχαρτα: Σταύρος Ιωάννου
  • Πάρτυ-Καραγκιόζης, όπου Απόστολος (αρ.) και Αριστείδης (δεξ.) Γιαγιάννος εξηγούν το Θέατρο Σκιών στα παιδιά.
  • Η έκθεση με την εγκατάσταση-κοτέτσι: Πέτρος Σοροπάνης
  • Η έκθεση με τον χλοοτάπητα: Γιάννης Bach Σπυρόπουλος
  • Η έκθεση με τα γλυπτά Neon: Αντωνία Παπατζανάκη
  • Η έκθεση με τον λαβύρινθο από νήμα: Δημήτρης Ντζουμάνης
  • Οι υπόλοιπες φωτό από ομαδικές